in memoriam Γιώργου Σταυριανού (1948–2026)

«Έφυγε» ο συνθέτης της πηγαίας μελωδικότητας

Ως αφετηρία για να πούμε το οτιδήποτε για τον Γιώργο Σταυριανό –ο οποίος έφυγε από τη ζωή την Πέμπτη, 23 Ιουλίου, σε ηλικία 77 ετών– αντιλαμβάνομαι ένα πράγμα: ότι είναι ο μεγαλύτερος έλληνας συνθέτης από όσους ξεκίνησαν να δημιουργούν τη δεκαετία του ’80. Είναι, δηλαδή, ο μεγαλύτερος έλληνας συνθέτης των τελευταίων 45 χρόνων. «Μα», θα πείτε, «τι είναι αυτά τα μπακαλίστικα, αξιολογήσεις καφενείου λες και είναι πρωτάθλημα ποδοσφαίρου η τέχνη» και μπορεί να έχετε δίκιο. Από την άλλη, όμως, καλό είναι στην τέχνη να αντιλαμβανόμαστε τα μεγέθη, τη σημασία του έργου, τη συνεισφορά του κάθε δημιουργού, να ξέρουμε τέλος πάντων για ποιο πράγμα μιλάμε και για την κλίμακά του. Και υπάρχει πράγματι η υποκειμενική διάσταση, το «μ’ αρέσει, δε μ’ αρέσει», αλλά υπάρχει και μια κάπως αντικειμενική διάσταση που ξεφεύγει από γούστα και ακουμπάει στην ουσία, το περιεχόμενο, τα χαρακτηριστικά του έργου.

Από την οργιαστική πρώτη φάση της εργογραφίας του Σταυριανού, αυτή την τρελή δεκαετία 1982 – 1991, δεν πετιέται τίποτα. Πέντε δίσκοι, ο ένας καλύτερος από τον άλλον, με το ένα τραγούδι και το ένα ορχηστρικό καλύτερο από το άλλο. Έχουμε και λέμε: Έρημη Πόλη, Δέκα Παιδικοί Καϋμοί, Οι Φόβοι του Μεσημεριού, Άνεμος Είναι…, Καθαρός Ουρανός. Σε αυτά πρέπει να προσθέσουμε και το Στην πολιορκία πέφτει πάντα η Τροία από το 1995, το Χρώμα της Μνήμης από το 2003, καθώς και τους δύο δίσκους με ορχηστρικά του, Secrets και Codes. Σε αυτή την εννιάδα δίσκων είναι πραγματικά δύσκολο να βρεθεί κάτι παράταιρο, κάτι περιττό –πρόκειται για μια αισθητική συνέπεια και πυκνότητα αξιοθαύμαστη. Και βέβαια, πλάι σε αυτά τα έργα (με όλη τη σημασία της λέξης, δηλαδή σύνολα τραγουδιών και ορχηστρικών απόλυτης αισθητικής ενότητας) ξεπροβάλλουν και οι υπόλοιποι δίσκοι με λαμπρές στιγμές όλοι τους. Το πιο μεγάλο ψέμα, Πού να τελειώνει η θάλασσα, Κι η κολοκύθα έγινε πάλι άμαξα, Πέρασες, και η τριλογία του Μετρονόμου (Η πηγή των θαυμάτων, Λύκε, λύκε είσαι εδώ; Θαμπό του απογεύματος φως).

Ποιο είναι το χαρακτηριστικό του Σταυριανού που τον διακτινίζει στην αθανασία; Η αδιανόητη συχνότητα και ευκολία με την οποία παράγει μελωδίες. Μελωδίες ευδιάκριτες, όχι από αυτές που αγκομαχούν πασχίζοντας να παραγεμίσουν τη διάρκεια του κομματικού, αλλά που πατάνε τέρμα το γκάζι και ξεδιπλώνονται. Μελωδίες γεμάτες δύναμη, που κινητοποιούν όλο το είναι του ακροατή, που εισβάλλουν και διαταράσσουν ισορροπίες και σταθερές. Μελωδίες γεμάτες συναίσθημα, γεμάτες έρωτες ανεκπλήρωτους και μνήμη, που φέρνουν αυτήν και αυτόν που τις ακούει αντιμέτωπους με το παρελθόν, με εικόνες λησμονημένες, με ένα φωτογραφικό άλμπουμ που πάσχισες να παραχώσεις στο μπαούλο και που σου το επιστρέφει ορθάνοιχτο ο Σταυριανός.

