Λουί Αλτουσέρ «Για την αναπαραγωγή: Ιδεολογία και ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους», μετάφραση: Τάσος Μπέτζελος, εκδόσεις: Εκτός Γραμμής, 2025
Ένας ακόμα σπουδαίος τίτλος στη σειρά των έργων του Λουί Αλτουσέρ μας έρχεται από τις εκδόσεις Εκτός Γραμμής, με τη γνωστή εκδοτική φροντίδα που τις χαρακτηρίζει: το εκτεταμένο κείμενο, στο μεγαλύτερο μέρος του ανέκδοτο μέχρι το 1995, με τίτλο «Για την αναπαραγωγή: Ιδεολογία και ιδεολογικοί μηχανισμοί του κράτους», σε έναν τόμο που περιλαμβάνει επίσης τον πρόλογο του Ετιέν Μπαλιμπάρ για την επανέκδοση του έργου το 2011, καθώς και την εισαγωγή του επιμελητή της γαλλικής έκδοσης, Ζακ Μπιντέ, όλα σε αξιόπιστη και ρέουσα μετάφραση του Τάσου Μπέτζελου.
Από το εν λόγω κείμενο ο Αλτουσέρ είχε αντλήσει ένα ιδιόμορφο και μάλλον ετερόκλιτο κολλάζ αποσπασμάτων, το οποίο δημοσίευσε ως άρθρο στην επιθεώρηση La Pensée το 1970, απαράκαμπτο εδώ και δεκαετίες για κάθε σοβαρή απόπειρα διερεύνησης της ιδεολογίας. Το άρθρο αυτό, ήδη γνωστό στο ελληνικό κοινό, περιλαμβάνεται στον νέο τόμο ως οιονεί παράρτημα.
Το αρχικό κείμενο γράφτηκε, με εξαιρετική ταχύτητα και με έντονη την αίσθηση του επείγοντος, την επαύριο του Μάη του 68, εκείνης της ανεπανάληπτης εξεγερσιακής έκρηξης, πυροδοτημένης από κινήματα και κοινωνικές κατηγορίες που εδράζονταν στο λεγόμενο «εποικοδόμημα», κινητοποιώντας ωστόσο ευρύτατες εργατικές μάζες, και κλονίζοντας λίγο ως πολύ τις κοινωνίες όλου σχεδόν του κόσμου, συμπεριλαμβανομένου και του τότε «σοσιαλιστικού στρατοπέδου», κατά κάποιο τρόπο αδιαφορώντας αυθάδικα για τις διαφορές στις αντίστοιχες «βάσεις».
Ακόμα και για τον Αλτουσέρ, που είχε ήδη επεξεργαστεί την έννοια του επικαθορισμού της κοινωνικής δομής, αναγνωρίζοντας ότι οι διαφορετικές βαθμίδες του εποικοδομήματος δεν αποτελούν απλώς εκφράσεις ή αντανακλάσεις της οικονομικής υποδομής αλλά διακρίνονται για την απερίσταλτη δραστικότητά τους στη συγκρότηση και την ιστορικότητα του κοινωνικού, η εμπειρία αυτή (που βιώθηκε επιπλέον και ως ένα πλεόνασμα «υποκειμενικότητας», ικανού να διακινδυνεύσει τους μηχανισμούς κοινωνικής αναπαραγωγής πέραν κάθε δομικής εγγύησης) έθετε νέες θεωρητικές προκλήσεις στον λεγόμενο «δομιστικό» μαρξισμό του.
