Μαθήματα από την ιστορία της τεχνολογίας, για την Τεχνητή Νοημοσύνη

Στην ιστορία του καπιταλισμού, η περιοδολόγηση των βιομηχανικών επαναστάσεων συμπίπτει με την ανάδειξη «νέων τεχνολογικών συστημάτων». Οι Chris Freeman και Carlota Perez αναγνώρισαν τον δομικό χαρακτήρα στη διαδοχή αυτών των «τεχνο-οικονομικών» παραδειγμάτων και ανέδειξαν τον μηχανισμό σύνδεσής του με τις δομικές κρίσεις του καπιταλισμού και τις τεκτονικές γεωπολιτικές αλλαγές. Επισημαίνουν τη δυναμική του ρόλου του βιομηχανικού και χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου, στο πλαίσιο κάθε μετάβασης και πώς συνδέονται με τις οικονομικές κρίσεις, τις οποίες θεωρούν κρίσεις δομικής προσαρμογής.

Σημαντική αναλυτική αξία έχει η επισήμανση ότι σε κάθε περίοδο ένας κρίσιμος πόρος γίνεται όλο και περισσότερο διαθέσιμος με όλο και μικρότερο κόστος: συνοπτικά, η ενέργεια στις διάφορες μορφές της στις τέσσερις πρώτες βιομηχανικές επαναστάσεις και η πληροφορία –επεξεργασία, αποθήκευση και μετάδοση αρχικά και εξόρυξη και πρόβλεψη– σήμερα. Καθώς μειώνεται το κόστος και αυξάνεται η διαθεσιμότητα, ο κρίσιμος παράγοντας ενσωματώνεται όλο και περισσότερο στο προϊόν και στην παραγωγική διαδικασία. Σχηματικά σε κάθε περίοδο ισχύει μία μορφή του «νόμου του Moore» που «προέβλεψε» το 1965 ότι το κόστος επεξεργασίας της πληροφορίας θα μειώνεται στο μισό κάθε 18 μήνες. Αυτό θέτει σε κίνηση το «παράδοξο του Jevons» που παρατήρησε ότι καθώς το κόστος του πόρου μειώνεται, η χρήση του αυξάνεται τόσο που υπερβαίνει κατά πολύ την εξοικονόμηση που εξασφαλίζει η τεχνική αλλαγή (η βελτίωση της αποδοτικότητας καύσης αύξησε αντί να μειώσει τη χρήση άνθρακα και αργότερα των άλλων πηγών ενέργειας).

Στην περίπτωση της Τ.Ν., η μείωση του κόστους και η διαθεσιμότητα αφορά την «πρόβλεψη», τη δυνατότητα δηλαδή να αναλύουμε δεδομένα και να προβλέπουμε, να «εξορύσσουμε» αξία από τα δεδομένα.

Μείωση κόστους

Γνωρίζουμε σήμερα ότι ήδη από την πρώτη πληροφορική επανάσταση –των μικροεπεξεργαστών, των υπολογιστικών φύλλων, των βάσεων δεδομένων, του διαδικτύου και των κοινωνικών δικτύων– μειώνεται συνεχώς το κόστος παραγωγής, αποθήκευσης, μετάδοσης και επεξεργασίας της πληροφορίας. Αυτό οδήγησε στην «πληροφορικοποίηση», στην αυτοματοποίηση και την παραγωγή δεδομένων. Η πληροφορία αποτελεί όλο και μεγαλύτερο μέρος του κόστους (και της αξίας) του προϊόντος: οχήματα, τηλέφωνα, οικιακές συσκευές, εργοστάσια έγιναν έξυπνα. Η Perez επισημαίνει ότι οι αλλαγές δεν αφορούν μόνο την παραγωγή και το προϊόν, αφορούν κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής: τη διασκέδαση, την κατανάλωση, την εκπαίδευση, τον τρόπο ζωής. Ο ηλεκτρισμός δεν άλλαξε μόνο το εργοστάσιο, άλλαξε τον χρόνο στο σπίτι και στην πόλη, τις σχέσεις των φύλων στο νοικοκυριό.

