Οι ελληνικές αυταπάτες κατέρρευσαν σε ζωντανή μετάδοση

H σύνοδος του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα αποδείχθηκε ιδιαίτερα χρήσιμη για την ελληνική διπλωματία και για τον τρόπο με τον οποίο η χώρα πορεύεται τα τελευταία χρόνια ως προς τα ελληνοτουρκικά. Χρήσιμη γιατί διαλύθηκαν, σε ζωντανή μετάδοση, μύθοι χρόνων ή καλύτερα επικοινωνιακά τρικ της κυβέρνησης με τα οποία ήθελε να ταϊζει το “πατριωτικό” κοινό της.

Οι δύο μύθοι

Ο πρώτος μύθος που κατέρρευσε με πάταγο, είναι αυτός που θέλει την Τουρκία διεθνώς απομονωμένη και χωρίς προσβάσεις σε χρήσιμες γι’ αυτήν συμμαχίες. Η «Εποχή» έχει επισημάνει πολλές φορές ότι πρόκειται για πυροτέχνημα, τώρα μάλλον έγινε κατανοητό απ’ όλους. Δεν ήταν μόνο τα συνεχή εγκώμια του Ντόναλντ Τραμπ προς την Τουρκία και τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν προσωπικά, αλλά αυτός ο αέρας σιγουριάς που απέπνεε ο Τούρκος ηγέτης κατά τη διάρκεια των εργασιών της Συνόδου. Ο Ερντογάν, παλιά καραβάνα πια και ιδιαίτερα έμπειρος, δεν είχε κανένα πρόβλημα να κατακεραυνώσει τον βασικό σύμμαχο των ΗΠΑ, το Ισραήλ, και ταυτόχρονα να διαπραγματεύεται σαν ίσος προς ίσον την επιστροφή της χώρας του στο πρόγραμμα των μαχητικών F-35.

Έγινε, σαφές, σε όλους τους τόνους ότι η Τουρκία είναι ένα σημαντικό μέρος στο διεθνές γίγνεσθαι, ένα μέρος που δεν είναι δυνατόν να αγνοηθεί όταν μιλάμε για ευρύτερες υποθέσεις που αφορούν την Ανατολική Μεσόγειο και το Αιγαίο. Όσοι πόνταραν στο χαρτί της «απομόνωσης» της γειτονικής χώρας, είτε εξέφραζαν ευσεβείς πόθους είτε απλά έλεγαν ψέματα που διαχρονικά θέλει να ακούει το ελληνικό κοινό, το οποίο έχει μάθει να αισθάνεται φοβικότητα μπροστά στον γείτονα. Η ελληνική διπλωματία από εδώ και στο εξής δεν μπορεί να χρησιμοποιεί παρόμοια φληναφήματα και οφείλει να έχει στα υπόψιν  ότι οι γείτονες είναι μια μεσαίου βεληνεκούς δύναμη, που έχει λόγο και εκτόπισμα. Η αλήθεια, έτσι και αλλιώς, είναι πάντα ο καλύτερος σύμβουλος για μια εθνικά υπεύθυνη και συνάμα αποτελεσματική εξωτερική πολιτική.

Παράλληλα, κατέρρευσε και ο μύθος της επιτυχίας της μεθόδου του πρόθυμου και δεδομένου συμμάχου. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης (βαθιά ατλαντιστής, έτσι και αλλιώς, ο ίδιος) και η κυβέρνησή του εξέλιξαν σε δόγμα εξωτερικής πολιτικής την απόλυτη αμερικανοφιλία και παράλληλα το βάθεμα των σχέσεών μας με το Ισραήλ εν μέσω της γενοκτονίας του παλαιστινιακού λαού. Η τακτική «ο εχθρός του εχθρού μου είναι για μένα ο καλύτερος φίλος και σύμμαχος» εφαρμόστηκε με πενιχρά αποτελέσματα. Ο Μπενιαμίν Νετανιάχου μπορεί να ούρλιαζε ότι η Τουρκία πρέπει να μείνει μακριά από το πρόγραμμα των F-35, αλλά το αυτί του Τραμπ δεν ίδρωσε. Ξέρουμε επίσης ότι ακόμα και για μέλη της τραμπικής κυβέρνησης, ο Νετανιάχου εξελίσσεται σε παράγοντα όχλησης, υπάρχουν φωνές αυτή την ώρα στο Λευκό Οίκο που υποστηρίζουν ότι οι ΗΠΑ θα πρέπει να σταματήσουν να στηρίζουν τον Ισραηλινό πρωθυπουργό και τις γενοκτονικές τακτικές του.

