Θωμάς Κοροβίνης «Σταυροί στο ακροθαλάσσι», εκδόσεις Άγρα, 2024

Τον βουερό και φανερό πόλεμο, με τα τανκς, τ’ αεροπλάνα και τα κανόνια, τον συνοδεύει ένας πόλεμος βουβός και κρυφός. Όπλο του, ύπουλο, οι νάρκες, με τις οποίες οι εμπόλεμοι γεμίζουν στεριές και θάλασσες. Αυτός ο πόλεμος όμως συνεχίζεται και στον καιρό της ειρήνης. Και τα θύματά του είναι άμαχοι. Γεωργοί, κτηνοτρόφοι, ψαράδες, κυνηγοί, απλοί διαβάτες. Και παιδιά – φιλοπερίεργα παιδιά.

Θύμα αυτού του πολέμου υπήρξε και ο Κωνσταντίνος, αδερφός της μητέρας του Θωμά Κοροβίνη. Σκοτώθηκε στα 25 του το 1945, στο παραθαλάσσιο προσφυγικό χωριό Νέα Ηράκλεια της Χαλκιδικής. Με την αυτοπεποίθηση της νιότης, που μας καθιστά ταυτόχρονα αθάνατους και επικίνδυνα τρωτούς, προσπάθησε, όπως κι άλλοι ψαράδες, πριν και μετά από αυτόν, να βγάλει το μπαρούτι από μια νάρκη. Για να πετύχει την καλή ψαριά που θα έδινε μιαν ανάσα στην οικογένεια και θα του δώριζε επιπλέον τη δυνατότητα να κεράσει την παρέα του στο καφενείο, ευλόγως περήφανος.

Δεν μπόρεσα να βρω πόσοι Έλληνες σκοτώθηκαν από νάρκες τα χρόνια που ακολούθησαν τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο και τον Εμφύλιο. Βρήκα ωστόσο την είδηση (του 2023) ότι στην Καμπότζη οι νάρκες, διάσπαρτες σε όλη τη χώρα, έχουν σκοτώσει περισσότερους από 64.000 ανθρώπους, ενώ έχουν καταγραφεί 25.000 ακρωτηριασμοί.

Άλλη είδηση, επίσης του 2023. «Οι τεράστιες ποσότητες ναρκών που χρησιμοποιούνται στην Ουκρανία θα πλήξουν σκληρά τη βιομηχανία και τη γεωργία για πολλά χρόνια, προειδοποίησε το Πρόγραμμα Ανάπτυξης των Ηνωμένων Εθνών (UNDP). Ο επικεφαλής του προγράμματος άρσης ναρκοπεδίων του UNDP συνέκρινε την κατάσταση που δημιουργείται στην Ουκρανία με αυτή στην Ευρώπη μετά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο. Εκτίμησε πως θα απαιτούνται 275 εκατ. ευρώ ετησίως για τουλάχιστον μια πενταετία για να καθαριστούν οι νάρκες και τα πυρομαχικά που δεν έχουν εκραγεί. Και ο ουκρανικός και ο ρωσικός στρατός κάνουν εκτεταμένη χρήση αντιαρματικών ναρκών και ναρκών κατά προσωπικού. Οι νάρκες κατά προσωπικού εκρήγνυνται με την αφή και μπορεί να σκοτώσουν ή να αφήσουν ανάπηρους για μια ζωή τους άμαχους, ειδικά παιδιά που τις περιεργάζονται λόγω περιέργειας και αγρότες που οργώνουν τα χωράφια τους. Η Ρωσία δεν έχει υπογράψει τη διεθνή σύμβαση που απαγορεύει τις νάρκες κατά προσωπικού».