Πρόκειται για δημιουργικότητα πρωτογενή –που πηγάζει δηλαδή όχι από κάποια ματαιοδοξία, όχι από την επιθυμία κατοχύρωσης μιας ταυτότητας, όχι από την επιδίωξη της υστεροφημίας, αλλά με μία απόλυτη φυσικότητα, σαν σωματική προέκταση και λειτουργία, σαν ένστικτο. Η μεγάλη τέχνη προκύπτει πάντα από κάποιο περιορισμό – πολιτικό, κοινωνικό, συναισθηματικό, συλλογικό ή ατομικό. Και η μελωδία για τον Σταυριανό είναι το μόνο όπλο του για να εκφραστεί, να απελευθερωθεί και να ξορκίσει. Γι’ αυτό και συνιστά μεγάλη τέχνη. (Το ότι έγραψε τους στίχους για σχεδόν εκατό τραγούδια του δεν είναι μικρό πράγμα, κι ας φαίνεται απλή υποσημείωση μπροστά στο μελωδικό του μεγαλείο).

Και κάτι άλλο: ο Σταυριανός ήταν ένας πρωτοπόρος της τέχνης του. Με την Έρημη πόλη προέβλεψε όλη τη χιονοστιβάδα της διάψευσης, όλη τη διαδρομή μέσω της οποίας τα συνθήματα της πορείας έγιναν παραφορτωμένες βιτρίνες. Με τους Δέκα παιδικούς καϋμούς λανσάρει μια λιτότητα και μια υποτονικότητα που –ας μην μας μπερδεύουν οι ενορχηστρώσεις- θα έρθει να χαρακτηρίσει ένα μεγάλο μέρος της εγχώριας τραγουδοποιίας του επόμενου αιώνα, στην πιο indy ίσως εκδοχή της. Με το Άνεμος είναι… προβλέπει την τωρινή επιστροφή στην παράδοση, βάζοντας στο επίκεντρο τον ήχο και τις ερμηνείες των Γράψα, Τσιαμούλη. Με τα τραγούδια που δίνει στον Κώστα Μάντζιο («Ώρες μου χρωματιστές», «Το μαύρο αστέρι», «Ελένη») φέρνει πολλά βήματα πιο κοντά την εποχή του έντεχνου, σφραγίζει ανεξίτηλα τον ήχο αυτού του ρεύματος, κι ας μην εξαργύρωσε ποτέ με live ηχογραφήσεις ή επανεκτελέσεις αυτό τον πρωταγωνιστικό ρόλο. Με τις απαγγελίες της Δανδουλάκη προφητεύει το spoken word, την προφορικότητα στην ερμηνεία που τόσο έντονα πλημμυρίζει τα σημερινά μουσικά μας πράγματα. Με ορχηστρικά όπως το “Stretto Café” και το “Secret Love” κλείνει το μάτι στη lounge αισθητική, σε έναν παγκόσμιο ήχο, και στο γόνιμο έδαφος των remix. Και η λίστα των τεκμηρίων πρωτοπορίας και διαχρονικότητας του Σταυριανού συνεχίζεται, περιμένοντας να ανακαλυφθεί και να εκτιμηθεί από μια νεότερη γενιά ακροατριών και ακροατών.

Ηρακλής Οικονόμου

ΕΙΠΑΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΤΑΥΡΙΑΝΟ

«Από την πρώτη δισκογραφική του κατάθεση, το 1982, την Έρημη πόλη, με ερμηνεία από την Μαρία Δημητριάδη, τον Ανδρέα Μικρούτσικο και τον Κώστα Θωμαΐδη, ο Γιώργος Σταυριανός σηματοδότησε τη μελλοντική μελωδική του πορεία. Με τη διπλή ιδιότητα του συνθέτη και του στιχουργού και με βασικά υλικά τη μελωδία, το βίωμα και τον στοχασμό, έγραψε πολλά τραγούδια που αγαπήσαμε και τα ακούσαμε από κορυφαίους τραγουδιστές, ανάμεσά τους: Ελένη Βιτάλη, Νένα Βενετσάνου, Γλυκερία, Γιάννης Κότσιρας, Βασίλης Λέκκας, Μανώλης Μητσιάς, Παντελής Θαλασσινός, Πάνος Κατσιμίχας, Γιώργος Νταλάρας, Δυνάμεις του Αιγαίου κ.ά. Το πρώτο πράγμα που σου κάνει εντύπωση στη μουσική του Γιώργου Σταυριανού, είτε είναι τραγούδια είτε ορχηστρικά έργα, είναι η ασυνήθιστη σταθερή και συνειδητή εμμονή του στη μελωδία και στην αισθητική, πράγμα που τον τοποθετεί στη “σχολή” Χατζιδάκι, αναφορά που δείχνει την υψηλή ποιότητα της δουλειάς του».

Λιάνα Μαλανδρενιώτη

«Λάτρευε τον Χατζιδάκι, το ίδιο και τον Μίκη, και γενικώς ό,τι ξεχώριζε σοβαρά. Ήταν φίλος, συνεργάτης, και μέγας μελωδός. Χωρίς αυλή τραγουδιστών και χωρίς να του γίνουν αφιερώματα. Μια ήρεμη δύναμη με δυσανάλογη τη φήμη, μπρος στα τεράστια τραγούδια του».

