φωτογραφία: (RJ Sangosti / The Denver Post via Getty Images)

Οι άνθρωποι δικαίως θέλουν να έχουν τον έλεγχο του σπιτιού και του μέλλοντός τους. Η κοινωνικοποιημένη στέγαση μπορεί να κάνει αυτή την υπόσχεση πραγματικότητα για όλους.

Ενάμιση αιώνα αφότου ο Ένγκελς διερεύνησε το στεγαστικό ζήτημα, η κοινωνικοποίηση παραμένει η καλύτερη απάντηση: ικανοποιεί διαφορετικές στεγαστικές ανάγκες και προτιμήσεις, αποφεύγοντας τους κινδύνους και τα αυθαίρετα έκτακτα κέρδη των προσεγγίσεων που βασίζονται στην αγορά.

Το 1872, η γερμανική σοσιαλιστική εφημερίδα Der Volksstaat δημοσίευσε μια σειρά άρθρων για τη στέγαση. Η ιλιγγιώδης ανάπτυξη των βιομηχανικών πόλεων είχε φέρει συνωστισμό, άθλιες συνθήκες διαβίωσης και εκτίναξη των ενοικίων για τους εργάτες. Ο συντάκτης τους, Άρτουρ Μίλμπεργκερ, αντλώντας από τις ιδέες του γάλλου αναρχικού Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν, πρότεινε μια απλή λύση: οι ενοικιαστές να γίνουν ιδιοκτήτες.

Σύμφωνα με αυτό το σχέδιο, οι πληρωμές των ενοικίων θα μετατρέπονταν σε κάτι αντίστοιχο με τις δόσεις ενός στεγαστικού δανείου. Τελικά, κάθε εργάτης θα αποκτούσε τον τίτλο ιδιοκτησίας του σπιτιού του.

Ο Φρίντριχ Ένγκελς δεν εντυπωσιάστηκε. Σε μια σειρά απαντήσεων, που αργότερα συγκεντρώθηκαν στο έργο Για το ζήτημα της κατοικίας, ο συνθεμελιωτής του μαρξισμού απέρριψε το σχέδιο του Μίλμπεργκερ ως ανεφάρμοστο και πολιτικά επιζήμιο. Σε άλλο σημείο του ίδιου έργου, ασκώντας κριτική στον μεταρρυθμιστή Έμιλ Ζαξ, προειδοποιούσε: «Δώστε τους δικά τους σπίτια, αλυσοδέστε τους ξανά στη γη και θα τσακίσετε τη δύναμή τους να αντιστέκονται στις μειώσεις των μισθών από τους εργοστασιάρχες». Για τον Ένγκελς, οι απαντήσεις στο στεγαστικό ζήτημα θα γίνονταν δυνατές μόνο μέσα από την κατάργηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Ενάμιση αιώνα αργότερα, η Αριστερά εξακολουθεί να μάχεται για τη στέγαση. Με όρους απήχησης στις λαϊκές προσδοκίες, ο Μίλμπεργκερ, κατά κάποιον τρόπο, κέρδισε τη διαμάχη με τον Ένγκελς. Σε ολόκληρο τον κόσμο, η απόκτηση ιδιόκτητης κατοικίας έχει γίνει καθοριστική φιλοδοξία της ζωής της εργατικής τάξης, ενώ η στεγαστική κρίση παρουσιάζεται συχνά ως κρίση πρόσβασης στην ιδιοκατοίκηση.