Για τη δική μας χώρα τώρα, ανακοίνωνε στις 16.3.2007 ο Σύνδεσμος Αντιρρησιών Συνείδησης: «Η βόρεια Ελλάδα ήταν γεμάτη ναρκοπέδια που είχαν στηθεί κατά τη διάρκεια του ελληνικού εμφυλίου (1946-49). Τα ναρκοπέδια αυτά, με νάρκες κατά προσωπικού, ήταν ως επί το πλείστον αχαρτογράφητα και καθαρίστηκαν οριστικά μόνο κατά τη δεκαετία του 1970, αφού είχαν προκαλέσει αρκετούς θανάτους αγροτών και κυνηγών. Ο “Ψυχρός Πόλεμος” και το δόγμα του “από Βορρά κινδύνου” προκάλεσε τη δημιουργία ναρκοπεδίων στα ορεινά περάσματα κατά μήκος των βόρειων συνόρων με Γιουγκοσλαβία και Βουλγαρία. Αυτά καθαρίστηκαν μέχρι το τέλος της δεκαετίας του 1990, αφού είχαν προκαλέσει αρκετές δεκάδες θανάτους, μεταναστών κυρίως. Τα ναρκοπέδια αυτά δεν φαίνονταν καθόλου επειδή με τα χρόνια η σήμανσή τους είχε καταστραφεί και μέσα σ’ αυτά είχαν μεγαλώσει δέντρα και θάμνοι. Μετά το 1974 και με τα γεγονότα στην Κύπρο, το αμυντικό δόγμα άλλαξε σε “από Ανατολάς κίνδυνο”, οπότε και ναρκοθετήθηκαν τα ανατολικά σύνορα. Το 2005 συνέβησαν έξι θάνατοι και περί τους 20 τραυματισμούς. Το 2004, επισήμως, οι ναρκαλιευτές έβγαλαν τα ναρκοπέδια οκτώ νεκρούς και εννέα τραυματίες. Το 2003 υπήρξαν 11 νεκροί και πέντε σοβαρά τραυματίες. Από το 1990, έχουν σκοτωθεί στον Έβρο από νάρκες 74 άτομα και τραυματιστεί σοβαρά 180. Οι ίδιοι οι ναρκοσυλλέκτες, από το 1950 που δημιουργήθηκαν, είχαν πάνω από 30 νεκρούς, στρατιωτικούς και συνεργαζόμενους πολίτες».

Εξακολουθούν να βρίσκονται θαμμένα

Πέντε χρόνια αργότερα, στις 24.1.2012, το Δίκτυο Ελεύθερων Φαντάρων «Σπάρτακος» μας πληροφορεί: «Δεκάδες χιλιάδες νάρκες και πολεμικό υλικό από την εποχή του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου και του Εμφυλίου εξακολουθούν να βρίσκονται θαμμένα στην Ελλάδα. Σύμφωνα με τα στοιχεία που συγκέντρωσε το Διεθνές Παρατηρητήριο Ναρκών από το ελληνικό υπουργείο Εθνικής Άμυνας, υπάρχουν υποψίες για 41 περιοχές με θαμμένες νάρκες και πολεμικό υλικό που είναι επικίνδυνο να εκραγεί ανά πάσα στιγμή. Τα περισσότερα ξεχασμένα ναρκοπέδια βρίσκονται στον Γράμμο και το Βίτσι. Σύμφωνα με την αναφορά του Διεθνούς Παρατηρητηρίου, περισσότερα από 40.000 στρέμματα γης στα δύο βουνά εξακολουθούν να είναι παγιδευμένα με νάρκες».

Σκόρπιες ειδήσεις:

4.4.2005: Από το Γενικό Επιτελείο Στρατού ανακοινώθηκε ότι «τρεις λαθρομετανάστες (ένας Μαυριτανός, ένας Ιρακινός και ένας αγνώστων στοιχείων) εισήλθαν σε ναρκοπέδιο στην περιοχή Καστανιών του νομού Έβρου, με αποτέλεσμα τον θανάσιμο τραυματισμό δύο εξ αυτών και τον τραυματισμό του Ιρακινού».

«Τα Νέα», 26.10.2006: «Τα πιο επικίνδυνα ναρκοπέδια βρίσκονται κατά μήκος του ποταμού Έβρου. Από το 1990 ενενήντα άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους σε αυτά, στην πλειονότητά τους λαθρομετανάστες. Από τις 24.751 νάρκες κατά προσωπικού που υπήρχαν στα ναρκοπέδια του Έβρου, έχουν εκκαθαριστεί οι 10.002 (40%) μεταξύ Σεπτεμβρίου 2003 και 10.4.2006».

Βρόμικη σπορά των πολέμων οι νάρκες, ξεφυτρώνουν ακόμα. Κάποια περιστατικά:

30.3.2018: Εξουδετέρωσαν με ελεγχόμενη έκρηξη δύο νάρκες του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου σε Μεσολόγγι και Καβάλα.

1.5.2020: Νάρκη από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο βρέθηκε στον βυθό του Θερμαϊκού.

8.6.2023: Ψαράς βρήκε δύο νάρκες στη θάλασσα σε κοντινή απόσταση από την παραλία Καστρί – Λουτρό στη Λάρισα. Μία ακόμη νάρκη είχε εξουδετερωθεί τον Ιούνιο του 2018.

