«Εκεί που πας είναι φθινόπωρο και είναι σκοτάδι». Ένα βιβλίο ποίησης, του ξεχωριστού και αγαπημένου Θωμά Τσαλαπάτη –της Εποχικής μας οικογένειας– για την υπέρτατη απώλεια, την τρυφερότητα του πένθους, τη διαχείριση της ζωής μετά.

Μόνο που εκεί, στην πλατεία Μαβίλη, εκεί που καταλήγουν οι πορείες και βρίσκουν καταφύγιο οι ξενύχτηδες, ήταν φωτεινά τα πρόσωπα των ανθρώπων που βρέθηκαν για να συντροφέψουν τον Θωμά σε μια ακόμα (καθόλου χαμηλή) πτήση λέξεων και συναισθημάτων. Με αυτά τα λίγο συνωμοτικά χαμόγελα που έχουν οι συνομιλούντες με τους ποιητές, στις εποχές που τα εσωτερικά τοπία ανασκάπτονται κρυφά, σχεδόν παρανόμως.

Λίγα από τα λόγια του ποιητή Κώστα Καναβούρη: «Είμαστε όλοι αναγκασμένοι να αντιγράφουμε αντίγραφα», έλεγε ο μέγας Γέητς, και ο Θωμάς Τσαλαπάτης αυτό ακριβώς κάνει: αντιγράφει τον συγκλονισμό μπροστά στον θάνατο, με την πανανθρώπινη οδύνη της κάθε φορά μοναδικότητας. Ο θάνατος του πατέρα που τραυματίζει το Εγώ, που θρυμματίζει το δεδομένο για να δημιουργήσει με τα συντρίμμια του τον καινούργιο εγώκοσμο. Ο θάνατος, ως απόλυτος εκθεμελιωτικός σεισμός δηλαδή. Από τη μια η ανεπίστρεπτη απώλεια που καμιά θρησκεία δεν μπόρεσε να παρηγορήσει με τη μέλλουσα ζωή – αλλιώς δεν θα υπήρχε το πένθος. Κι από την άλλη ο θάνατος ως γέννα, με την ανάδυση του γυμνού εαυτού, ως υπεύθυνου φορέα της αδιάκοπης συνέχειας του χρόνου και του κόσμου. Το πένθος, και αυτό το αποδίδει ο Θωμάς Τσαλαπάτης με όλη τη δυναμική της ποίησης, είναι η συνταρακτική στιγμή όπου όλα συμβαίνουν. Το θαύμα της ζωής. Μπορεί, όπως λέει ο Έλιοτ, ο κόσμος να τελειώσει μ’ έναν λυγμό, όμως ως τότε θα γεννιέται ο κόσμος μέσα από έναν λυγμό.

Κι εδώ έρχεται η συγκλονιστική παρουσία του πένθους που απελευθερώνει τη συσσωρευμένη αγάπη για να δημιουργήσει την επαναστατική σχάση της ύλης: την αθανασία της θνητότητας».

Ατομικό-συλλογικό, προσωπικό-πολιτικό, δίπολα που ανάδειξε η Θάλεια Ιερωνυμάκη, καθηγήτρια στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστήμιου Πατρών:

«Το δεύτερο μέρος της συλλογής γίνεται ένας τόπος συνομιλίας· συνομιλίας μεταξύ του παρόντος και της Ιστορίας· μεταξύ της ατομικής απώλειας και της απώλειας του πολιτικού οράματος της Αριστεράς· μεταξύ του ατομικού πένθους και του πένθους των άλλων, του συλλογικού πένθους· μεταξύ της ατομικής ποιητικής φωνής και της φωνής άλλων ποιητών […] συνομιλίας, ακόμη, μεταξύ διαφορετικών εκδοχών της ποίησης του ίδιου του ποιητή, συνομιλίας, τέλος, μεταξύ, κυρίως, του γιου και του πατέρα.