Στο μεταξύ, μεγάλο μέρος της σημερινής συζήτησης στην Αριστερά παρουσιάζεται ως αντιπαράθεση ανάμεσα στους YIMBY και τους NIMBY — στους υποστηρικτές και στους αντιπάλους της νέας δόμησης στην περιοχή τους. Μία διαχωριστική γραμμή χωρίζει εκείνους που επιδιώκουν να εμποδίσουν την ανέγερση κατοικιών οι οποίες διατίθενται σε τιμές αγοράς, υποστηρίζοντας ότι μπορεί να εντείνει τον εκτοπισμό κατοίκων και προσφέρει ελάχιστα στους ενοικιαστές χαμηλού εισοδήματος, από εκείνους που υποστηρίζουν την οικοδόμηση με λιγότερες επιφυλάξεις, ώστε να αυξηθεί η προσφορά και, μαζί της, η διαπραγματευτική δύναμη των ενοικιαστών. Μπορούμε όλοι να συμφωνήσουμε στην κατασκευή κοινωνικών κατοικιών, αλλά μέχρι στιγμής αυτή η συμφωνία δεν έχει μετατραπεί σε ένα πρόγραμμα αντίστοιχο του μεγέθους της κρίσης.

Αξίζει, ωστόσο, να απομακρυνθούμε λίγο από αυτές τις αντιπαραθέσεις και να αναρωτηθούμε για ποιο τελικό όραμα αγωνιζόμαστε. Στη συνέχεια, αφήνουμε στην άκρη τα ακανθώδη προβλήματα της μετάβασης —πώς θα φτάσουμε από εδώ ως εκεί και ποιοι θα αγωνιστούν γι’ αυτό— και σκιαγραφούμε ένα μαξιμαλιστικό όραμα σοσιαλιστικής στέγασης.

Η απάντησή μας στηρίζεται στην κριτική του Ένγκελς στον Μίλμπεργκερ, παραμερίζοντας, ωστόσο, τη δική του απροθυμία να δώσει λεπτομέρειες για την πιθανή μορφή ενός σοσιαλιστικού μέλλοντος. Υποστηρίζουμε την κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας των κατοικιών και τη δημιουργία ενός πλήρως κοινωνικοποιημένου συστήματος στέγασης.

Ένα σχέδιο για την κοινωνικοποιημένη στέγαση

Ένα δικό σου σπίτι —το οποίο μπορείς να διαμορφώσεις σύμφωνα με τις προτιμήσεις και τις ανάγκες σου και μέσα στο οποίο νιώθεις ασφάλεια— αποτελεί πραγματικό αγαθό που αξίζει να διαφυλαχθεί. Όμως, η ιδιοκατοίκηση στον καπιταλισμό συνδέει τις επιλογές για το σπίτι σου με επιλογές χρηματοδότησης και περιουσίας, που αναπόφευκτα συνοδεύονται από κινδύνους, ενώ η δυναμική της στεγαστικής αγοράς τείνει να παράγει αυθαίρετες ανισότητες.

Σε μια σοσιαλιστική οικονομία θα μπορούσαμε να διατηρήσουμε αυτή την ασφάλεια και την ελευθερία, κοινωνικοποιώντας παράλληλα τους οικονομικούς κινδύνους και τα κέρδη της στέγασης. Ο Ένγκελς προειδοποιούσε ότι «οι εικασίες για το πώς μια μελλοντική κοινωνία θα οργανώσει τη διανομή των τροφίμων και των κατοικιών οδηγούν κατευθείαν στην ουτοπία». Δεδομένου, όμως, του «καπιταλιστικού ρεαλισμού» στον οποίο μοιάζουμε σήμερα εγκλωβισμένοι, θεωρούμε ότι η προσπάθεια αξίζει.

Σε μια καπιταλιστική κοινωνία, η στεγαστική ανισότητα είναι κάτι περισσότερο από σύμπτωμα της ευρύτερης εισοδηματικής και περιουσιακής ανισότητας. Οι κατοικίες αποτελούν ταυτόχρονα χώρους διαβίωσης και μέσα συσσώρευσης πλούτου. Μάλιστα, μόνο οι ιδιοκατοικούμενες κατοικίες αντιστοιχούν περίπου στο μισό της ακαθάριστης περιουσίας των νοικοκυριών στις περισσότερες από τις είκοσι εννέα χώρες του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) που καλύπτει μια μελέτη του 2022.