Καθώς η Τ.Ν. εξελίσσεται υποψιαζόμαστε πως μπορούμε να προβλέψουμε και να διαμορφώσουμε την εξέλιξή της και τις επιπτώσεις της. Βλέπουμε ήδη αλλαγές στον τρόπο μελέτης, σχεδιασμού, στον προγραμματισμό, στην ιατρική, στον πόλεμο.

Τι γνωρίζουμε από τις προηγούμενες τεχνολογικές επαναστάσεις για την επίδραση στην εργασία;

Πρώτον, ότι εξοικονομήθηκαν όχι θέσεις αλλά χρόνος εργασίας. Έτσι από το 1950 μέχρι σήμερα το ΑΕΠ στην Ευρώπη πολλαπλασιάστηκε, αλλά οι ώρες εργασίας έμειναν σχεδόν σταθερές. Αντίθετα, η απασχόληση αυξήθηκε. Το μέρισμα της εργασίας στην τεχνολογική εξέλιξη αυξήθηκε κυρίως χάρη στη μείωση του χρόνου πλήρους απασχόλησης (40ωρο) και συνολικά στο μεταπολεμικό κοινωνικό συμβόλαιο.

Δεύτερον, το περιεχόμενο της εργασίας έχει αλλάξει. Σήμερα περισσότερο από το 60% των εργαζομένων στις ΗΠΑ εργάζονται σε επαγγέλματα που δεν υπήρχαν το 1940. Οι μελετητές πλέον εστιάζουν στα καθήκοντα μιας εργασίας. Έτσι, μπορούμε να κατανοήσουμε γιατί ενώ αναμένονταν να υποκατασταθούν οι ακτινολόγοι, η απασχόλησή τους αυξάνεται με την Τ.Ν.

Αξίζει να επισημανθεί η θεμελιώδης διαφορά των δύο πιο πρόσφατων τεχνολογικών επαναστάσεων από τις προηγούμενες. Οι πρώτες τέσσερις αφορούσαν την ενέργεια, δηλαδή τη μόχλευση της χειρωνακτικής δύναμης του ανθρώπου. Δεν αυξήθηκε απλά η δύναμη και η ταχύτητα, έγιναν εφικτές νέες δυνατότητες, όπως η πτήση. Με την πληροφορική, μοχλεύεται η νοητική εργασία. Με την Τ.Ν. περνάμε από τον απλό υπολογισμό και αυτοματισμό στη μηχανική μάθηση και τη στατιστική –για την ώρα– πρόβλεψη.

Το ερώτημα είναι πώς και ποιων οι νοητικές δυνατότητες θα επαυξηθούν. Ο Γάλλος πρωτοπόρος της Τ.Ν., Yann LeCun, επεσήμανε ότι σήμερα η Τ.Ν. δεν έχει την ευφυΐα να προβλέπει τις συνέπειες των επιλογών και των ενεργειών της. Μπορούμε να πούμε ότι την έχουν οι άνθρωποι; Ο Μαρξ δεν επισήμανε την αντίφαση της ατομικιστικής λογικής του; Η κλιματική και περιβαλλοντική κρίση είναι τρανταχτές ενδείξεις αυτού του ελλείμματος συλλογικής ευφυΐας. Το ζήτημα είναι για τίνος την ευφυΐα και το όφελος θα εξελιχθεί η Τ.Ν.

