Κοινωνικοποίηση των κατοικιών στο Βερολίνο: η θυσία των ιερών αγελάδων

Ατομική ιδιοκτησία, η ιερή αγελάδα των αστών. Έτσι και την στραβοκοιτάξεις, τραβάνε μαχαίρι. Σύνταγμα και νόμοι είναι ραμμένοι στα μέτρα της, το ίδιο οι ιδεολογικοί και κατασταλτικοί μηχανισμοί του κράτους. Κι αυτό σε όλες πλέον τις ευρωπαϊκές χώρες από τότε που κατάρρευσε ο «υπαρκτός σοσιαλισμός». Με μία ίσως εξαίρεση: τη Γερμανία. Θα υπέθετε βέβαια κανείς ότι η χώρα αυτή, σημαντικό τμήμα της οποίας (ως Λαϊκή Δημοκρατία της Γερμανίας ΛΔΓ/DDR) θεωρούσε για 40 χρόνια (1949-1989) την ατομική ιδιοκτησία στα μέσα παραγωγής έργο του Σατανά, θα αποκαθιστούσε μετά την πτώση της ΛΓΔ τη δόξα και την τιμή της. Λάθος υπόθεση: Η ιδιοκτησία αυτή βρίσκεται και μετά το 1989/90 υπό αίρεση στους κρισιμότερους οικονομικούς τομείς –και δη με συνταγματική βούλα. Το άρθρο 15 του συντάγματος (Grundgesetz) καθορίζει: «Η ακίνητη περιουσία, οι φυσικοί θησαυροί και τα μέσα παραγωγής μπορούν προς τον σκοπό της κοινωνικοποίησης […] να υπαχθούν σε κοινωνική ιδιοκτησία ή σε άλλες μορφές κοινωνικής οικονομίας». Αυτό βέβαια πάντα μετά την καταβολή μιας μόνιμης αποζημίωσης. Τα γιγαντιαία αγροκτήματα και δάση, τα ορυχεία, ή οι αυτοκινητοβιομηχανίες, που βρίσκονται σήμερα στα χέρια των «λεφτάδων» (Geldsäcke, αυτολεξεί: χρηματόσακοι), θα μπορούσαν λοιπόν κάλλιστα αύριο να περάσουν, «προς τον σκοπό της κοινωνικοποίησης», στην κυριότητα των Κοινοτήτων, των συνεταιρισμών, ή άλλων κοινωφελών οργανισμών. Και να φέρουν έτσι τα πάνω κάτω στον φιλήσυχο βίο των αστών.

Αυτό βέβαια στα χαρτιά. Στην πράξη, το άρθρο 15 λειτουργεί αποκλειστικά προς όφελος των τελευταίων, κι ιδιαίτερα όσων επενδύουν στις οικοδομές. Απόδειξη, ότι μόνο μέσα στο 2025 έγιναν με κρατική άδεια 177 απαλλοτριώσεις γης για την περαιτέρω διάνοιξη των Autobahnen και παράπλευρων έργων –κάτι που επαινέθηκε με τα θερμότερα λόγια από τα συστημικά μέσα ενημέρωσης. Στην αντιπέρα όχθη, στο εργατικό κίνημα, τον λόγο είχε αντίθετα ο γλωσσοδέτης. Αν εξαιρέσει κανείς το (ανεπιτυχές) αίτημα του συνδικάτου μετάλλου IG Metall, πριν σαράντα περίπου χρόνια, για κοινωνικοποίηση της τότε παραπαίουσας βιομηχανίας χάλυβα, η λέξη αυτή ήταν ξένη στο στόμα του.

Έως ότου ήρθε, το 2021, ένα δημοψήφισμα στο Βερολίνο, για να αποκαταστήσει, μαζί με την γλωσσική, και την πολιτική ισορροπία. Το αίτημα του δημοψηφίσματος, υπέρ του οποίου τάχθηκε το 59% των Βερολινέζων, ήταν η κοινωνικοποίηση όλων των οικοδομικών εταιριών που διαθέτουν περισσότερες από 3.000 κατοικίες –συνολικά φτάνουν τις 240.000. Η κοινωνικοποίηση είχε θαφτεί μεν από τότε από την πλειοψηφία Χριστιανοδημοκρατών-Σοσιαλδημοκρατών στο κοινοβούλιο της πόλης-κρατιδίου του Βερολίνου, τους τελευταίους μήνες όμως, εν όψει των εκλογών της 20ης Σεπτεμβρίου, έχει κυριολεκτικά νεκραναστηθεί. Κι αυτό χάρη στον προεκλογικό αγώνα της Linke (Αριστεράς) και των Πράσινων, που λόγω της αυθαίρετης αύξησης των ενοικίων έχουν προσδώσει –όπως και πραγματικά έχει– υπαρξιακή σημασία στο θέμα.