Οι ιδιώτες συχνά κατέχουν επιχειρηματικό πλούτο μέσω μετοχών, επενδυτικών κεφαλαίων και συνταξιοδοτικών προγραμμάτων, αλλά συνήθως κατέχουν άμεσα τις κατοικίες, είτε μένουν σε αυτές είτε τις εκμισθώνουν σε άλλους. Ο στεγαστικός πλούτος κατανέμεται πολύ άνισα. Ωστόσο, η ιδιοκατοίκηση αποτελεί διαδεδομένη εμπειρία και φιλοδοξία, και το γεγονός ότι για όσους μένουν στο δικό τους σπίτι αποτελεί μια τόσο προσωπική μορφή περιουσίας, περιπλέκει την πολιτική αντιμετώπιση της ανισότητας στον σύγχρονο καπιταλισμό. Στις περισσότερες χώρες του ΟΟΣΑ, η κατοικία αποτελεί το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας των μεσαίων στρωμάτων, και η συσσώρευση αυτού του πλούτου είναι συχνά έργο μιας ολόκληρης ζωής, που προϋποθέτει την πολυετή αποπληρωμή ενός στεγαστικού δανείου.

Πολλά από τα χαρακτηριστικά που καθιστούν τη στέγαση ιδιαίτερη καταναλωτική ανάγκη θα εξακολουθούσαν να υπάρχουν και στον σοσιαλισμό. Γι’ αυτό απαιτείται ειδική αντιμετώπιση. Το οικιστικό απόθεμα έχει υψηλό κόστος κατασκευής και πολύ μεγάλη διάρκεια ζωής, εφόσον συντηρείται. Καταλαμβάνει χώρο σε συγκεκριμένες τοποθεσίες. Οι άνθρωποι ενδιαφέρονται για το πού ζουν: τόσο για τη θέση του σπιτιού τους σε σχέση με άλλα μέρη που έχουν σημασία γι’ αυτούς όσο και για τον χαρακτήρα του φυσικού και δομημένου περιβάλλοντός του.

Οι επιθυμητές τοποθεσίες έχουν ένα στοιχείο σπανιότητας που δεν μπορεί να εξαλειφθεί. Μια δεδομένη έκταση μπορεί να δομηθεί περισσότερο ή λιγότερο πυκνά, μεταβάλλοντας την προσφορά κατοικιών σε μια περιοχή. Όμως, η πυκνότητα και ο τύπος της κατοικίας αποτελούν και αυτά χαρακτηριστικά μιας τοποθεσίας για τα οποία ενδιαφέρονται οι άνθρωποι.

Τα νοικοκυριά που αποφασίζουν αν θα καλύψουν τις στεγαστικές τους ανάγκες νοικιάζοντας ή παίρνοντας στεγαστικό δάνειο μπορούν να συγκρίνουν τα αναμενόμενα έξοδα για τόκους, συντήρηση, φόρους και ασφάλιση, μαζί με τα έξοδα συναλλαγής και το κόστος ευκαιρίας των χρημάτων που δεσμεύονται στο σπίτι, με το ενοίκιο ενός αντίστοιχου ακινήτου. Ορισμένα νοικοκυριά μπορεί να είναι πρόθυμα να πληρώσουν περισσότερα για την ασφάλεια της ιδιοκτησίας και την ελευθερία να κάνουν ανακαινίσεις. Από την άλλη, η δυσκολία ρευστοποίησης και οι κίνδυνοι της ιδιοκτησίας μπορεί να οδηγούν άλλα νοικοκυριά να προτιμούν το ενοίκιο.

Για κάποιους δεν υπάρχει επιλογή: καθώς η λήψη στεγαστικού δανείου απαιτεί συνήθως ίδια συμμετοχή και την εμπιστοσύνη του δανειστή στην ικανότητα του δανειολήπτη να το αποπληρώσει, πολλοί άνθρωποι με χαμηλά ή επισφαλή εισοδήματα αδυνατούν να χρηματοδοτήσουν την αγορά κατοικίας.

