Κώστας Ακρίβος: «Σφαίρα στο βυζί», εκδόσεις Μεταίχμιο, 2026

Είκοσι τρία χρόνια μετά την πρώτη έκδοση, η συλλογή διηγημάτων του Κώστα Ακρίβου Σφαίρα στο βυζί έρχεται ξανά να προβάλει μια λογοτεχνία που τολμά να αγγίξει τον πέρα από συμβάσεις έρωτα και τα δομικά στοιχεία του. Τη φαντασίωση, τον πόθο, τη λαχτάρα, το χάδι, την απουσία, τη μοναξιά, την ενοχή, το απαγορευμένο, το τραύμα.

Ερωτικός πυρετός και εσώτατη λύπη καθορίζουν τους πρωταγωνιστές του πολυπρισματικού αυτού έργου. Η λαχτάρα διαμορφώνει το ύφος, η στέρηση τον ρυθμό και η ενοχή τις σιωπές. Ο έρωτας λειτουργεί σαν σφαίρα. Γύρω από την πληγή που ανοίγει χτίζεται η ύπαρξη του ήρωα. Ο Ακρίβος δημιουργεί ένα διάπυρο σύμπαν και αποδίδει στους φλεγόμενους ήρωες του το μέτρο του πάθους που ταιριάζει στην προσωπικότητα του καθενός. Η έκφραση του Κολοκοτρώνη «σφαίρα στο βυζί» νοηματοδοτεί  ταιριαστά τον τίτλο.

Όταν πρωτοεκδόθηκε, το 2003, ήδη  ο Ταχτσής, ο Κουμανταρέας, ο Χειμωνάς, ο Ιωάννου, ο Βαλτινός, ο Πανσέληνος κ.ά.  είχαν γράψει για την αμφιθυμία, την υπόγεια διαχείριση του ερωτισμού, τον αποκλίνοντα πόθο. Τότε όμως δεν ήταν ακόμα εύκολη η αναφορά  στις ρωγμές εθνικών και λογοτεχνικών ειδώλων, όσο γίνεται τώρα με τη δημόσια συζήτηση γύρω από τη διαφορετικότητα. 

Παράλληλα, σε μια εποχή ενός ιδιότυπου «πουριτανισμού», η Σφαίρα στο βυζί επαναφέρει λογοτεχνικά ζητήματα που σήμερα η δημόσια συζήτηση γύρω από το φύλο, την επιθυμία και την ταυτότητα δείχνει να  αφήνει κατά μέρος, τα οποία όμως απασχολούν διαχρονικά τον άνθρωπο, όπως το ερωτικό πάθος, η λαχτάρα, η ορμή της συνεύρεσης. Ο Ακρίβος επαναφέρει τη δύναμη του πάθους στη λογοτεχνία, τοποθετώντας τους ήρωές του στην περιοχή της σωματικής/ερωτικής αμηχανίας, διεκδίκησης, λαχτάρας και αποδοχής των επιθυμιών τους και ο αναγνώστης κατανοεί ασφαλώς καλύτερα το ίδιο το έργο τους.