Συνεπώς, το ζήτημα της τεχνολογικής κυριαρχίας δεν αφορά απλά την ιδιοκτησία των data centers ή των δεδομένων. Αφορά τον δημοκρατικό καθορισμό τού ποια δεδομένα παράγονται και τον δημόσιο έλεγχο της χρήσης τους. Δεν αφορά την υπολογιστική νοημοσύνη, αλλά την κριτική ευφυΐα που θα καθορίσει τις ερωτήσεις βάσει των οποίων θα παραχθούν τα δεδομένα, οι προβλέψεις και οι κυρίαρχες αφηγήσεις. Η μόχλευση της νοητικής ικανότητας προϋποθέτει τη μόρφωση, τη συλλογική γενική ευφυΐα, ώστε οι ερωτήσεις να έχουν το απαιτούμενο κοινωνικό πρόσημο. Γι’ αυτό και η δημόσια εκπαίδευση και ο επιστημονικός αλφαβητισμός αποτελούν κρίσιμη κοινωνική επένδυση.

Η Τ.Ν. βρίσκεται σε προ-παραδειγματικό στάδιο. Δεν έχει διαμορφωθεί ένα κυρίαρχο παράδειγμα που θα συνέχει το τεχνικό σύστημα με την οικονομία και την κοινωνία. Πολλά είναι ακόμη μαχητά και αμφισβητήσιμα. Η πρόσφατη ιστορία δείχνει ότι η κυριαρχία δεν εξασφαλίζει το αλάνθαστο. Οι αντιφάσεις και οι αντιθέσεις δεν θα πάψουν. Και η Τ.Ν. εξαρτάται από την ανάπτυξη της παραγωγικής δύναμης της εργασίας.

Πόσο γρήγορα θα επηρεάσει η Τ.Ν. την οικονομία και την κοινωνία;

Η ιστορία του ηλεκτρισμού μάς δείχνει ότι αυτό δεν είναι τόσο απλό. Για να εξηλεκτριστεί η παραγωγή δεν αρκούσε να αλλάξει ο ατμολέβητας. Έπρεπε να αλλάξουν όλα τα μηχανήματα, τα δίκτυα και να ξανασχεδιαστεί η παραγωγή. Χρειάζονταν ηλεκτρολόγοι, εγκαταστάτες, χειριστές και παραγωγοί των καινούργιων μηχανών, την ώρα που οι παλιές ακόμη δούλευαν και ίσως και να μην είχαν αποσβεστεί. Η δομική αδράνεια του συστήματος είναι πολλαπλή.

Γνωρίζουμε από την ανάλυση του Hughes για την εξέλιξη των τεχνολογικών συστημάτων ότι η κατεύθυνσή της εξαρτάται από τον τρόπο με τον οποίο επιλύονται οι «αδύναμοι κρίκοι». Για παράδειγμα σήμερα στην ενέργεια τέτοιοι είναι η αποθήκευση και η ευφυΐα των δικτύων. Οι λύσεις που θα αναπτυχθούν, στην τεχνολογία μπαταριών για παράδειγμα, θα επηρεάσουν τη γεωπολιτική των σπάνιων γαιών και κρίσιμων υλικών. Αντίστοιχα, στην Τ.Ν. εξελίξεις στη δομή των υπολογιστικών συστημάτων, την τεχνολογία των επεξεργαστών (οπτικοί, κβαντικοί κ.λπ.), στο θεσμικό πλαίσιο θα επηρεάσουν τη μορφή της και τις επιπτώσεις της.

Κάθε τεχνολογική αλλαγή έχει νόημα όταν εξοικονομεί εργασία (ανθρώπινο κόπο), κεφάλαιο και ενέργεια. Οι συνέπειες όμως δεν είναι αυτονόητες. Η βελτίωση της ενεργειακής αποδοτικότητας της Τ.Ν. θα αυξήσει τη χρήση της, άρα και τη ζήτηση. Από την άλλη, είναι εύλογο ότι η χρήση της Τ.Ν. στην οικονομία θα μειώσει τη συνολική κατανάλωση ενέργειας. Το ερώτημα είναι πόσο σύντομα θα γίνει το δεύτερο και αν στο μεταξύ θα έχει επιδεινωθεί η κλιματική κρίση.