Υπάρχουν, επίσης, τα κέρδη από την αύξηση της αξίας των ακινήτων. Ακόμη και όσα προκύπτουν από την άνοδο των εισοδημάτων και την αύξηση του πληθυσμού μπορεί να είναι αυθαίρετα: απροσδόκητα κέρδη που δεν σχετίζονται με οτιδήποτε έχει κάνει ο ιδιοκτήτης. Τέτοια κέρδη μπορούν να διευρύνουν το περιουσιακό χάσμα ανάμεσα στους ιδιοκτήτες —και στους απογόνους τους— που απέκτησαν νωρίς κατοικία και σε όσους παραμένουν εγκλωβισμένοι στο ενοίκιο ή αποκτούν το πρώτο τους ακίνητο σε μεγαλύτερη ηλικία.

Μια σοσιαλιστική κοινωνία θα μπορούσε να οργανώσει την παροχή στέγασης με διάφορους τρόπους. Εμείς προτείνουμε μια απλή προσέγγιση. Στο μοντέλο μας, η γη και το οικιστικό απόθεμα ανήκουν στο Δημόσιο, αλλά τα νοικοκυριά έχουν κατοχυρωμένο δικαίωμα παραμονής στην κατοικία τους και τη δυνατότητα να την ανακαινίζουν σύμφωνα με τις προτιμήσεις τους. Καταβάλλουν τακτικά ενοίκιο για τη στέγασή τους, αντί να εμπλέκονται σε μια χρηματοοικονομική σχέση αποπληρωμής της αγοράς ενός περιουσιακού στοιχείου μεγάλης αξίας επί δεκαετίες. Τα νοικοκυριά δεν επωμίζονται ούτε τους κινδύνους από τις μεταβολές των τιμών των ακινήτων ούτε αποκομίζουν τα κέρδη από την αύξηση της αξίας τους: αυτά κοινωνικοποιούνται. Παράλληλα, το σύστημα επιδιώκει να διατηρήσει την ασφάλεια και την ελευθερία ενός χώρου που μπορεί κανείς να αποκαλεί δικό του.

Τα ενοίκια καθορίζονται από έναν δημόσιο φορέα στέγασης, με γενικό στόχο την εξισορρόπηση της ζήτησης με την προσφορά. Το ενοίκιο ενός νοικοκυριού μπορεί να μεταβάλλεται με την πάροδο του χρόνου, ανάλογα με τις αλλαγές στην προσφορά και τη ζήτηση κατοικιών παρόμοιας τοποθεσίας και τύπου. Με άλλα λόγια, τα ενοίκια προσαρμόζονται στις συνθήκες της αγοράς και δεν καθορίζονται απλώς μια για πάντα κατά την έναρξη της μίσθωσης, αν και οι μεταβολές μπορούν να εξομαλύνονται ώστε να αποφεύγονται απότομες διακυμάνσεις.

Ο φορέας στέγασης έχει την ευθύνη να αυξάνει την προσφορά ανταποκρινόμενος στην προβλεπόμενη ζήτηση, ώστε σημαντικές γενικευμένες αυξήσεις των ενοικίων να θεωρούνται αποτυχία πολιτικής που πρέπει να διορθωθεί. Ο πολεοδομικός σχεδιασμός και η οικιστική ανάπτυξη βρίσκονται σε δημόσια χέρια, ενώ η κατασκευή ανατίθεται σε επιχειρήσεις που διοικούνται από τους εργαζομένους τους.

Το σύστημα αυτό αποσκοπεί στο να επιτρέπει σε κάθε νοικοκυριό να κάνει τις δικές του στεγαστικές επιλογές, αναλαμβάνοντας το αντίστοιχο κόστος, μέσα σε ένα ευρύτερο σύστημα εγγυημένων ελάχιστων εισοδημάτων και μεταβιβάσεων βάσει αναγκών, που στηρίζουν όσους διαφορετικά δεν θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν επαρκή στέγαση. Κάποιοι μπορεί να προτιμούν ένα λιτό διαμέρισμα, ώστε να έχουν περισσότερα χρήματα για άλλα πράγματα, ενώ άλλοι να διαθέτουν μεγαλύτερο μέρος του προϋπολογισμού τους σε ευρύχωρες βίλες. Πολλοί άνθρωποι θα κάνουν διαφορετικές επιλογές σε διαφορετικές φάσεις της ζωής τους. Το σύστημα μπορεί να φιλοξενήσει πειραματισμούς αυτοδιαχειριζόμενης συλλογικής διαβίωσης για όσους το επιθυμούν, καλύπτοντας ταυτόχρονα και την παραδοσιακή οικογενειακή κατοικία.