25.8.2023: Νάρκη από τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο εντοπίστηκε σε λατομείο, πίσω από την Ιερά Μονή Κλειστών, βορειοδυτικά της Φυλής.

26.8.2023: Ένας πολύ μεγάλος όγκος πυρομαχικών του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου, αποτελούμενος από νάρκες, όλμους, βλήματα και κιβώτια με φυσίγγια, αποκαλύφθηκε τυχαία στη θαλάσσια περιοχή εκατό περίπου μέτρα από τη νέα Πάνω Παραλία της Ιεράπετρας.

26.8.2023: Βατραχάνθρωποι εξουδετέρωσαν δύο γερμανικές αντιαρματικές νάρκες στην παραλία της Κάριανης στον Δήμο Παγγαίου.

13.6.2024 Λουόμενος στο Καβούρι εντοπίζει νάρκη σε βάθος μόλις 1,5 μέτρου:

Και στη λήξη του 2024, 15 Δεκεμβρίου: Ειδική ομάδα του Πολεμικού Ναυτικού εξουδετέρωσε  νάρκη 250 κιλών του δεύτερου παγκόσμιου πολέμου στην Πάτρα.

Ενθυμήματα ενθυμημάτων

Οι Σταυροί στο ακροθαλάσσι του Θωμά Κοροβίνη (Άγρα, 2024) χαρακτηρίζονται αφήγημα από τον συγγραφέα τους, και σωστά. Δεν υπάρχουν εδώ τα τυπικά γνωρίσματα του μυθιστορήματος, της μυθοπλαστικής διήγησης γενικότερα. Ο συγγραφέας, ώριμος πια, θυμάται τις κουβέντες του με τη γιαγιά του την Ελπινίκη το 1975, όταν αυτός ήταν στα 22 του χρόνια και η γιαγιά του στα 77. Και η κυρα-Ελπινίκη δηλαδή λέει όσα θυμάται για το εφιαλτικό συμβάν που όρισε τον βίο της, από το οποίο έχουν περάσει 32 χρόνια. Δεν είναι λίγα για την ανθρώπινη μνήμη, που καταπονείται όσο φεύγουν οι δεκαετίες. Είναι όμως ελάχιστα για τη μνήμη μιας μάνας.

Τυπικά λοιπόν έχουμε να κάνουμε με ενθυμήματα ενθυμημάτων, αφού ο συγγραφέας αναπλάθει και μεταφέρει τις αναμνήσεις της γιαγιάς του όχι μονάχα για το θανάσιμο γεγονός αλλά και για τα πάθη των προσφύγων, όσα ακολούθησαν την «ανταλλαγή». Τις αναπλάθει και τις μεταφέρει με κάποιον βαθμό ελευθερίας, που την αντλεί από την ιδιότητα του λογοτέχνη. Μια ελευθερία πάντως που δεν τον οδηγεί στην αναδρομική ιδεολογική υπερδιόρθωση των λεγομένων της. Για παράδειγμα, δεν απαλείφει ούτε καν αμβλύνει όσα λέει εκείνη για τους Γύφτους και τα οποία σ’ εμάς πλέον ακούγονται στερεοτυπικά: «αλαφροχέρηδες», «αλεπούδες», «ο νους κι ο λοϊσμός τους να σουφρώσουν τίποτα!».

Αυτός που, δίχως να το ξέρει ακόμα, θα γίνει στο μέλλον ο αχθοφόρος της πρώτης, της αρχικής αφήγησης, τσιγκλάει συχνά τη γιαγιά του. Της δίνει τον λόγο, την πιέζει να ξετυλίξει το πυκνό κουβάρι, βαρύ από θανάτους, φτώχεια και στερήσεις, αλλά και με κάποια ξέφωτα χαράς. Κι εκείνη λέει τους καημούς και τα πάθια της, τα όνειρά της, που τα θυμάμαι καταλεπτώς, αλλά και το πιστεύω της για τα ανθρώπινα, και τα πολιτικά ακόμα.

