16 Ιουνίου 1945 – Ο θάνατος του Άρη Βελουχιώτη

Στις 16 Ιουνίου 1945, στη χαράδρα του Φάγγου κοντά στη Μεσούντα της Άρτας, έπεφτε το τελευταίο κεφάλαιο μιας από τις πιο δραματικές και αμφιλεγόμενες μορφές της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Ο Άρης Βελουχιώτης, ο πρωτοκαπετάνιος του ΕΛΑΣ, κυκλωμένος από ισχυρές δυνάμεις εθνοφυλακής και παρακρατικών ομάδων, έδινε την τελευταία του μάχη.

Μαζί του βρίσκονταν οι τελευταίοι πιστοί αντάρτες του, οι μαυροσκούφηδες οι άνδρες της προσωπικής του φρουράς. Πολέμησαν μέχρι τέλους για να προστατεύσουν τον καπετάνιο τους, γνωρίζοντας πως η σύλληψη δεν θα σήμαινε δίκη αλλά διαπόμπευση και εκδίκηση. Οι ιστορικές πηγές συγκλίνουν στο ότι ο Βελουχιώτης, όταν πλέον ο κλοιός έκλεισε οριστικά, επέλεξε να δώσει τέλος στη ζωή του για να μην συλληφθεί ζωντανός. Σύμφωνα με το θρύλο δίπλα του έπεσε και ο πιστός του σύντροφος, ο Τζαβέλας ο οποίος αγκαλιάστηκε με το σώμα του Άρη κρατώντας μια χειροβομβίδα.

Η τελευταία πορεία προς τη Μεσούντα

Η καταδίωξη του Βελουχιώτη είχε ξεκινήσει αμέσως μετά τη ρήξη του με την ηγεσία του ΚΚΕ και την αποκήρυξή του. Τμήματα εθνοφυλακής, πρώην συνεργάτες των δυνάμεων κατοχής και παρακρατικές ομάδες κινητοποιήθηκαν για τον εντοπισμό του. Για την εξόντωσή του είχαν προκηρυχθεί αμοιβές και η επιχείρηση αντιμετωπιζόταν ως ζήτημα ύψιστης πολιτικής σημασίας για την ελληνική κυβέρνηση.

Όμως ακόμη και ο θάνατος δεν έβαλε τέλος στο μένος των διωκτών του. Τα σώματα του Άρη Βελουχιώτη και του Τζαβέλα αποκεφαλίστηκαν. Τα κεφάλια τους μεταφέρθηκαν στα Τρίκαλα και κρεμάστηκαν σε φανοστάτη της κεντρικής πλατείας ως δημόσιο τρόπαιο. Πλήθη συγκεντρώθηκαν για να δουν το μακάβριο θέαμα, σε μία από τις πιο σκοτεινές και ντροπιαστικές στιγμές της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Εκεί βρέθηκε και ο τότε υπουργός Δημοσίας Τάξεως και πρώην αρχηγός του ΕΔΕΣ, Ναπολέων Ζέρβας. Ο ίδιος ο Ναπολέων Ζέρβας, που λίγα χρόνια νωρίτερα καθόταν δίπλα στον Άρη Βελουχιώτη στη Βίνιανη σχεδιάζοντας την επιχείρηση στον Γοργοπόταμο και φωτογραφιζόταν μαζί του ως σύμβολο της ενωμένης Αντίστασης, βρέθηκε τώρα κάτω από τον φανοστάτη των Τρικάλων να αναγνωρίζει το αποκεφαλισμένο κεφάλι του παλιού συμπολεμιστή του.

Ο άνθρωπος που έχτισε τον ΕΛΑΣ

Ο Άρης Βελουχιώτης υπήρξε η ψυχή του ΕΛΑΣ και ο βασικός οργανωτής του μεγαλύτερου αντάρτικου στρατού που γνώρισε ποτέ η Ελλάδα. Υπό την ηγεσία του, ο ΕΛΑΣ εξελίχθηκε σε μία από τις σημαντικότερες αντιστασιακές οργανώσεις της κατεχόμενης Ευρώπης πιθανώς τρίτη σε μέγεθος και επιχειρησιακή δυνατότητα μετά τις γιουγκοσλαβικές και πολωνικές αντιστασιακές δυνάμεις.