Παντελής Θαλασσινός

«Ο Σταυριανός είναι ένας εξωτερικός και εσωτερικός εμιγκρές, κυνηγημένος από χίλια δυο αερικά, που δεν τον αφήνουν να ησυχάσει. Είναι ένας τυχερός μα κατά βάθος τραγικός ισόβιος μετανάστης, ένας εσαεί μετέωρος σχοινοβάτης, η ψυχή του είναι ξέχειλη από αισθήματα και επιθυμίες, χωρίς ικανοποίηση και εσωτερική πλήρωση από την προσφορά των άλλων – κοσμογυρισμένος και ταξιδευτής, μα ωστόσο ένας ανήσυχος κοσμοπολίτης που δεν έχτισε πουθενά τη φωλιά του, ένας άπατρις με πολλές πατρίδες».

Θωμάς Κοροβίνης (πηγή: diastixo.gr)

«Ο Γιώργος είχε μια υψηλή, έμφυτη αίσθηση ευγενούς, “αριστοκρατικής” εξωτερικής συμπεριφοράς και αξιοπρέπειας. Αλλά και βαθιάς εσωτερικής απογοήτευσης από τον κόσμο και την εποχή που “υποχρεώθηκε” να ζήσει, μια “μοναξιά” συναισθημάτων. Μιλούσαμε για το Πιο μεγάλο ψέμα και Πού να τελειώνει η θάλασσα και πώς να’ ναι Το χρώμα της μνήμης και πώς θα βρούμε την Πηγή των θαυμάτων. Εξαιρετικά ευφυής, αμέσως αντιλαμβανόταν το παιχνίδι των λέξεων μέσα από τους τίτλους των δίσκων του, φτιάχναμε μια εκπομπή μόνο από αυτά. Όντας βαθιά μορφωμένος, καλλιεργημένος, ευγενής, έζησε με πολλές “πληγές”, όχι μονάχα σωματικές αλλά κυρίως της ψυχής».

Γιάννης Τσολακίδης

«Ο Γιώργος Σταυριανός υπήρξε μια ξεχωριστή και απόλυτα προσωπική φωνή της σύγχρονης ελληνικής μουσικής. Δημιούργησε ένα έργο υψηλής αισθητικής, βαθιά ποιητικό και εσωτερικό, που δεν ακολούθησε ποτέ τις εύκολες διαδρομές. Με τις μελωδίες του υπηρέτησε το ελληνικό τραγούδι με συνέπεια, ευγένεια και πνευματικό βάθος, αφήνοντας πίσω του τραγούδια που θα συνεχίσουν να συγκινούν και να φωτίζουν τη μνήμη μας. Παράλληλα, άφησε κι έναν τρόπο να βλέπει κανείς τη μουσική ως πράξη πολιτισμού, στοχασμού και αλήθειας. Με διακριτικότητα, ήθος και σπάνια καλλιτεχνική συνέπεια υπηρέτησε επί δεκαετίες την τέχνη, κερδίζοντας τον σεβασμό όλων όσοι συνεργάστηκαν μαζί του και την αγάπη όσων γνώρισαν το έργο του».

Θανάσης Συλιβός – Εκδόσεις Μετρονόμος

Βιογραφικό

Ο Γιώργος Σταυριανός γεννήθηκε στο Ηράκλειο της Κρήτης. Σπούδασε στη Γαλλία, ελληνική και γαλλική φιλολογία στη Σχολή Γραμμάτων και Ανθρωπιστικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Νανσύ. Η διατριβή του ήταν πάνω στο έργο του νομπελίστα φιλόσοφου Α. Καμύ. Η παρουσία του στην ελληνική δισκογραφία ξεκίνησε το 1982 με τον δίσκο Έρημη πόλη. Ακολούθησαν περισσότερες από δέκα δισκογραφικές δουλειές με σπουδαίους Έλληνες και ξένους ερμηνευτές. Παράλληλα με τη μουσική, ανέπτυξε σημαντική λογοτεχνική και συγγραφική δραστηριότητα. δημοσιέυοντας μυθιστορήματα, στίχους και κείμενα, καθώς και μελέτες και δοκίμια γύρω από τη φιλοσοφία, την τέχνη και τον πολιτισμό. Σε όλα του τα τραγούδια το προσωπικό είναι και κοινωνικό και συγχρόνως με την ευφυή πολιτική κριτική του είναι έντονα παρούσα η μελαγχολία και η μοναξιά. Απεβίωσε στις 23 Ιουλίου 2026, σε ηλικία 77 ετών.