Λιγότερα σχολεία, περισσότερες ανισότητες  

Όταν η υπογεννητικότητα αξιοποιείται από την κυβέρνηση για να συρρικνώνεται το σχολικό δίκτυο

 Η Ελλάδα βρίσκεται αντιμέτωπη με μια βαθιά δημογραφική πρόκληση. Οι γεννήσεις μειώνονται, ο πληθυσμός γερνά και πολλές περιοχές της περιφέρειας βλέπουν τον μαθητικό τους πληθυσμό να συρρικνώνεται. Το δημογραφικό πρόβλημα, όμως, δεν αποτυπώνεται μόνο στις στατιστικές. Φτάνει μέχρι την πόρτα του σχολείου και μετατρέπεται σε καθημερινή πραγματικότητα για μαθητές, γονείς και εκπαιδευτικούς. Η μια όψη του νομίσματος είναι το κλείσιμο σχολικών μονάδων στην περιφέρεια, η άλλη, η συρρίκνωση των σχολικών μονάδων στα αστικά κέντρα.

 Σε ό,τι αφορά την περιφέρεια, δεν υποστηρίζουμε ότι κάθε μικρό σχολείο πρέπει να διατηρείται ανεξάρτητα από τις πραγματικές συνθήκες. Υποστηρίζουμε, όμως, ότι η απόφαση για κατάργηση ενός σχολείου δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνον ως ζήτημα αριθμών και κόστους. Πίσω από κάθε αριθμό μαθητών υπάρχουν οικογένειες, ανάγκες, αποστάσεις, τοπικές ιδιαιτερότητες ‒και κυρίως‒ το μέλλον μιας ολόκληρης περιοχής. Αν η υπογεννητικότητα αποτελεί μία από τις μεγαλύτερες προκλήσεις της χώρας, τότε η πολιτεία χρειάζεται να αναρωτηθεί αν η συρρίκνωση των σχολείων είναι πράγματι η μόνη απάντηση. Ή αν, αντίθετα, το σχολείο μπορεί να αποτελέσει μέρος της λύσης. Χρειάζεται μια διαφορετική οπτική: να μη ρωτάμε μόνο «πόσα παιδιά έχει σήμερα το χωριό για να δικαιολογείται το σχολείο;», αλλά και «τι χρειάζεται το χωριό για να μπορεί αύριο να έχει περισσότερα παιδιά;»

Από τις δώδεκα στις έξι τάξεις

 Αλλά και στα αστικά κέντρα η υπογεννητικότητα αντιμετωπίζεται από την κυβέρνηση ως μια καλή ευκαιρία για τη συρρίκνωση των σχολείων. Με βασικό «εργαλείο» τον αριθμό των μαθητών στην τάξη, καταργεί τμήματα σχεδόν σε κάθε σχολική μονάδα. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είχε κάνει ένα, ανολοκλήρωτο, βήμα σε θετική κατεύθυνση: είχε μειώσει τον αριθμό μαθητών που χωρίζεται μια τάξη από 25 σε 22 για τα νηπιαγωγεία και για τις δυο πρώτες τάξεις του δημοτικού σε όσες σχολικές μονάδες υπήρχαν διαθέσιμες αίθουσες. Παράλληλα, είχε εξαγγείλει την επέκταση του μέτρου αυτού και στις υπόλοιπες τάξεις του δημοτικού και του γυμνασίου. Ένα από τα πρώτα νομοθετικά μέτρα που πήρε η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας όταν επανήλθε, το 2019, ήταν η αύξηση του αριθμού των μαθητών ανά τμήμα στα νηπιαγωγεία και στις δυο πρώτες τάξεις του δημοτικού από 22 σε 25. Μάλιστα, προχώρησε ακόμα παραπέρα: αν στην τάξη ενός σχολείου υπάρχουν από 26 έως 29 μαθητές, ο/η διευθντής/ντρια του σχολείου είναι υποχρεωμένος/η να στείλει σε όμορα σχολεία τόσους μαθητές ώστε να μείνουν 25 στο σχολείο και να δημιουργηθεί μια τάξη. Και αν σε πολλές διευθύνσεις εκπαίδευσης δεν εφαρμόστηκε αυστηρά αυτή η νομοθετική πρόβλεψη στις ήδη συγκροτημένες τάξεις, αφού η κοινωνική κατακραυγή και το πολιτικό κόστος αποτελούν αποτρεπτικούς παράγοντες για κάτι τέτοιο, εφαρμόστηκε απαρέγκλιτα στη συγκρότηση των πρώτων τάξεων του δημοτικού: κανένα σχολείο δεν μπορεί να έχει δύο τμήματα στην πρώτη τάξη αν οι μαθητές του σε αυτήν την τάξη δεν είναι τουλάχιστον 30. Με αυτόν τον τρόπο εξαρχής «μπαίνει το νερό στο αυλάκι» και, αξιοποιώντας την υπογεννητικότητα, οδηγούμαστε σε συρρίκνωση των σχολείων από δωδεκαθέσια, ολοταχώς, σε εξαθέσια. Παρατηρείται έτσι το φαινόμενο ο αριθμός των μαθητών στο σχολείο να μικραίνει ενώ την ίδια στιγμή ο αριθμός των μαθητών σε μια τάξη να μεγαλώνει.  