Όμως η ελληνική κυβέρνηση ρότα δεν αλλάζει. Παραμένει μία από τις πιο πιστές συμμάχους του Ισραήλ στην Ευρωπαϊκή Ένωση πιστεύοντας ότι μ’ αυτόν τον τρόπο μπορεί να επηρεάσει τις αποφάσεις των ΗΠΑ στα εξοπλιστικά. Τίποτα τέτοιο δεν φάνηκε στην Άγκυρα. Όπως έγραψε χαρακτηριστικά σε σχετική ανάρτησή του στο facebook, ο καθηγητής του Πανεπιστημίου Μακεδονίας Πάνος Κουργιώτης, «οι γνωστοί εγχώριοι αναλυτές διαμηνύουν σε όλους τους τόνους ότι η αναβάθμιση της Τουρκίας (οι ίδιοι έβλεπαν όλο το προηγούμενο διάστημα τον Ερντογάν να τρώει το ένα χαστούκι μετά το άλλο!) πρέπει να αντισταθμιστεί με αναβάθμιση των συμμαχιών μας με το Ισραήλ. Όλα αυτά, βέβαια, στον -ηδονικό για τους ίδιους- απόηχο όποιας επικοινωνιακής αρλούμπας εκτοξεύει ο Νετανιάχου». Αδιέξοδο, κοντολογίς. Η τακτική μας δεν φαίνεται να δουλεύει στο πεδίο και οι επιδιώξεις μας μάλλον δεν έχουν μεγάλη σχέση με τη διαμορφωμένη πραγματικότητα.

Περί casus belli  

Στην Άγκυρα ο Κυριάκος Μητσοτάκης έπαιξε το χαρτί του casus belli. Ο φιλοκυβερνητικός Τύπος έσπευσε να μιλήσει για «βόμβα» που πυροδότησε ο Έλληνας πρωθυπουργός και να κάνει πρωτοσέλιδο τη φράση του «ιστορική ανορθογραφία». Ο κ. Μητσοτάκης καλά έκανε και έθεσε το ζήτημα. Το θέμα είναι όμως ποιος τον άκουσε και ποιος τον πήρε στα σοβαρά. Πράγματι, η απειλή πολέμου που βάζει η Τουρκία συνιστά αγκάθι στις σχέσεις των δύο πλευρών και εμπόδιο στην όποια προσπάθεια προσέγγισης με διαδικασίες που προβλέπονται από το Διεθνές Δίκαιο. Όμως ο τρόπος με τον οποίο πολιτεύτηκε όλο το προηγούμενο διάστημα η κυβέρνηση Μητσοτάκη και κυρίως η εφαρμογή του δόγματος του δεδομένου συμμάχου αδυνάτισε την όποια διαπραγματευτική θέση της χώρας. Η Ελλάδα βρίσκει μπροστά της τα αδιέξοδα που η ίδια έχτισε δίνοντας γη και ύδωρ σε ΗΠΑ και Ισραήλ και απομακρυνόμενη από μια πολυτασική, πλουραλιστική εξωτερική πολιτική, που θα την παρουσίαζε όχι ως δεδομένο σύμμαχο, αλλά ως δυναμικό εταίρο με υποχρεώσεις αλλά και δικαιώματα.

Ωστόσο, ο κ. Μητσοτάκης, ακόμα και στην Άγκυρα, δεν έχασε την ευκαιρία να παρουσιάσει την Ελλάδα ως το καλό παιδί του ΝΑΤΟ. Με…καμάρι ανακοίνωσε ότι η χώρα ξοδεύει περισσότερο από το 3% του ΑΕΠ της για αμυντικές δαπάνες και έδωσε ουσιαστικά δίκιο στον Τραμπ και στο αίτημά του να ξοδεύουν οι Ευρωπαίοι περισσότερα για την ασφάλειά τους (και παράλληλα να πληρώνουν τις συνέπειες των πολέμων που οι ΗΠΑ εξαπολύουν στη Μέση Ανατολή ακολουθώντας την παράνοια του Νετανιάχου).

Τελικά, ο πρωθυπουργός τα μούσκεψε κατά το κοινώς λεγόμενο. Έφυγε από την Άγκυρα περισσότερο προβληματισμένος απ’ ό,τι πήγε, ενώ ακόμα και στο επίπεδο των εντυπώσεων έχασε. Ο Ερντογάν, μέγας λαϊκιστής και λαοπλάνος ταυτόχρονα, υποδέχθηκε το πρωθυπουργικό ζεύγος στην Άγκυρα με…οθωμανικούς ύμνους παραβιάζοντας το σχετικό πρωτόκολλο. Δεν απέμεινε εν τέλει τίποτα να «πουλήσει» ο κ. Μητσοτάκης από τη συμμετοχή του στη σύνοδο του ΝΑΤΟ, γι’ αυτό και επιστρατεύτηκαν οι ύμνοι για το ζήτημα του casus belli και την «τόλμη» του να το θέσει στους εταίρους. Το επιχείρημα αυτό, όμως, δύσκολα μπορεί να πείσει ακόμα και τους ακραιφνείς μητσοτακικούς.      

Credits: Γραφείο Πρωθυπουργού/ eurokinissi