Πορεία από τον γαλλικό καθολικισμό προς τον ευρωπαϊκό Διαφωτισμό

Γιάννης Δημητρακάκης «Διαδρομές της σκέψης του Κ. Θ. Δημαρά», εκδόσεις Σοκόλη, 2025

Η γενιά μου μεγάλωσε με τον Κ. Θ. Δημαρά (1904-1992) να διανύει την καλύτερη περίοδο της ωριμότητάς του: ιστορικός των ιδεών και των συνειδήσεων, πρωτοπόρος της έρευνας για την ανάδειξη του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, ένθερμος υποστηρικτής του Κοραή, ο Δημαράς ήταν το πρόσωπο που καθοδηγούσε τα νεανικά μας βήματα στον χώρο της διαμόρφωσης των μεγάλων ιδεολογικών ρευμάτων του νέου ελληνισμού και της σύγκρουσης του πνεύματος των Φώτων με τις άκαμπτες αρχές της Εκκλησίας.

Ήταν μια εποχή κατά τη διάρκεια της οποίας το ενδιαφέρον του Δημαρά είχε ήδη ατονήσει για την ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, κι ας διαβαζόταν ακόμη συστηματικά το ομώνυμο έργο του, κι ας προκαλούσε ακόμη και τότε πλήθος διχασμούς και διαφωνίες, κυρίως με την πολυσυζητημένη θέση του για την περιορισμένη σημασία του Παπαδιαμάντη. Όπως κι αν έχει, δύσκολα φανταζόμασταν τότε (κι ας το ξέραμε, κι ας το είχαμε ήδη μάθει πολύ καλά) πως ο Δημαράς είχε ξεκινήσει από άλλη αφετηρία (όχι ακριβώς διαφωτιστική) την πορεία του.

Τα χρόνια έδειξαν πως η αφετηρία έθρεψε στην πραγματικότητα το υπόλοιπο έργο, καθορίζοντας ως εξ αντιστρόφου το στίγμα του, και προς αυτή ακριβώς την κατεύθυνση κινείται η συναγωγή μελετών του Γιάννη Δημητρακάκη «Διαδρομές της σκέψης του Κ. Θ. Δημαρά», που θέλει να παρακολουθήσει εκ του σύνεγγυς τον τρόπο με τον οποίο συγκροτήθηκε μια τροχιά η οποία έπρεπε να ξεκινήσει από τον ευρωπαϊκό και δη από τον γαλλικό καθολικισμό για να φτάσει μέχρι τον ευρωπαϊκό και τον νεοελληνικό Διαφωτισμό.

Συνομιλώντας με τον Μπερντιάεφ και τον Μαριταίν

Το 1927, όταν ο Δημαράς είναι 23 ετών, τοποθετείται εναντίον του ορθολογισμού του αστικού πολιτισμού και της σωκρατικής ηθικής. Όπως παρατηρεί ο Δημητρακάκης, ο αστικός πολιτισμός αποτελεί για τον νεαρό στοχαστή το προηγούμενο στάδιο της κομμουνιστικής ιδεολογίας, όταν προτάσσει την ύλη έναντι του πνευματικού στοιχείου. Πρόκειται για την ώρα κατά την οποία ο Δημαράς συνομιλεί με τον Νικολάι Μπερντιάεφ και με τον χριστιανικό καθολικισμό του Ζακ Μαριταίν. Επικρίνοντας, όπως και ο Μαριταίν, τον κομμουνισμό ως συνέχεια του αστισμού, ο Δημαράς θα αναζητήσει καταφύγιο στο πρωτείο το οποίο παραχωρεί στο πνευματικό ο Μεσαίωνας. Η λατρεία της ύλης, που ξεκινάει με τη Μεταρρύθμιση και με την Αναγέννηση, υποδεικνύοντας την παρακμή και τον βαθμιαίο τερματισμό του ευρωπαϊκού πολιτισμού, χρειάζεται τώρα ως απάντηση και ως σωτηρία έναν επαναστατικό και κοινωνικό χριστιανισμό.

Ο Δημαράς θα συνταχθεί κατ’ αυτόν τον τρόπο με τον κύκλο των μη κομφορμιστών της δεκαετίας του 1930 και με τον περσοναλισμό. Η ελληνική ορθοδοξία τον ενοχλεί, ταυτίζοντας τον χριστιανισμό με την ηθική ή μάλλον με το ιδεώδες της ηθικής της κλασικής Ελλάδας από το οποίο επιζητεί να απαλλαγεί ο γαλλικός καθολικισμός, συνιστώντας έτσι την αναγκαία διέξοδο, που θα συνοδευτεί από τις ρητές αντιρρήσεις του Δημαρά για τον Κοραή, όπως και από πολλές επιφυλάξεις για τον Θεόκλητο Φαρμακίδη. Στις αξίες, ωστόσο, του πνευματικού και του μυστικού ομνύουν τόσο ο υπερρεαλισμός και το νταντά όσο και ο Ανδρέας Εμπειρίκος, που επίσης κεντρίζουν τα μάλα τον Δημαρά. Θα χρειαστεί να φτάσουμε στο 1945 για να γίνουν αποδεκτά από τον ίδιο όλα όσα δεχόμαστε σήμερα για την περίπτωσή του: τη συμφωνία με τη γραμμή της κλασικής Ελλάδας και του κοραϊσμού, το άνοιγμα στην επιστήμη και στα εργαλεία του Διαφωτισμού, την υιοθέτηση του κριτικού λόγου του τελευταίου.