Τα «ξεχωριστά σχολεία»

 Δεν χρειάζεται να είναι κανείς ιδιαίτερα εξοικειωμένος με την εκπαιδευτική πραγματικότητα για να αντιληφθεί τα προβλήματα που δημιουργούνται σε μια τάξη με 25 μαθητές στη σημερινή εκπαιδευτική και κοινωνική πραγματικότητα. Το σχολείο δυσκολεύεται όλο και περισσότερο να συμβάλει στην άμβλυνση των μορφωτικών και κοινωνικών ανισοτήτων αφού δεν μπορεί να υποστηρίξει τους μαθητές που έχουν μεγαλύτερη ανάγκη τη στήριξη στο σχολείο. Αποτέλεσμα αυτών των δυσκολιών είναι η τάση των γονέων να αναζητούν όλο και περισσότερο είτε ένα «καλύτερο σχολείο» είτε όποιες λύσεις προσφέρει η «αγορά». Σε αυτήν την ανάγκη επιχειρεί να απαντήσει η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας δημιουργώντας «ξεχωριστά σχολεία» σε κάθε περιοχή, όπως υποτίθεται ότι είναι τα πρότυπα. Την ίδια στιγμή, τα «κέντρα μελέτης» ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια δίπλα στα δημόσια σχολεία προφέροντας ακριβές λύσεις υποστήριξης και απασχόλησης των μαθητών.

 Το σχολείο είναι κοινωνικός θεσμός. Στο χωριό, μπορεί να αποτελεί έναν από τους τελευταίους πυρήνες ζωής μιας κοινότητας. Στην πόλη, μπορεί να αποτελεί για ένα παιδί από μια οικονομικά ασθενέστερη οικογένεια τη σημαντικότερη δημόσια υποδομή που έχει στη διάθεσή του για να αποκτήσει ίσες ευκαιρίες. Γι’ αυτό το πραγματικό ερώτημα δεν είναι μόνον πόσα σχολεία «αντέχει» η δημογραφική πραγματικότητα. Είναι τι σχολείο χρειάζεται η κοινωνία για να μην αναπαράγονται οι ανισότητες. Ακόμη περισσότερο: το σχολείο πρέπει να ενδιαφέρεται, πέρα από την προσφορά ίσων ευκαιριών σε όλους τους μαθητές, για την ισότητα στα εκπαιδευτικά αποτελέσματα. Με άλλες λέξεις, πρέπει να υποστηρίζει τους μαθητές ανάλογα με τις ανάγκες του καθενός ώστε να υπάρχουν τα ίδια μορφωτικά αποτελέσματα. 

 Το πραγματικό ερώτημα που τίθεται είναι αν η υπογεννητικότητα θα αποτελέσει ευκαιρία για περισσότερη υποστήριξη των μαθητών, παροχή καλύτερων ευκαιριών εκπαίδευσης σε όλους ή ευκαιρία για περιορισμό του σχολικού δικτύου και ένα ακόμα βήμα για την όξυνση των κοινωνικών και μορφωτικών ανισοτήτων.  Η απάντηση στο δίλλημα είναι προφανής τόσο για την κυβέρνηση Μητσοτάκη όσο και για το εκπαιδευτικό κίνημα.

φωτό: ΤΑΤΙΑΝΑ ΜΠΟΛΑΡΗ/EUROKINISSI