Η μεικτή και ταραγμένη Ελλάδα

Πιθανότατα αρκετοί Παλιοελλαδίτες αναγνώστες του αφηγήματος, όσοι γεννήθηκαν και κατοικούν στη Νότια Ελλάδα και δεν μερίμνησαν κάποια στιγμή να καλύψουν τα τεράστια κενά γνώσης που αφήνει η εκπαίδευση (το στρατιωτικό στην Γκατζολία δεν βοηθάει καθόλου σε αυτό), θα πέσουν σε άγνωστες λέξεις, ανοίκειες έννοιες, άγνωστα αισθήματα, παράδοξες σκέψεις. Θα μάθουν πώς σχηματίστηκε η Ελλάδα, πόσο πιο μεικτή και ταραγμένη είναι από την ωραία, επίπεδη ζωγραφιά της απόλυτης ομοιομορφίας που παραδίδει η επίσημη, η κρατικοποιιημένη εθνοπρεπής ιστοριογραφία στη μια γενιά μετά την άλλη. Θα μάθουν επίσης ότι οι πρόσφυγες δεν εισέπραξαν περιφρόνηση και μίσος μόνο στην Αθήνα και τον Πειραιά. Παραθέτω (σελ. 79):

«Στα Κάστρα, στον καταυλισμό, έπεσ’ η αξία μας στο μηδέν, οι εντόπιοι, από κανένας λυπούνταν και βοηθούσε, άλλ’ κορόιδευαν, άκουγες βρισίδια, παλιοτουρκάκια, δε σας θέλ’με, να πάτε από κει που ’ρθατε, σκατοπρόσφυγες, αρπάχτρες, σκυλιά του Βενιζέλου, χίλια δυο! Άμα είδαν τα αντίσκηνα στημένα, είπαν καλώς ήρθανε τα γιούφτικα τσαντίρια με τους τεμπέληδες, τα μ’λάρια τ’ ανατολίτ’κα!»

Δεν είναι αυτή, βεβαίως, η μοναδική αναφορά στο αντιπροσφυγικό δηλητήριο. Πάντως, ενώ η γιαγιά προσφεύγει συχνά σε δημοτικούς στίχους, είτε για τραγούδια πρόκειται είτε για μοιρολόγια, δεν λέει το πικρό «Τραγούδι της προσφυγούλας».

Ξέρουμε ωστόσο ότι το τραγούδι έγινε πανελλαδικώς γνωστό μετά το 1922. Ξέρουμε επίσης από το βιβλίο του Σώτου Αλεξίου για την παιδική ηλικία του Βασίλη Τσιτσάνη (Καστανιώτης, 2001) ότι η «Προσφυγούλα» τραγουδιόταν ευρύτατα στους προσφυγομαχαλάδες της Θεσσαλίας. Η μήτρα του τραγουδιού είναι πολύ παλιά. Στις παραλλαγές του που καταγράφτηκαν τον 19ο αιώνα, η ανεπιθύμητη νύφη είναι συνήθως Βουργαροπούλα. Λιγότερο συχνά, τα φονικά σχέδια της πεθεράς, που αδιαφορεί για τον έρωτα του γιού της, τα προκαλεί η μέλλουσα νύφη όταν είναι Αρβανιτοπούλα, ορφανούλα ή φτωχοπούλα. Το 1922 η απαράδεκτη νύφη έγινε αποκλειστικά και οριστικά προσφυγοπούλα.

 Αρχοντονιός παντρεύεται και παίρνει προσφυγούλα,

 προσφυγούλα μαυρομάτα μου, σε κλαιν τα μάτια μου.

 Η μάνα του σαν το ’μαθε πολύ της κακοφάνη,

 προσφυγούλα μαυρομάτα μου, σε κλαιν τα μάτια μου.

 Πιάνει δυο φίδια ζωντανά, τα ξεροτηγανίζει,

 προσφυγούλα μαυρομάτα μου, σε κλαιν τα μάτια μου.

 Κάτσε, νύφη μ’, να φας, να πιεις, ψάρια τηγανισμένα,

 προσφυγούλα μαυρομάτα μου, σε κλαιν τα μάτια μου.

 Αχ, πεθερά, θέλω νερό, τη φλόγα μου να σβήσω,

 προσφυγούλα μαυρομάτα μου, σε κλαιν τα μάτια μου.

 Σαν το ’μαθε ο αρχοντονιός, μόνος εθανατώθη,

 προσφυγούλα μαυρομάτα μου, σε κλαιν τα μάτια μου.

 «Σαν έχει, μάνα, άλλο γιο, δώσ’ τον σ’ αρχοντοκόρη»,

 προσφυγούλα μαυρομάτα μου, σε κλαιν τα μάτια μου.

