(EUROKINISSI/ΓΙΑΝΝΗΣ ΠΑΝΑΓΟΠΟΥΛΟΣ)
Σήμερα, Τρίτη 28 Ιουλίου, ψηφίζεται στην Ολομέλεια της Βουλής το πολυνομοσχέδιο του υπουργείου Πολιτισμού που ιδρύει την «Οργανισμός Ανάπτυξης και Διαχείρισης Ελληνικής Πολιτιστικής Κληρονομιάς Α.Ε.», αναδιοργανώνει τον ΟΔΑΠ και δημιουργεί ξεχωριστό φορέα για τους επισκέψιμους ενάλιους αρχαιολογικούς χώρους. Η αντιπολίτευση στη Βουλή, τα περισσότερα σωματεία εργαζομένων στο ΥΠΠΟ, η ΑΔΕΔΥ, αρχαιολόγοι και φορείς του σύγχρονου πολιτισμού συγκλίνουν στην εκτίμηση ότι δεν πρόκειται για μια απλή οργανωτική μεταρρύθμιση, αλλά για βαθιά αλλαγή του τρόπου με τον οποίο το κράτος προστατεύει, διαχειρίζεται και αξιοποιεί την πολιτιστική κληρονομιά.
Στον Συντονισμό των σωματείων που κινητοποιήθηκαν συμμετείχαν ο Ενιαίος Σύλλογος Υπαλλήλων ΥΠΠΟ Αττικής, Στερεάς και Νήσων, το Τμήμα Πολιτισμού της ΕΜΔΥΔΑΣ Αττικής, ο ΠΑΣΥΠΑΤΕ, το Πανελλήνιο Σωματείο Εκτάκτου Προσωπικού, η Πανελλήνια Ένωση Συντηρητών Αρχαιοτήτων, ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων και ο Σύλλογος Εκτάκτων Αρχαιολόγων. Προχώρησαν σε στάση εργασίας και ζήτησαν την απόσυρση του νομοσχεδίου.
Οι εργαζόμενοι υποστηρίζουν ότι η νέα Α.Ε., με διάρκεια πενήντα ετών:
– θα υποκαταστήσει και θα συρρικνώσει τον δημόσιο Οργανισμό Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων
– θα αναλάβει έσοδα από εισιτήρια, πωλητήρια και αναψυκτήρια, εμπορικές χρήσεις και εκδηλώσεις σε μνημεία,
– καθώς και τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων.
– Καταγγέλλουν ότι ένα διορισμένο διοικητικό συμβούλιο και ένας ισχυρός διευθύνων σύμβουλος θα αποκτήσουν αρμοδιότητες οι οποίες σήμερα υπάγονται στην Αρχαιολογική Υπηρεσία και σε όργανα της δημόσιας διοίκησης.
– Εκτιμούν επίσης ότι θα γενικευτούν οι εργολαβίες, τα «μπλοκάκια» και το ενοικιαζόμενο προσωπικό αντί για μόνιμες προσλήψεις.
Ο Σύλλογος Ελλήνων Αρχαιολόγων μιλά για «θεμελιώδη μεταβολή» στην άσκηση δημόσιας εξουσίας. Θεωρεί ότι ο θεσμικός δημόσιος έλεγχος αντικαθίσταται σταδιακά από ένα σύστημα εταιρικής διακυβέρνησης, στο οποίο η λογοδοσία περνά σε διορισμένα εταιρικά όργανα και εξωτερικούς συνεργάτες. Κατά τον ΣΕΑ, αυτό δημιουργεί θεσμικό έλλειμμα και κίνδυνο κακοδιαχείρισης πόρων και δημόσιας περιουσίας.
Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται η ΑΔΕΔΥ. Ζητά να μην εκχωρηθεί καμία αρμοδιότητα του ΟΔΑΠ ή της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας σε εταιρείες και ιδιώτες, απαιτεί μαζικές προσλήψεις μόνιμου προσωπικού, μονιμοποίηση των συμβασιούχων, πλήρη κρατική χρηματοδότηση και ελεύθερη πρόσβαση του λαού στην πολιτιστική κληρονομιά. Προειδοποιεί ότι ο επιστημονικός, μορφωτικός και κοινωνικός ρόλος των μνημείων θα υποχωρήσει απέναντι στις ανάγκες της τουριστικής βιομηχανίας και του εμπορικού κέρδους.
Η κοινοβουλευτική αντιπολίτευση εμφανίζεται επίσης συνολικά αρνητική, παρότι διατυπώνει διαφορετικές αποχρώσεις κριτικής. Το ΠΑΣΟΚ χαρακτηρίζει αδικαιολόγητη την παράκαμψη του ΟΔΑΠ και κάνει λόγο για μια «CEO-κεντρική» εταιρεία που υποτάσσει την πολιτιστική πολιτική σε business plan. Ο ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζει ότι ο πολιτισμός μετατρέπεται σε επενδυτικό πεδίο και οικονομικό μέγεθος. Το ΚΚΕ μιλά για αποφασιστικό βήμα εμπορευματοποίησης, που μετατρέπει τα μνημεία από πηγές ιστορικής γνώσης σε τουριστικά προϊόντα. Η βουλεύτρια της Νέας Αριστεράς, Σία Αναγνωστοπούλου, καταγγέλλει ιδιωτικοποίηση των εσόδων, αδιαφανή διαχείριση μεγάλων πόρων και δημιουργία μιας νέας κρατικοδίαιτης διοικητικής ελίτ. Ενστάσεις και ερωτήματα διατύπωσαν επίσης η Ελληνική Λύση, η Πλεύση Ελευθερίας και η Νίκη.
Αντίθετα, ο Σύνδεσμος Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων υποδέχθηκε θετικά τη σύσταση της νέας εταιρείας, θεωρώντας ότι μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη ευελιξία, ταχύτερες αποφάσεις, αύξηση εσόδων και στενότερη σύνδεση πολιτισμού και τουρισμού. Ζήτησε μάλιστα ενισχυμένη συμμετοχή του τουριστικού κλάδου στη διοίκηση και στον σχεδιασμό της νέας δομής. Η τοποθέτηση αυτή ενισχύει, για τους επικριτές, ακριβώς τον βασικό τους φόβο: ότι τα μνημεία θα αντιμετωπίζονται όλο και περισσότερο ως τμήματα του τουριστικού προϊόντος με τις ανάλογες μέριμνες.
Κοινή συνισταμένη της κοινωνικής, συνδικαλιστικής και πολιτικής αντιπολίτευσης αποτελέι πως το νομοσχέδιο θα προκαλέσει συρρίκνωση του ΟΔΑΠ και της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, μεταφορά δημόσιων αρμοδιοτήτων σε μια εταιρική διοίκηση περιορισμένης λογοδοσίας, αύξηση των εργολαβιών και των ελαστικών εργασιακών σχέσεων και σταδιακή υποταγή της προστασίας, της επιστημονικής έρευνας και της ισότιμης πρόσβασης στη λογική της κερδοφορίας. Η κυβέρνηση μιλά για σύγχρονη και αποτελεσματική διαχείριση· οι αντίπαλοί της βλέπουν τη θεσμοθέτηση ενός «Πολιτισμού Α.Ε.», όπου η πολιτιστική κληρονομιά παύει να αποτελεί πρωτίστως δημόσιο αγαθό και μετατρέπεται σε οικονομικό χαρτοφυλάκιο.