Πειθαρχία, οργάνωση και λαϊκή απήχηση

Η πρώτη μεγάλη καινοτομία του Βελουχιώτη ήταν ότι μετέτρεψε το αντάρτικο από διάσπαρτες ομάδες σε δύναμη με χαρακτηριστικά κανονικού στρατού. Ο ΕΛΑΣ δεν περιοριζόταν σε ενέδρες και σαμποτάζ· μπορούσε να διεξάγει τόσο ανταρτοπόλεμο όσο και κανονικές μάχες απέναντι σε οργανωμένες γερμανικές και ιταλικές μονάδες, ακόμη και σε επίπεδο ταγμάτων.

Η δεύτερη μεγάλη του τομή ήταν η στρατιωτική πειθαρχία. Ο ΕΛΑΣ απέκτησε οργανωμένη δομή, διοίκηση, επιμελητεία και σαφείς κανόνες λειτουργίας. Τα φαινόμενα αυθαιρεσιών ανυπακοής και ληστρικής συμπεριφοράς απέναντι στον αγροτικό πληθυσμό περιορίστηκαν δραστικά σε σχέση με άλλες αντάρτικες οργανώσεις της εποχής. Αυτό επέτρεψε στον ΕΛΑΣ να αποκτήσει βαθιά λαϊκή στήριξη σε μεγάλα τμήματα της ελληνικής υπαίθρου.

Η τρίτη μεγάλη επιλογή του Βελουχιώτη ήταν πολιτική και στρατιωτική μαζί: ο ΕΛΑΣ δεν περιορίστηκε σε μια στενά κομματική ηγεσία. Ο Άρης επέμεινε στην ένταξη έμπειρων αξιωματικών του ελληνικού στρατού σε κρίσιμες θέσεις. Ο Στέφανος Σαράφης έγινε ο επιτελικός νους του ΕΛΑΣ, ενώ αξιωματικοί όπως ο Θοδωρής Μακρίδης συνέβαλαν αποφασιστικά στην επιχειρησιακή του ανάπτυξη. Ο Βελουχιώτης κατανοούσε ότι για να αποκτήσει ο αγώνας πανεθνικά χαρακτηριστικά έπρεπε να υπερβεί τα στενά όρια του κομματικού μηχανισμού.Έτσι ΕΛΑΣ εξελίχθηκε σε δύναμη που έλεγχε μεγάλες περιοχές της χώρας. Σε πολλές ορεινές ζώνες η κατοχική εξουσία είχε ουσιαστικά καταρρεύσει και η Πολιτική Επιτροπή Εθνικής Απελευθέρωσης (Π.Ε.Ε.Α.) ασκούσε διοικητικό και πολιτικό έλεγχο σε περιοχές της ελεύθερης Ελλάδας, λειτουργώντας ως παράλληλος θεσμός εξουσίας.

Οι μεγάλες μάχες της εθνικής Αντίστασης

Από τις μεγαλύτερες στιγμές του αγώνα υπήρξε η ανατίναξη της γέφυρας του Γοργοποτάμου τον Νοέμβριο του 1942. Σε συνεργασία με τον ΕΔΕΣ και Βρετανούς σαμποτέρ της SOE, ο ΕΛΑΣ πραγματοποίησε μία από τις σημαντικότερες επιχειρήσεις δολιοφθοράς στην κατεχόμενη Ευρώπη.

Ακολούθησαν οι συγκρούσεις στη Θεσσαλία για την αποτροπή της αρπαγής αγροτικής παραγωγής από τα στρατεύματα κατοχής, οι μάχες της Οξυάς, της Σοβιάς και της Αμφιλοχίας, καθώς και οι αφοπλισμοί της ιταλικής μεραρχίας Πινερόλο και του συντάγματος Αόστα μετά τη συνθηκολόγηση της Ιταλίας. Ο ΕΛΑΣ απέκτησε τότε βαρύ οπλισμό, πυροβολικό και τεράστιες ποσότητες υλικού, μετατρεπόμενος σε στρατό ικανό για επιχειρήσεις μεγάλης κλίμακας.