Εντελώς φυσικά, η Ελπινίκη στολίζει την αφήγησή της με παροιμίες, σίγουρα πάνω από είκοσι σε όλη την έκταση του αφηγήματος. Αυτές συγκροτούν τη βιοσοφία της. Και για να πω την αλήθεια, προσωπικά θα προτιμούσα να μην παρατίθενται μέσα σε εισαγωγικά. Στον λόγο του λαϊκού ανθρώπου οι παροιμίες έρχονται αυθόρμητα, ενίοτε και αυτοσχεδιαστικά. Αναβλύζουν αυθόρμητα στην αφηγηματική μνήμη. Δεν είναι δάνεια από διαβάσματα αλλά στοιχεία ταυτότητας. Και μάλιστα μιας ταυτότητας που σχηματίζεται και στερεώνεται μέσα στον πολιτισμό της προφορικότητας.

Με ήρωα την ίδια τη γλώσσα

Σε αρκετά βιβλία του Θωμά Κοροβίνη ο κατεξοχήν ήρωας δεν είναι κάποιο πρόσωπο, όσο ισχυρό, αλλά η ίδια η γλώσσα, έτσι όπως προσεχτικά και μελετημένα την επεξεργάζεται ο συγγραφέας για να κερδίσει το δύσκολο στοίχημα της αυθεντικότητας. Έγραφα σχετικά το 2018, όταν είχα μιλήσει για το βιβλίο του Κοροβίνη «Ο θρύλος του Ασλάν Καπλάν: Λαϊκό ρομάντζο τον καιρό της φωτιάς του ’17 στη Θεσσαλονίκη»(εκδ. Άγρα):

«Τα πλάσματα του Κοροβίνη μιλούν ελληνικά, τουρκικά, εβραϊκά, αρβανίτικα. Και συνεννογιούνται. Ενας τυπικός συγγραφέας ρομάντζου δεν θα τολμούσε ποτέ κάτι τέτοιο. Δεν έχουμε εδώ μια ένεση φολκλόρ, αλλά τη δοκιμή να αναπαρασταθεί και διά της γλωσσικής ποικιλίας ο σύνθετος χαρακτήρας της πόλης [της Θεσσαλονίκης]. Στο τέλος του μυθιστορήματος, όταν πια ο Ασλάν Καπλάν πέφτει σκοτωμένος από την ίδια την αγαπημένη του, που από μια παρεξήγηση φοβήθηκε ότι την πρόδωσε, όσα πολύγλωσσα τραγούδια έχουμε διαβάσει από σελίδα σε σελίδα αθροίζονται σε ένα επίσης πολύγλωσσο μοιρολόι».

Στο Αγγελόκρουσμα: Η τελευταία νύχτα του κυρ-Αλέξανδρου (Άγρα, 2012), ο ακροτελεύτιος «παραληρηματικός μονόλογος» του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, πεποικιλμένος με εκκλησιαστικά σπαράγματα αλλά και με αποσπάσματα έργων του, είναι συνταγμένος στο γλωσσικό ιδίωμα του Σκιαθίτη, την καθαρεύουσά του. Λέει αυτοϊστορούμενος: «Έζησα ως ενάντιος της περίσσειας, υπήρξα φίλος του απλού, θιασώτης του ελαχίστου, οπαδός της περιέξεως. Γονυπετής υπεκλίθην εις την ανθρωπίνην βάσανον».

Και στο Σκίρτημα ερωτικόν: Ο Κ.Π. Καβάφης εις την Πόλιν (Άγρα, 2017), η διήγηση ακολουθεί την οδό της καθαρεύουσας, αλλά της καβαφικής, όχι της παπαδιαμαντικής. Το λέει άλλωστε προλογικά ο ίδιος ο Αλεξανδρινός, έτσι όπως τον φαντάζεται σαν ωτακουστής η λαθραναγνώστης του ο Θ.Κ.: «Απεφάσισα εις το αυτοβιογραφικόν μου τούτο πεζογράφημα να δοκιμασθώ ασκούμενος εις την γλωσσικήν εκδοχήν της ελληνικής, την λεγομένην καθαρεύουσαν. Με την σημείωσιν ότι η μείξις της μετά τινων στοιχείων της δημοτικής αλλά καί τινων ιδιωματισμών του πολίτικου ιδιώματος είναι εις την περίπτωσίν μου άφευκτος».