Ανανέωση και «επικαιροποίηση» του μαρξισμού
Η Αναπαραγωγή υπήρξε λοιπόν η εν θερμώ απόπειρα του Αλτουσέρ να ανταποκριθεί στα θεωρητικά αιτήματα της συγκυρίας με μια ρηξικέλευθη ανανέωση και «επικαιροποίηση» της μαρξιστικής θεωρίας για το κράτος και τον απαράκαμπτο ρόλο του κράτους στην αναπαραγωγή των κεφαλαιοκρατικών σχέσεων παραγωγής, διευρύνοντας αποφασιστικά την έννοια έτσι ώστε ο προφανής κατασταλτικός κρατικός μηχανισμός να συμπληρώνεται από ό,τι ο ίδιος μας έμαθε να σκεφτόμαστε έκτοτε ως τους «ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους». Η πληθυντικότητα των τελευταίων, όπου περιλαμβάνονταν πολλοί και ετερόκλητοι θεσμοί της «κοινωνίας των πολιτών» που έμοιαζαν αυτονοήτως να λειτουργούν στην ιδιωτική σφαίρα (την ίδια στιγμή, ωστόσο, που προσδιορίζονταν ως μηχανισμοί του κράτους), διάνοιγε χώρο συζήτησης –μεταξύ άλλων– με τη γκραμσιανή έννοια της ηγεμονίας αλλά και τις σύγχρονες τότε επεξεργασίες του Φουκώ για την εξουσία. Κυρίως, όμως, έδωσε λαβή για την πλέον καινοτόμο αιχμή του όλου κειμένου, που του επέτρεψε να προβληματοποιήσει την τόσο οικεία, αλλά και μονίμως διαφεύγουσα για τη μαρξιστική σκέψη έννοια της ιδεολογίας. Στην αντίστοιχη ενότητα, πράγματι, ο Αλτουσέρ εισάγει τις προκλητικές θέσεις του για την «αιωνιότητα» της ιδεολογίας (που πλέον δεν αποτελεί έκφανση ή παραπροϊόν της «αλλοτρίωσης», ιστορικά προορισμένη να εκλείψει μαζί της), για την «υλική ύπαρξη» και τη σωματικότητα της ιδεολογίας και των «ιδεών» της (φέρνοντας την έννοια στα νοηματικά όριά της, αντλώντας από τη σπινοζική φιλοσοφία και δοκιμάζοντας έτσι τις επίμονες καρτεσιανές συντεταγμένες της νεωτερικής σκέψης) και για τη λειτουργία της ιδεολογίας να παράγει δια της «έγκλησης» την ίδια την υποκειμενικότητα των υποκειμένων (πριν ακόμα τα «εμποτίσει» με τα φενακιστικά περιεχόμενά της και τα καθυποτάξει), σε ευθεία συνομιλία με τις ανατρεπτικές εξελίξεις στη γαλλική σκέψη του ‘60.
Αυτό που μπορεί να φέρει σε αμηχανία, αλλά που αξίζει να το σκεφτούμε αφ’ εαυτού ως ξεχωριστό ερώτημα, είναι το γεγονός ότι αυτές οι καινοτόμες επεξεργασίες πήραν τη μορφή ενός οιονεί εγχειριδίου κομματικής επιμόρφωσης, που «μοιάζει να έρχεται από άλλη εποχή», όπως σημείωνε ήδη ο Μπιντέ στην πρώτη δημοσίευση του κειμένου, πάνω από 30 χρόνια πριν. Δεν είναι μόνο η επαναστατική υπεραισιοδοξία που το διαπερνά, την επαύριο του Μάη∙ είναι κυρίως ο «τριτοδιεθνιστικός» λόγος του, που μοιάζει να συνιστά υποχώρηση σε σχέση με τα απαιτητικά και πρωτοπόρα κείμενα του Αλτουσέρ της προηγούμενης περιόδου, με τα οποία πρωταγωνίστησε στη θεωρητική κοσμογονία εκείνης της δεκαετίας. Ας μην ξεχνάμε ότι, σε εκείνη την πρωτόγνωρη και σε πλήρη εξέλιξη συγκυρία, η αργή άμπωτη του εξεγερσιακού κύματος που είχε ήδη δρομολογηθεί αναπληρωνόταν από τη γενικευμένη βεβαιότητα ότι η επανάσταση ήταν πλέον στην ημερήσια διάταξη και καλούσε σε εγρήγορση απέναντι στις απαιτήσεις της. Στον κύκλο του Αλτουσέρ, αυτό επέτεινε την ισχυρή διαφωνία ή ακόμα και την καχυποψία προς μία από τις πλέον ακλόνητες σταθερές του: την παραμονή του στο γαλλικό ΚΚ, και έδρασε ως καταλύτης της ταχύτατης αποσύνθεσης του «αλτουσερισμού».