Ο ίδιος ο Άρης βρισκόταν παντού. Από την Πελοπόννησο μέχρι τη Ρούμελη, τη Θεσσαλία και τη Μακεδονία, περιόδευε αδιάκοπα με τους μαυροσκούφηδες, επιθεωρώντας μέτωπα, οργανώνοντας επιχειρήσεις και εμψυχώνοντας τους αντάρτες. Για τους άνδρες του ήταν ταυτόχρονα καπετάνιος, πολιτικός καθοδηγητής και στρατιωτικός ηγέτης με έντονη αντίληψη στρατηγικής και τακτικής.

Η Βάρκιζα και η μεγάλη ρήξη

Μετά την αποχώρηση των Γερμανών, η σύγκρουση για την εξουσία στην Ελλάδα πήρε νέα μορφή. Κατά τα Δεκεμβριανά, ο Άρης δεν βρέθηκε στην Αθήνα. Η ηγεσία του ΚΚΕ τον διέταξε να κινηθεί στην Ήπειρο εναντίον των δυνάμεων του Ζέρβα. Με τον κύριο όγκο του ΕΛΑΣ κατόρθωσε εύκολα να διαλύσει τις δυνάμεις του ΕΔΕΣ, αναγκάζοντας τον Ζέρβα να καταφύγει στην Κέρκυρα υπό βρετανική προστασία.

Ωστόσο, ο ίδιος ο Βελουχιώτης διαφώνησε βαθιά με τη Συμφωνία της Βάρκιζας. Θεωρούσε ότι η παράδοση των όπλων ισοδυναμούσε με στρατηγική ήττα και εγκατάλειψη των αγωνιστών του ΕΛΑΣ απέναντι στην επερχόμενη τρομοκρατία. Είχε εισηγηθεί να διατηρηθεί μια ένοπλη δύναμη μεγέθους μεραρχίας και να υπάρξει αναδίπλωση προς τη Γιουγκοσλαβία για κάθε ενδεχόμενο, πρόταση που απορρίφθηκε από την κομματική ηγεσία.

Η σύγκρουσή του με το ΚΚΕ έγινε ανοιχτή. Διαγράφηκε και αποκηρύχθηκε δημόσια. Παρ’ όλα αυτά αρνήθηκε να κινηθεί πραξικοπηματικά εναντίον της ηγεσίας του κόμματος, παρά τις εισηγήσεις στελεχών και ανταρτών που παρέμεναν πιστοί σε αυτόν. Τους τελευταίους μήνες της ζωής του επιχείρησε να ανασυγκροτήσει ένοπλο κίνημα μέσα από το Μέτωπο Εθνικής Ανεξαρτησίας και έναν νέο ΕΛΑΣ, θεωρώντας πως ο αγώνας ενάντια στη βρετανική επιρροή, στο νέο κρατικό μηχανισμό και στις παρακρατικές ομάδες δεν είχε τελειώσει. Η πορεία αυτή κατέληξε στη Μεσούντα, εκεί όπου ο Άρης Βελουχιώτης, κυνηγημένος, απομονωμένος και αποκηρυγμένος ακόμη κι από το ίδιο του το κόμμα, έγραψε το τελευταίο κεφάλαιο της ζωής του.

Ογδόντα και πλέον χρόνια μετά, η μορφή του εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο ιστορικής και πολιτικής αντιπαράθεσης. Για άλλους συνδέεται με την ένοπλη Αντίσταση, για άλλους με τις συγκρούσεις και τις ρήξεις της μετακατοχικής περιόδου. Σε κάθε περίπτωση στη συλλογική μνήμη θα παραμείνει ως μία από τις εμβληματικότερες μορφές που σφράγισαν την Εθνική Αντίσταση στην κατεχόμενη Ελλάδα, εκφράζοντας την προσπάθεια για εθνική απελευθέρωση, κοινωνική δικαιοσύνη και λαϊκή κυριαρχία.«Κάπου στη Ρούμελη λένε πως είσαι ακόμα»