Σημεία των καιρών. Η αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, που περιλαμβάνει μ.α. τον τρόπο κατοίκησης, και ήταν παλιότερα ακόμα και από τον μαρξισμό ένας παραμελημένος οικονομικός τομέας, συναγωνίζεται επιτυχώς τις τελευταίες δεκαετίες τη βιομηχανική και αγροτική παραγωγή. Αντίστοιχα ισχυρές είναι και οι αντιφάσεις που προκαλούνται από την ανεξέλεγκτη ιδιωτική εκμετάλλευση αυτού του τομέα. Η αυξανόμενη έλλειψη προσβάσιμης στα χαμηλά βαλάντια στέγης έχει προκαλέσει ένα πρωτοφανές κίνημα διαμαρτυρίας των ενοικιαστών. Χωρίς να υποτιμάει το κλασικό εργατικό κίνημα, η Αριστερά στρέφεται παντού, λοιπόν, προς τα νέα αυτά κινήματα. Κι αυτό, όπως δείχνουν οι πρόσφατες εκλογικές επιτυχίες της στη Νέα Υόρκη και στο Γκρατς, με περισσή επιτυχία, κάτι που ίσως επαναληφθεί προσεχώς και στο Βερολίνο, αν επαληθευθούν οι δημοσκοπήσεις.

Κατά τα άλλα, η κοινωνικοποίηση είναι μια πονεμένη ιστορία στη Γερμανία. Ή μια ιστορία αποτυχιών, αρχής γενομένης με την αδυναμία επιβολής της στην επανάσταση του 1918/1919 μέχρι, όπως αναφέρθηκε ήδη, το ναυάγιο της εφαρμογής της στην Ανατολική Γερμανία. Όμως, υπάρχουν και χαρμόσυνες εξαιρέσεις, όπως λίγο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν όλος ο κόσμος, αριστεροί και δεξιοί, ανακάλυψαν ξαφνικά τα καλά της «κοινοκτημοσύνης». Το κορυφαίο και πιο αξιοπερίεργο ιστορικό παράδειγμα είναι το πρόγραμμα που αποφάσισε το 1947, σε συνέδριό του στο Άαλεν, το χριστιανοδημοκρατικό κόμμα. Σε αυτό, αφού διαπιστώνεται καταρχάς ότι «το καπιταλιστικό σύστημα δεν ανταποκρίθηκε στις κρατικές και ζωτικές ανάγκες του γερμανικού λαού», εγείρεται το αίτημα, μ.α., για κρατικοποίηση των ορυχείων και της μεγαλοβιομηχανίας σιδήρου.

Περασμένα ξεχασμένα. Δυο χρόνια αργότερα, υπό την επήρεια του ψυχρού πολέμου και ιδίως των Ηνωμένων Πολιτειών, που ήταν η κύρια δύναμη κατοχής στη Δυτική Γερμανία, οι Χριστιανοδημοκράτες είχαν επανέλθει στην τάξη, ομνύοντας τώρα στην καπιταλιστική «κοινωνική οικονομία της αγοράς». Μόνο που αυτό δεν ήταν η τελευταία λέξη της κοινωνικοποίησης. Αυτή ειπώθηκε το 1949, όταν οι Σοσιαλδημοκράτες επέβαλαν, ύστερα από σκληρές πολιτικές μάχες, στο σύνταγμα το φαμόζο άρθρο 15. Σήμερα, οι ίδιοι Σοσιαλδημοκράτες, σε μια νέα έξαρση παρακμής, επιχειρούν μαζί με τους συγκυβερνώντες Χριστιανοδημοκράτες την κατάργηση αυτού του άρθρου.

Η «καυτή» πλευρά του θέματος: Με το δημοψήφισμα στο Βερολίνο «παντρεύονται» για πρώτη φορά επιτυχώς το σύνταγμα με ένα ισχυρό κοινωνικό κίνημα. Τα κοινωνικά κινήματα μπορούν μεν να παλεύουν –όπως συνήθως– και χωρίς συνταγματικά στηρίγματα, όμως η ύπαρξη των τελευταίων αποτελεί ανεκτίμητο πλεονέκτημα. Το Βερολίνο ανοίγει τον δρόμο για τη σφαγή κι άλλων αστικών ιερών αγελάδων, των μόνων που πολιτικά, οικολογικά και γαστρονομικά θα έπρεπε να θυσιαστούν στον βωμό του γενικού καλού.

Credits Φωτογραφίας: PeterDargatz / pixabay.com