Οι κάτοικοι είναι θεματοφύλακες των σπιτιών τους και όχι πλήρεις ιδιοκτήτες, αλλά μπορούν να τα χρησιμοποιούν και να τα προσαρμόζουν στις ανάγκες τους μέσα σε συμφωνημένους κανόνες. Μπορούν να αναλαμβάνουν πρωτοβουλίες ανακαίνισης σε συνεργασία με τον φορέα στέγασης ή τη συνεργαζόμενη τράπεζά του. Αντί να πληρώνουν προκαταβολικά, το κόστος των ανακαινίσεων ενσωματώνεται στα ενοίκια και αποπληρώνεται σταδιακά. Επειδή τα έξοδα συντήρησης και οι αποσβέσεις συνυπολογίζονται ήδη στο ενοίκιο όλων των κατοικιών, καθεμία διαθέτει προϋπολογισμό και χρονοδιάγραμμα ανακαινίσεων. Τα νοικοκυριά χρειάζεται να πληρώνουν επιπλέον μόνο για τροποποιήσεις που ανταποκρίνονται σε ιδιαίτερες προσωπικές προτιμήσεις ή κοστίζουν περισσότερο από τις συνήθεις.

Ο φορέας στέγασης θα μπορούσε να προσαρμόζει τον ρυθμό των ανακαινίσεων, συμβάλλοντας στην εξομάλυνση της δραστηριότητας του κατασκευαστικού κλάδου, ο οποίος στον καπιταλισμό χαρακτηρίζεται από έντονες κυκλικές διακυμάνσεις. Εάν κατασκευάζονται πολλές νέες κατοικίες, οι ανακαινίσεις μπορούν προσωρινά να γίνονται ακριβότερες ή να περιορίζονται μέσω λίστας αναμονής. Όταν η νέα οικοδομική δραστηριότητα επιβραδύνεται, μπορεί να συμβαίνει το αντίστροφο. Ο ρυθμός των ανακαινίσεων θα μπορούσε επίσης να μεταβάλλεται ώστε να συμβάλλει στη μακροοικονομική σταθεροποίηση πέρα από τα όρια του ίδιου του κλάδου.

Επειδή οι καπιταλιστικές αγορές κατοικίας βρίθουν εξωτερικοτήτων —επιπτώσεων σε τρίτους που δεν αποτυπώνονται στις τιμές—, η στέγαση αποτελεί εξαιρετικό πεδίο για τον περιορισμό του ρόλου των αγορών και τη διεύρυνση του δημόσιου σχεδιασμού. Το μοντέλο σοσιαλιστικής στέγασης που προτείνουμε επιδιώκει να ανταποκρίνεται στην ποικιλία των προτιμήσεων και των αναγκών των νοικοκυριών και να διατηρεί τα βασικά χαρακτηριστικά ενός «δικού σου σπιτιού», χωρίς τους ατομικούς κινδύνους από τις τιμές των ακινήτων και τα απροσδόκητα κέρδη που συνοδεύουν το καπιταλιστικό μοντέλο ιδιοκτησίας. Ενάμιση αιώνα μετά τον Ένγκελς, αυτή παραμένει η απάντηση στο στεγαστικό ζήτημα.

Το άρθρο αντλεί υλικό από το βιβλίο The Blueprint: How Socialism Can Work in the Real World (Verso, 2026).

Το άρθρο είναι αναδημοσίευση από το jacobin

Δείτε στο

https://jacobin.com/2026/10/housing-socialization-ownership-assets-engels