Αντιφάσεις και όρια
Όλα αυτά ίσως μας διευκολύνουν να προσεγγίσουμε μια φαινομενική αντίφαση: ενώ ο Αλτουσέρ δοκιμάζει τις παραδοσιακές αντοχές της μαρξιστικής θεωρίας, για να την καταστήσει όμως επαρκή προς τη συγκυρία (πολιτική και θεωρητική), την ίδια στιγμή, δια της κωδικοποίησης που αναγκαστικά ενέχεται σε ένα τέτοιο «στρατευμένο, διδακτικό κείμενο» (Μπιντέ), μοιάζει να την προϋποθέτει και να την υπερασπίζεται ως κλειστή, παγιωμένη και πλήρη. Αυτή η φαινομενικότητα, ωστόσο, δεν θα πρέπει να μας αποκρύψει ότι το κείμενο διαστίζεται από πληθώρα επισημάνσεων του Αλτουσέρ για κενά, για ελλείψεις, για χάσματα στη συστηματικότητα της θεωρίας που κωδικοποιεί (είναι απλώς «περιγραφική» θα πει επανειλημμένα, και μάλιστα αναφορικά με τα πιο κρίσιμα σημεία της), καταδεικνύοντας τον ανοιχτό και ανολοκλήρωτο χαρακτήρα της (και εξ αυτού τη γονιμότητά της) και δημιουργώντας τον θεωρητικό χώρο για ριψοκίνδυνες καινοτομίες που επερωτούν πολλές από τις ταυτοτικές βεβαιότητές της.
O Αλτουσέρ, λοιπόν, ενώ μοιάζει να πλειοδοτεί στον «μαρξισμό-λενινισμό», στην κατάφαση του ιστορικού και διαλεκτικού υλισμού, στη συνοχή και την ισχύ της μαρξιστικής θεωρίας, μετατοπίζει ήδη τον τρόπο με τον οποίο την κατανοούμε. Είμαστε ήδη στην πορεία που θα οδηγήσει σύντομα στην απερίφραστη κατάδειξη των ορίων του μαρξισμού, πολύ λίγα χρόνια πριν καλωσορίσει το ανοιχτό ξέσπασμα της εγγενούς αλλά συγκαλυμμένης κρίσης του και υποδείξει τα τυφλά σημεία του απέναντι στα πιο προνομιακά αντικείμενά του (ακριβώς «το κράτος, την ιδεολογία, την πολιτική, τις οργανώσεις της ταξικής πάλης») και πριν αμφισβητήσει το καθεστώς της μαρξιστικής φιλοσοφίας ως συγκροτημένης και συστηματικής θεωρίας (αναγνωρίζοντάς την ως ιδιάζουσα φιλοσοφική πρακτική ανυπόστατης χάραξης διακρίσεων). Πώς να μη σκεφτεί κανείς τον μακρινό του δάσκαλο, τον Σπινόζα, που κατ’ ανάλογο τρόπο, σχεδόν σε κάθε γραμμή που έγραψε, πλειοδοτούσε στον Θεό, αλλά για να μετασχηματίσει δραματικά κάθε κατεστημένη ιδέα γι’ αυτόν, για να τον καταργήσει ως διακριτό, υπερβατικό όν και να τον ταυτίσει με την ανοιχτή, άπειρη φύση, που παράγει και μετασχηματίζει διαρκώς τον εαυτό της, χωρίς αρχή και τέλος;
Η εξαιρετική αυτή έκδοση μας δίνει τη δυνατότητα, επιστρέφοντας σε μια καθοριστική φιλοσοφική παρέμβαση, που δεν έχει ακόμα εξαντλήσει τη γονιμότητά της, τοποθετώντας την στο ευρύτερο κείμενο από το οποίο προέρχεται αλλά και στο σύνθετο ιστορικό συγκείμενό της, να επιχειρήσουμε να ανοίξουμε το «μαύρο κουτί» τούτης της συναρπαστικής καμπής στη διαδρομή του Αλτουσέρ που, όπως το αγαπημένο του παράδειγμα του ραβδιού, μπόρεσε να παραμείνει ίσια μόνο λυγίζοντας διαρκώς προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, πάντα στην τεταμένη διασταύρωση πολιτικής και φιλοσοφίας.





