Θανάση Γάλλου «Η ιστορία της Τρομοκρατίας. Το Έτος V της Γαλλικής Επανάστασης (1793-1794)», εκδόσεις: Κέδρος, 2025

«Όταν η κυβέρνηση παραβιάζει τα δικαιώματα του λαού, η εξέγερση είναι για τον λαό το ιερότερο και το αναγκαιότερο των καθηκόντων». Η φράση αυτή, από το άρθρο 35 της Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και του Πολίτη του 1793, αποτελεί μία από τις πιο συμπυκνωμένες –και ταυτόχρονα πιο αμφίσημες– διατυπώσεις της επαναστατικής πολιτικής ηθικής: εκεί όπου η νομιμότητα παύει να εγγυάται την ελευθερία, η αντίσταση μετατρέπεται σε καθήκον. Δεν πρόκειται απλώς για μια ρητή πολιτική αρχή αλλά για ένα κανονιστικό όριο στο οποίο η σχέση ανάμεσα στην εξουσία, τη βία και τη λαϊκή κυριαρχία τίθεται υπό δοκιμασία.

Σε αυτό το εννοιολογικό πεδίο, που ως θεωρία των σχέσεων πολιτικής, κοινωνίας και κράτους ανάγεται τουλάχιστον στον Ύστερο Μεσαίωνα, εντάσσεται το βιβλίο του Θανάση Γάλλου, Η Ιστορία της Τρομοκρατίας. Το Έτος V της Γαλλικής Επανάστασης που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Κέδρος.

Το βιβλίο πραγματεύεται την πλέον ριζοσπαστική φάση της Γαλλικής Επανάστασης, την «Τρομοκρατία», μια περίοδο κατά την οποία η επαναστατική εξουσία, αντιμέτωπη με εξωτερικό πόλεμο, εσωτερικές αντεπαναστατικές εξεγέρσεις και έντονη κοινωνική αποσταθεροποίηση, κατέφυγε σε ακραία μέτρα πολιτικής και θεσμικής βίας στο όνομα της σωτηρίας της Δημοκρατίας. Σύντομα, ήδη από το 1794, η εμπειρία αυτή αποτέλεσε αντικείμενο έντονων πολιτικών και ιστοριογραφικών αντιπαραθέσεων, οι οποίες συνέβαλαν καθοριστικά στη συγκρότηση του όρου, των σημασιών και των ανανοηματοδοτήσεών του. Ας υπενθυμίσουμε εδώ πράγματα γνωστά: πως οι πρωταγωνιστές της Τρομοκρατίας άλλοτε εξυμνήθηκαν ως θεμελιωτές της δημοκρατικής ρήξης και άλλοτε καταγγέλθηκαν ως πρόδρομοι των σύγχρονων ολοκληρωτικών καθεστώτων.

Ιστορική και ερμηνευτική ανάλυση

Αν λοιπόν «η στιγμή 1793-1794» αποτελεί ένα από τα πλέον φορτισμένα επεισόδια της περιόδου 1789-1815, σε βαθμό που η σχετική βιβλιογραφία να αποκτά όχι σπάνια συγκρουσιακό χαρακτήρα, ο Θανάσης Γάλλος πιάνει το ιστοριογραφικό νήμα από την αρχή και μας προσφέρει μια στιβαρή ανάλυση σε μια προοπτική ιστορική και ταυτόχρονα ερμηνευτική. Ο τόνος αυτής της, σχεδόν μέρα τη μέρα, εξιστόρησης είναι από την πρώτη κιόλας σελίδα σαφής: «το 1793 ο σοσιαλισμός δεν ήταν ακόμα προαιώνιος εχθρός της πρωτοπορίας της αστικής τάξης. Ο κίνδυνος που αναδύθηκε ήταν ο μικροαστικός ριζοσπαστισμός, πρόδρομος των σοσιαλιστικών ιδεών. Πάνω σε αυτή την αντιπαράθεση εκτυλίχθηκε το δράμα της Τρομοκρατίας». Στο έργο, με άλλα λόγια, η έμφαση μετατοπίζεται εξαρχής στη δυναμική μιας κοινωνικής σύγκρουσης που, υπό συνθήκες κρίσης, κατέφυγε σε μορφές εξαναγκασμού προσλαμβάνοντας σαφώς πολιτικά και ταξικά χαρακτηριστικά.