Συγκλίσεις και αποκλίσεις με τον Θεοτοκά


Το 1932, ο Δημαράς θα διακρίνει το αδιέξοδο του ευρωπαϊκού πολιτισμού και της Αναγέννησης και στις απόψεις του Γιώργου Θεοτοκά, φέροντας πάντοτε ως αντίκρουση την κατάφαση του Μεσαίωνα για το πνευματικό. Όταν, όμως, μια τριακονταετία αργότερα, ο Θεοτοκάς θα μετακινηθεί προς τη θρησκεία και προς τον χριστιανισμό, ο Δημαράς θα βρεθεί και πάλι απέναντί του για τους ακριβώς αντίθετους λόγους. Ο Δημαράς δεν τάσσεται πλέον εναντίον του ευρωπαϊκού πολιτισμού και εναντίον της υλιστικής λογικής του και η εξίσωση εκ μέρους του Θεοτοκά ορθοδοξίας και έθνους συναντά για άλλη μια φορά τον σοβαρό κριτικό του έλεγχο.

Μιλώντας εν έτει 1935 για την κριτική της λογοτεχνίας και για τον Σαιντ-Μπεβ, ο Δημαράς θα εξάρει ως σημαντική παράμετρο της κριτικής της λογοτεχνίας την προσφυγή στο πρόσωπο του συγγραφέα και ειδικότερα στη βιογραφία και στην επιστολογραφία του. Εδώ, παρόλα αυτά, δεν θα δούμε τον Δημαρά να αλλάζει με το πέρασμα του χρόνου. Τις ιδέες περί Σαιντ-Μπεβ, περί βιογραφίας και περί κριτικής θα τις διατηρήσει εφ’ όρου ζωής, κάνοντας λόγο για γενετική κριτική, για ομάδες και για γενιές. Εδώ θα απορρίψει και τις αιτιάσεις του Προυστ κατά του Σαιντ-Μπεβ, αγνοώντας εν συνόλω την κατοπινή θεωρία της λογοτεχνίας που έδωσε την προτεραιότητα στο έργο και όχι στο φυσικό πρόσωπο και στον βίο του συγγραφέα.

Είναι καιρός για τον Δημητρακάκη να ενώσει τα νήματα και να συνδέσει την αγνόηση της θεωρίας της λογοτεχνίας με τη διά βίου άρνηση του Δημαρά να αναγνωρίσει το σημαντικό έργο τέχνης στην περιοχή της λογοτεχνίας. Από το 1931 ο Δημαράς θα υποστηρίξει το ρομαντικό δεδομένο της λογοτεχνίας, που είναι το ξεχείλισμα των αισθημάτων και της έκφρασης, και το κλασικό δεδομένο, που είναι η συγκράτηση και η ποδηγέτηση της έκφρασης, παραμένοντας πεπεισμένος πως εκείνο το οποίο υπερισχύει στη λογοτεχνία είναι το ρομαντικό δεδομένο, μακριά από οποιοδήποτε αντικειμενικό και ξεχωριστό λογοτεχνικό έργο – εξ ου και η τελική στροφή του προς τα γραμματειακά είδη των επιστολών και της βιογραφίας.

Ο Δημητρακάκης αποδεικνύει με την επισταμένη και πολλαπλά τεκμηριωμένη έρευνά του πως η λογιοσύνη του Δημαρά αντιπροσωπεύει ένα συμπαγές σύνολο με εσωτερική εξέλιξη, που επιβεβαιώνει την ίδια ευαισθησία πλην δεν επικυρώνει (και για ποιον λόγο άλλωστε;) την αδιάσπαστη συνέχεια. Η έλλειψη εξάλλου αυτής της συνέχειας θα υποδείξει και τους σταθμούς της γόνιμης διαδρομής ή μάλλον τα προστάδια της ώριμης φάσης της. Ο μελετητής αποφεύγει ιδεολογικές χρήσεις του υλικού του μια και οι βλέψεις του δεν είναι ιδεολογικές μα ερμηνευτικές – να μας βοηθήσει να καταλάβουμε το τι και το πώς μιας ανέλιξης η οποία εγκατέλειψε διακριτικά τη λογοτεχνία, για να επικεντρωθεί, όπως το λέγαμε και προεισαγωγικά, στην ιστορία των ιδεών και στον φωτισμό των συνειδήσεων.