Σε μια καινούργια επίδειξη του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον χώρο του πολιτισμού, το υπουργείο Πολιτισμού και η επικεφαλής του, Λίνα Μενδώνη, προχώρησαν, μέσω του αρμόδιου Οργανισμού Διαχείρισης και Ανάπτυξης Πολιτιστικών Πόρων (ΟΔΑΠ), σε διαγωνισμό που εκπαραθυρώνει τους μέχρι σήμερα εκμισθωτές υπαρχόντων καφέ σε μουσεία και αρχαιολογικούς χώρους και δίνει τη δυνατότητα μόνο σε μεγάλες αλυσίδες να τα λειτουργήσουν. Ο συγκεκριμένος διαγωνισμός είχε ως όρο ο ενδιαφερόμενος να επιλέξει μία από τις τρεις μεγάλες ομάδες αναψυκτηρίων, ενώ όρο επίσης αποτελούσε τα τελευταία πέντε χρόνια ο ενδιαφερόμενος να έχει ετήσιο κύκλο εργασιών μεγαλύτερο του 1.000.000 ευρώ. Και οι δύο αυτοί όροι ήταν απαγορευτικοί για μικρομεσαίους επιχειρηματίες, που δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να μισθώσουν μεγάλο αριθμό αναψυκτηρίων. Το –επιδιωκόμενο– αποτέλεσμα είναι η ανάθεση διαχείρισης σημείων εστίασης σε 95 αρχαιολογικούς χώρους και μουσεία να περάσει στην εταιρεία «Κλασικοί δρόμοι», θυγατρική της «Γρηγόρης μικρογεύματα» και οι σημερινοί εκμισθωτές των σχετικών χώρων, όπου υπήρχαν, να αποβληθούν.
Οι διαμαρτυρίες μέχρι σήμερα εκμισθωτών, πολιτών αλλά και φορέων πολιτισμού, εκδηλώσεις των οποίων φιλοξενήθηκαν με μεγάλη επιτυχία σε τέτοιους χώρους, ήταν άμεσες και εκθέτουν την ηγεσία του ΥΠΠΟ. Η Αιμιλία Κουγιά, πρόεδρος της Εταιρείας Μουσείων Εστίασης Α.Ε. και υπεύθυνη των καφέ του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου και του Νομισματικού Μουσείου, που είναι μερικά από αυτά που περνούν στη μεγάλη αλυσίδα εστίασης, θέτει τον πυρήνα του προβλήματος: «Είναι μια προσπάθεια εξαφάνισης του μικρομεσαίου επιχειρηματία, μια προσπάθεια να γίνουμε όλοι υπάλληλοι των μεγάλων εταιρειών. Ο ανάδοχος μπορεί όντως να κάνει ένα ωραίο αναψυκτήριο, δεν είναι εκεί όμως το θέμα. […] Τίθεται το ερώτημα, είναι ωραίο να είναι ένας και όλοι να είμαστε υπάλληλοι ενός;» [reporter.gr]
Ενώ ο Γιώργος Θαλασσινός, ιδιοκτήτης της Εταιρείας Μουσείων Εστίασης Α.Ε. επισημαίνει ότι ο νέος ανάδοχος «αφενός δεν έχει καμία απολύτως επαφή με τον πολιτισμό, αφετέρου δεν λειτουργεί χώρους εστίασης, είναι μια αλυσίδα που κάνει franchise, δεν λειτουργεί η ίδια τους χώρους. Τα καφέ αυτά λειτουργούν κάτω από πολύ υψηλές απαιτήσεις, έχουν ένα πολύ καλό και ιδιαίτερο κοινό. Το υπουργείο μας διώχνει με τρομερή βαρβαρότητα, είναι σαν να κλείνει ένας ιστορικός κινηματογράφος. Για το Νομισματικό Μουσείο το λουκέτο μας θα φέρει πολύ μεγάλη υποβάθμιση, γιατί έγινε γνωστό από το καφέ του. Τώρα που το καφέ δεν θα υπάρχει το μουσείο θα υποστεί πλήγμα. Η δική μας επιχείρηση θα μεταφερθεί κάπου αλλού, όμως ο συγκεκριμένος χώρος στον κήπο ήταν ιδανικός για πολιτιστικά δρώμενα» [parallaximag.gr]. Ενώ σημειώνει επίσης: «Κάναμε εκατοντάδες μικρές συναυλίες, με καινούργιους και με γνωστούς καλλιτέχνες, κάναμε εκατοντάδες παρουσιάσεις βιβλίων, κάναμε κινηματογραφικές και ποιητικές βραδιές, κάναμε ό,τι μπορεί κανείς να φανταστεί από πολιτιστικές δράσεις. Για όλα αυτά έχουμε εισπράξει χιλιάδες φορές εγκωμιαστικές κριτικές, οι οποίες είναι δημοσιευμένες. Δεν τα λαμβάνουν υπόψη τους αυτά». [reporter.gr]
Το ΥΠΠΟ έσπευσε να απαντήσει και οι μέχρι σήμερα εκμισθωτές να ανταπαντήσουν διαψεύδοντας το ΥΠΠΟ. Η ανταλλαγή αυτή τίποτα περισσότερο δεν πρόσθεσε στη μέχρι τώρα καταγεγραμμένη πραγματικότητα. Ανακοίνωση εξέδωσε και η αλυσίδα «Γρηγόρης μικρογεύματα» επιχειρώντας να διαλύσει «εντυπώσεις που δεν έχουν καμιά σχέση με την πραγματικότητα», όπως ισχυρίστηκε. Όμως οι «μύθοι» που προσπάθησε να αποδομήσει δεν απαντούν στην ουσία του προβλήματος, η οποία αφορά το ίδιο το ΥΠΠΟ. Για παράδειγμα, η ανάδοχος εταιρεία χαρακτηρίζει «συκοφαντική κρίση» τον ισχυρισμό ότι ο διαγωνισμός ανατέθηκε με φωτογραφικό και χαριστικό τρόπο παραθέτοντας το πλήθος των συμμετεχόντων στον διαγωνισμό (τέσσερις) και αναφέροντας το γεγονός ότι η επιτροπή έκρινε με βάση τα κριτήρια. Μα τα κριτήρια ήταν που αποτελούσαν το πρόβλημα και απόδειξη του χαρακτήρα αποκλεισμού που είχαν τα κριτήρια αποτελεί και ο αριθμός των συμμετεχόντων στον διαγωνισμό.
Άλλα λόγια να αγαπιόμαστε, λοιπόν, ενώ τα βέλη της «αγάπης» δείχνουν την ηγεσία του ΥΠΠΟ, για άλλη μια φορά, το οποίο επιμένει σταθερά να αποδεικνύει ότι αντιλαμβάνεται τους αρχαιολογικούς χώρους και τα μουσεία ως χώρους απόδοσης κερδών με όποιο τίμημα. Ακόμα κι αν το τίμημα είναι ο πολιτισμός, αφού αυτός θα πληγεί από τον καινούργιο χαρακτήρα των σημείων συνάντησης και το έλλειμμα των εκδηλώσεων που τροφοδοτούσαν την ψυχή και το μυαλό μας και όχι την κοιλιά μας.