Η απουσία του πατέρα ύστερα από δέκα χρόνια δεν εξωραΐζει τις αναμνήσεις ούτε κάνει να αποσιωπηθούν οι αδυναμίες του. Όλα δίνονται στις ανθρώπινες διαστάσεις, στη ζωντανή καθημερινότητά τους (πατρική παρουσία και απουσία, ταξίδια, ευαίσθητες στιγμές, διασκεδάσεις και συζητήσεις, τα βιβλία του πατέρα, τα ποιήματα, κι ακόμη η ζωή μετά τον θάνατό του, όλα ενταγμένα στο πολιτικό-κοινωνικό πλαίσιο της κάθε εποχής). Στη θέση μιας άλλοτε νεανικής αίσθησης υπεροχής του ποιητή-γιου απέναντι στον πατέρα, αναδύεται τώρα η ανάγκη μιας ουσιαστικής κατανόησης, δηλαδή αμφισβήτησης (πιο πολύ μιας ολόκληρης γενιάς και κοινωνίας), απορίας, αυτοκριτικής, αποδοχής, στοργής και αγάπης, ακόμη κι αν αυτή αναπόφευκτα εμπεριέχει πια, ως ένα δεύτερο στάδιο του πένθους, τη θλίψη.

Τελικά, ο χώρος υπερβαίνει τον χρόνο, είναι η σταθερά απέναντι στη χρονική ρευστότητα και στην ηλικιακή πολλαπλότητα».

Και το απόσταγμα του Γιάννη Δούκα: «Και θα ήθελα, πρωτίστως, να καταλήξω μ’ αυτό: πως είναι σαν ο Θωμάς να μας υποδεικνύει ότι υπάρχουν μεθοδολογίες ώστε ν’ αγγιχτεί ένα θέμα τόσο κοντινό στην καρδιά μας, χωρίς να γίνει η παραμικρή έκπτωση στη συγκίνηση και, ταυτοχρόνως, η συγκίνηση να μην οδηγήσει στην ευκολία και στον εκβιασμό του συναισθήματος. Διαβάζοντας το βιβλίο, νιώθουμε την επίμοχθη και μακροχρόνια κυοφορία του, που σα να έχει διαρκέσει από την εποχή του γεγονότος. Και πως μπορούμε μες στο ποίημα, παρ’ όλη τη δουλειά, να είμαστε καθαρά και απερίφραστα ο ίδιος ο εαυτός μας, όχι ένας άλλος.

Και μας εξασφαλίζει κι έναν τρόπο να τα διαχειριστούμε όλα αυτά, να υπάρξουμε, επιτρέποντας σε ό,τι μας μας συμβαίνει μια εσωτερική βραδύτητα, μια υπομονή γι’ αυτό που χρειάζεται να χωνευτεί και να διοχετευτεί μέσα μας. Χωρίς θόρυβο, χωρίς βιασύνη, επανερχόμενοι ξανά και ξανά, μέχρι να δώσουμε, σ’ ό,τι κι αν νιώσουμε, τη σωστή του μορφή. Για να επαναλάβω τις λέξεις που με συντρόφευσαν, κατά την ανάγνωσή μου, ως κλειδιά: αυτό εδώ είναι ένα βιβλίο χρέους, οφειλής, αγάπης. Ένα βιβλίο που μιλά για μια προσωπική απώλεια, αλλά και δίνει φωνή στο συλλογικό πένθος της γενιάς μας για εκείνη που προηγήθηκε και για μια ολόκληρη εποχή».

Γράφουν οι ποιητές, με τον τρόπο που υπάρχουν. Διαβάζουμε εμείς, λες και από γραπτά κρατιόμαστε. Είναι στοίχημα υπαρξιακό η τέχνη. Είναι και αντίστασης μορφή μέγιστη. Ενδιαμέσως συναντιόμαστε, για να πορευτούμε. Ανθεκτικότεροι.

Δ.Κ.

Φώτο: Θύμιος Παλάντζας