Σε αυτό το πλαίσιο, και πατώντας στέρεα στην ιστοριογραφική παράδοση που αμφισβήτησε το «αστικοδημοκρατικό σχήμα» στην αναζήτηση των αιτίων της Γαλλικής Επανάστασης, ο Γάλλος αντιλαμβάνεται τη βία ως πολιτικό εργαλείο διαχείρισης σε ένα πλαίσιο διακυβέρνησης. Πάλι με τα δικά του λόγια: «περικυκλωμένη από τις στρατιές της μοναρχικής Ευρώπης [απειλούμενη από] τη[ν] εσωτερική αντεπανάσταση, [η Επανάσταση] ριζοσπαστικοποιήθηκε τάχιστα, επέβαλε την Τρομοκρατία και τα λαϊκά κοινωνικά μέτρα ενάντια στις επιταγές της αστικής πρωτοπορίας και κήρυξε τον ολοκληρωτικό πόλεμο στους εχθρούς της Δημοκρατίας, εσωτερικούς και εξωτερικούς» (σελ. 48). Η Τρομοκρατία, θα καταλήξει ο συγγραφέας, και αυτή η θέση διατρέχει ολόκληρο τον τόμο, συνιστούσε στην πραγματικότητα μια απόπειρα υπέρβασης του λεγόμενου «αστικού σταδίου» της Επανάστασης και μετάβασης σε μια ριζικά διαφορετική κατεύθυνση, μια απόπειρα που εξέφραζε τη βούληση ενός περιορισμένου επαναστατικού πυρήνα γύρω από τον Ροβεσπιέρο και τον Σαιν Ζυστ. Σε αυτό το περιβάλλον, η επαναστατική νομιμότητα θα μετασχηματιστεί από εγγύηση δικαιωμάτων σε μηχανισμό σωτηρίας και από κανονιστικό πλαίσιο σε καθεστώς εξαίρεσης. Η Τρομοκρατία συγκροτείται έτσι ως ρυθμιζόμενη πρακτική εξουσίας, ενταγμένη σε συγκεκριμένες διαδικασίες και θεσμικές ακολουθίες και όχι ως άναρχη έκρηξη των πληβειακών στρωμάτων.

Το σχήμα δεν είναι απλό· το αντίθετο. Καλεί κάθε αναγνώστη να αντιληφθεί την πολυπλοκότητα των κοινωνικών και οικονομικών δυναμικών που χαρακτήριζαν έναν κόσμο σε μετασχηματισμό, να αναστοχαστεί δηλαδή επάνω στους όρους παραγωγής της πολιτικής. Ακόμα περισσότερο, η ρέουσα, σχεδόν παλλόμενη, αφήγηση του συγγραφέα μάς οδηγεί να επιστρέψουμε, τελικά, στο ίδιο το περιεχόμενο της έννοιας «Επανάσταση», στις προϋποθέσεις γέννησης της ιστορικής διαδικασίας με όρους τομής αλλά και συνέχειας – oι σελίδες για τους ανταγωνισμούς στο εσωτερικό του γιακωβινικού στρατοπέδου αλλά και για τους μήνες που ακολούθησαν το πραξικόπημα της 9ης Θερμιδώρ είναι από τις συναρπαστικότερες του βιβλίου, καθιστώντας ορατές τις εσωτερικές αμφισημίες, τους δισταγμούς αλλά και τις εναλλακτικές δυνατότητες της επαναστατικής εμπειρίας.

Η διανοητική σκευή του Γάλλου αναπτύσσεται με υποδειγματική συνέπεια στις περισσότερες από πεντακόσιες σελίδες του βιβλίου και έλκει την καταγωγή της από τη λεγόμενη μαρξιστική –ή ακριβέστερα κοινωνική– ιστοριογραφία της Γαλλικής Επανάστασης. Η γενεαλογία αυτής της προσέγγισης εκτείνεται από τους πρώιμους σοσιαλιστές ιστορικούς, όπως ο Jean Jaurès και ο Albert Mathiez, έως τη μεταγενέστερη σχολή των Georges Lefebvre και Albert Soboul. Σε αυτή τη γραμμή ανάγνωσης, η Επανάσταση νοείται πρωτίστως ως κοινωνική διαδικασία, ενώ η Τρομοκρατία ερμηνεύεται μέσα από τις δομικές πιέσεις, τις ταξικές συγκρούσεις και τις συλλογικές δυναμικές που τη διαμόρφωσαν, χωρίς να ανάγεται σε προϊόν μεμονωμένων πολιτικών επιλογών ή προσωπικών στρατηγικών – βλέπε Ροβεσπιέρος, η αποκατάσταση της εικόνας του οποίου, στη βάση των εργασιών του Albert Mathiez, είναι από τους καταστατικούς στόχους του βιβλίου.