Το 2019, ο Κοροβίνης γράφει και πάλι έναν προθανάτιο μονόλογο στο συναρπαστικό βιβλίο «”Ολίγη μπέσα, ωρέ μπράτιμε!” – Η τελευταία ώρα του Οδυσσέα Ανδρούτσου» (επίσης στις εκδόσεις Άγρα). Φοβάμαι πως δεν είναι ευρύτερα γνωστό, πάντως ο Οδυσσέας, μάλλον ο μόνος ήρωας της Επανάστασης με αρχαιοελληνικό όνομα, δεν ήταν ένας αγροίκος των ορέων, αλλά, όπως και ο Μάρκος Μπότσαρης, άνθρωπος καλλιεργημένος και πολύγλωσσος. Η εξαντλητική μελέτη όλων των παραδεδομένων κρίσιμων στοιχείων, της επιστολογραφίας του Ανδρούτσου πρωτίστως, οδήγησε τον Κοροβίνη στο «να πλάσει μια γλώσσα μεικτή, ανάμεσα στη γραπτή και στην προφορική», με αρκετά τουρκικά, αλβανικά και ιταλικά δάνεια.

Αναστήνοντας πρόσωπο και κοινωνικό χωροχρόνο

Και στους Σταυρούς στο ακροθαλάσσι, ο Θωμάς Κοροβίνης, τεχνίτης έμπειρος και δοκιμασμένος, προκρίνει να αναστήσει ένα πρόσωπο -και τον κοινωνικό του χωροχρόνο- με τη χρήση ενός ταυτοτικού γλωσσικού ιδιώματος, μιας ντοπιολαλιάς. Γενικότερα, έχουν πληθύνει στη νεοελληνική λογοτεχνία τα εγχειρήματα αυτού του γλωσσικού χαρακτήρα, με τις ντοπιολαλιές να αναπαράγονται ακόμα και στη σκληρότερη εκδοχή τους, με κίνδυνο να δυσχεράνουν την ανάγνωση. Η Ελπινίκη μιλάει θρακιώτικα, τα ελληνικά που βύζαξε στη χαμένη πια γενέτειρά της μαζί με το γάλα της μάνας της. Τα θρακιώτικα, έτσι όπως μεταγράφονται στους Σταυρούς και όπως τα έχω δει σε παραμύθια και τραγούδια της Θράκης δημοσιευμένα παλαιότερα από την Ελπινίκη Σαραντή-Σταμούλη, τον Πολύβιο Παπαχριστοδούλου κ.ά., διαβάζονται πολύ εύκολα από έναν Ρουμελιώτη όπως εγώ. Ένας αστός όμως, ένας κάτοικος πόλης, μη εξοικειωμένος με το λεγόμενο βόρειο ιδίωμα, θα δυσκολευτεί να μετασχηματίσει σε ήχο την εικόνα που βλέπει. Πώς θα ακούσει μέσα του, λόγου χάρη, το «πιάνω ένα βραχάκ’ απόκερο»; Βραχάκ’, δηλαδή βραχάκ; Όχι βέβαια.

Η θρακική, η μακεδονική, η ρουμελιώτικη, η ηπειρωτική (εκτός του νομού Θεσπρωτίας), η θεσσαλική και η μακεδονική ανήκουν στις λεγόμενες βόρειες διαλέκτους. Το κυριότερο γνώρισμα των βόρειων ποικιλιών είναι η μεταχείριση των άτονων κλειστών φωνηέντων, που συνήθως απορρίπτονται: σκόν’, Κατερίν’, βραχάκ’. Δεύτερο γνώρισμα, η κώφωση (όρος του Γεωργίου Χατζιδάκι, σήμερα τη λέμε στένωση), εξαιτίας της οποίας το επροφέρεται ι και το ο προφέρεται ου. Στη Θράκη, το ιδίωμα αλλού είναι καθαρό (στένωση του ε σε ι και του ο σε ου, και αποβολή του άτονου ι) και αλλού «ήπιο», άνευ στενώσεως.

Δεν είναι εύκολη μια γραπτή απόδοση του βόρειου ιδιώματος με πιστή αναπαραγωγή όλων των ήχων του, γι’ αυτό και παλαιότερα είχαν επινοηθεί διάφορα σύμβολα, αντεστραμμένο γιώτα λόγου χάρη, ή γιώτα με παυλίτσα από πάνω του, όχι περισπωμένη. Η ίδια η ροή της αφήγησης πάντως, στους Σταυρούς στο ακροθαλάσσι, παίρνει από μιας αρχής στα καθαρά νερά της τον αναγνώστη και τον κρατάει συγκινημένο μέχρι τέλους.