Η Ναυσικά, ο Κολοκοτρώνης, ο Τζόις, ο  Παπαδιαμάντης, ο Μαν, ο Παλαμάς, ο Καζαντζάκης, η Γιουρσενάρ, ο νεαρός Γύφτος, μέσα στις αντίστοιχες εννιά ιστορίες, ταλανίζονται από ερωτική επιθυμία και πόνο. Ο Ακρίβος αντιστρέφει, χωρίς να αποκαθηλώνει, την καθιερωμένη εικόνα των διάσημων ηρώων του. Αγγίζει την εσωτερική αγιάτρευτη πληγή τους αναδεικνύοντας ότι η δημόσια ακτινοβολία τους συνδέεται οργανικά με την ερωτική αμηχανία και το τραύμα. Έτσι διαχειρίζεται με επιτυχία τα θέματά του: το ερωτικό πάθος της Ναυσικάς που διεκδικεί έναν ψυχρό Οδυσσέα υπερβαίνοντας  την Οδύσσεια, τον πατρικό πόνο του Κολοκοτρώνη για τη δολοφονία του γιου του και το ερωτικό του σμίξιμο με την Μπουμπουλίνα μέσα στον πόλεμο, την πυρετική εξομολόγηση του Τζόις στη νεαρή μαθήτριά του, την ενοχική ασκητικότητα και τον ερωτισμό του Παπαδιαμάντη, τον εμμονικό μεγοαλοαστισμό του Μαν που παραδίδεται ανήμπορος στην ομορφιά, τον συνταρακτικό έρωτα του γέροντα Παλαμά για τη Στέλλα, τη βαθιά ανάγκη του Καζαντζάκη να εξομολογηθεί στον Σικελιανό την αδυναμία του να τεκνοποιήσει, τις προσπάθειες της Γιουρσενάρ να αποκρύψει την ερωτική της ζωή και, τέλος, τον αγιάτρευτο καημό του Γύφτου για ένα πανέμορφο κορίτσι.

Η πλούσια πνευματική σκευή του Ακρίβου τού επιτρέπει να προσαρμόζει επιδέξια το συγγραφικό ύφος στην ξεχωριστή προσωπικότητα, τη γλώσσα και τον ψυχικό ρυθμό των χαρακτήρων του, φανερώνοντας την υπαρξιακή πληγή που εγκατοικεί στα χαρισματικά αυτά όντα και τα σπρώχνει στη δημιουργία. Μαέστρος μιας μυστικής ορχήστρας, ο συγγραφέας συντονίζει όλα τα όργανα της γραφής του, τις λέξεις, για να κορυφώσει  το πάθος κάθε ήρωα και να αποδώσει λαμπρά τα μουσικά μέτρα  στον καθένα:

Appasionato doloroso υψίφωνο στη Ναυσικά, πάθος και κατάρα για τον δόλιο άντρα.

Μarciale eroico  της μάχης στον Κολοκοτρώνη για την αντάρα στα σωθικά του.

Appassionato estatico  παραλήρημα στον Τζόις, χωρίς ανάσα στον έρωτα για τη νεαρή του μαθήτρια, όπως στην παθιασμένη αλληλογραφία του με τη Νόρα και το Πορτραίτο του Καλλιτέχνη.

Mesto appasionnato ανομολόγητο στον Παπαδιαμάντη, υγρή φωτιά που σιγολιώνει τους καημούς σ’ όλες τις ερωτικές του ιστορίες, από το «Όνειρο στο κύμα» ως τη Γυφτοπούλα.

Αddagio mesto στέρεο στον Τόμας Μαν, απ’ τους Μπούντεμπροκ ως το Μαγικό βουνό με ένα  strigento κορύφωσης στον Τόνιο Κρέγκερ ως τον Θάνατο στη Βενετία.

Ardente con fuego  φωτιά στον γερο-Παλαμά, σαν παθιασμένο βρυχηθμό από τον Δωδεκάλογο του Γύφτου.

Appassionato και dolente  βαρύ λυγμό, στον Καζαντζάκη σαν εγερτήριο σάλπισμα  από τον Καπετάν Μιχάλη. 

Basso continuo αρχαιοπρεπές στη Γιουρσενάρ, σαν τ’ Απομνημονεύματα του Αδριανού.

Presto παιχνιδιάρικο κι ερωτικό να παίζει ο Γύφτος στη φλογέρα του καθώς κουβεντιάζει με τον Κόντογλου ο Παλαμάς.

Μέσα από την εξαιρετική αυτή γραφή, δομημένη πάνω σε μουσικά μέτρα, ο Ακρίβος με τη βαθιά λογοτεχνική ματιά του, δεν χρειάζεται να βαρυφορτώσει τις φράσεις του για ν’ αποδώσει την επιθυμία και το τραύμα. Ψαύει την καρδιά των ηρώων του, ακουμπάει το χέρι στον χτύπο της και τον προσφέρει στον αναγνώστη με τον πιο ατόφιο και παλλόμενο τρόπο.