Και όχι μόνο. Συνεπής στην ανάγνωσή του, ο Γάλλος μελετά τον ρόλο των Αβράκωτων, τις πιέσεις για κοινωνικά και οικονομικά μέτρα, τη στρατιωτική αναδιοργάνωση καθώς και πολιτικές όπως το Maximum Général ή η αποχριστιανοποίηση, σε μια προοπτική κατανόησης της Τρομοκρατίας ως εμπειρίας μαζικής πολιτικοποίησης που κατέστησε κάθε υποψία επιστροφής στο παρελθόν αδύνατη. Πρόκειται ακριβώς για την ώρα που θριαμβεύει ο ευθύγραμμος, μη-επαναλήψιμος χρόνος. Εδώ η αναφορά έχει σημασία: διότι, πέραν των επιμέρους ερμηνειών, εγκιβωτίζει την κρίσιμη στιγμή που ανήγαγε τη Γαλλική Επανάσταση σε σημείο ρήξης της χρονικότητας και, κατά συνέπεια, της ιστορικότητας. Στο εξής το 1789 (αξεδιάλυτο από το 1792, το 1794 ή το 1799) θα σηματοδοτεί την έναρξη μιας νέας ιστορικής περιόδου.

Συνέπειες και όρια

Η εγγραφή στη μακρά κοινωνική ιστοριογραφία της Γαλλικής Επανάστασης προσδίδει στο βιβλίο συνοχή και γοητεία. Ταυτόχρονα, όμως, κάποιες φορές υπονοεί μια διολίσθηση σε μια ερμηνευτική λογική «ιστορικής αναγκαιότητας» (ο όρος εμφανίζεται αρκετά συχνά), η οποία υποβαθμίζει φαινόμενα και παράγοντες που η σύγχρονη ιστοριογραφία, όχι μόνο η λεγόμενη «αναθεωρητική», τοποθετεί δίπλα στην ορθόδοξη ανάλυση: παλαιότερες μελέτες «των νοοτροπιών» γύρω από την καθημερινή ζωή, τις προσλήψεις της εξουσίας, της ιστορίας και της θρησκείας, το σχήμα των διαφορετικών Επαναστάσεων μέσα στην Επανάσταση (που εισήγαγε ο Georges Lefebvre), η έννοια του «εμφυλίου πολέμου» ως ερμηνευτικού πλαισίου για την Τρομοκρατία όπως την εισηγήθηκε μεταξύ άλλων η Annie Jourdan, ακόμα και οι πιο «πολιτισμικές» αναλύσεις της Lynn Hunt, του David Bell και του Antoine Lilti, παρότι παρούσες ως ηχώ, εντάσσονται δευτερευόντως στην κύρια ερμηνευτική γραμμή της ανάλυσης των, χωρίς αμφιβολία πανταχού παρουσών, κοινωνικών συνθηκών.

Παρά όποιες επιμέρους παρατηρήσεις, που αφορούν περισσότερο την αναλυτική ιεράρχηση παρά τη συνολική ανάγνωση, ο συγγραφέας επιλέγει συνειδητά να μην καταλήξει σε μια εξομαλυντική σύνθεση ή σε μια αναδρομική αποτίμηση. Αντιθέτως, μετατοπίζει το ερώτημα και στρέφει την ανάλυση προς τις συνέπειες που παρήγαγε η Τρομοκρατία στο ίδιο το σώμα της επαναστατικής διαδικασίας. Σε αυτό το επίπεδο, το κείμενο λειτουργεί περισσότερο ως πεδίο ελέγχου του ερμηνευτικού του σχήματος παρά ως χώρος τελικής αποτίμησης. Μέσα από τη διάρρηξη των πολιτικών συσχετισμών, την αποσύνθεση των δικτύων και την αδυναμία ανασυγκρότησης μιας συλλογικής επαναστατικής δυναμικής, η ιστορική εμπειρία παρουσιάζεται στην υλικότητά της με έμφαση στην κατανόηση των όρων και των ορίων μέσα στους οποίους η Τρομοκρατία συγκροτήθηκε ως πολιτική επιλογή.

Η Ιστορία της Τρομοκρατίας του Θανάση Γάλλου δεν επιχειρεί ούτε να εξαγνίσει τη βία ούτε να την καταδικάσει εκ των προτέρων· επιδιώκει να την καταστήσει ιστορικά νοήσιμη, ανοίγοντας μια χωρίς αμφιβολία γόνιμη συζήτηση για τα όρια της επαναστατικής πολιτικής και της δημοκρατικής εξουσίας.