Ένα τετράδιο που πέφτει στα χέρια ενός γιατρού γίνεται η αφετηρία για την αποκάλυψη μιας εφιαλτικής πραγματικότητας. Στα βάθη της τροπικής ζούγκλας, κάπου στην Κεντρική Αμερική, ένα παράνομο στρατόπεδο κράτησης μετατρέπεται σε τόπο ιατρικών πειραμάτων πάνω σε πολιτικούς κρατούμενους, με την ανοχή και την κάλυψη της κρατικής εξουσίας. Στη Μυστική φυλακή (μτφ. Κώστας Αθανασίου, εκδ. Καστανιώτη, 2026· το βιβλίο πλαισιώνεται από διαφωτιστικά συνοδευτικά κείμενα), ο Ροδρίγο Ρέι Ρόσα συνθέτει μια υποβλητική αλληγορία για τη βία, την καταπίεση και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, ένα βιβλίο που, αν και γεννήθηκε από την ιστορική εμπειρία της Γουατεμάλας, υπερβαίνει τα όρια ενός συγκεκριμένου τόπου και χρόνου. Συνομιλώντας με τη Σωφρονιστική αποικία του Κάφκα, αλλά και με τη σκέψη του Βιτγκενστάιν και του Φουκώ, η νουβέλα εξερευνά τη σχέση ανάμεσα στη γλώσσα, τη σκέψη και τους μηχανισμούς εξουσίας, θέτοντας διαχρονικά ερωτήματα για την ελευθερία, την επιτήρηση και την αντίσταση. Με αφορμή την παρουσία του συγγραφέα στην Αθήνα, στο πλαίσιο του 18ου Ιβηροαμερικανικού Φεστιβάλ Λογοτεχνίας ΛΕΑ, συνομιλήσαμε με τον Ροδρίγο Ρέι Ρόσα για τις λογοτεχνικές και φιλοσοφικές καταβολές του έργου, τη μνήμη της βίας στη Γουατεμάλα, αλλά και για τη γραφή ως πράξη ελευθερίας απέναντι σε κάθε μορφή ελέγχου.

Το βιβλίο ανοίγει με ένα μότο του Βιτγκενστάιν, το οποίο τοποθετεί εξαρχής στο επίκεντρο τη σχέση ανάμεσα στη γλώσσα και τη σκέψη. Γιατί επιλέξατε να ξεκινήσετε με αυτό το συγκεκριμένο απόσπασμα; Λειτουργεί ως ερμηνευτική πυξίδα για ολόκληρο το μυθιστόρημα;
Το ακριβές απόσπασμα είναι το εξής: «Μπορεί να πούμε ότι η σκέψη είναι, κατά βάσιν, ένας χειρισμός σημείων. Αυτή η δραστηριότητα εκτελείται με το χέρι, όταν σκεφτόμαστε γράφοντας⋅ με το στόμα και τον λάρυγγα, όταν σκεφτόμαστε μιλώντας⋅ κι όταν σκεφτόμαστε φανταζόμενοι σημεία και εικόνες, δεν μπορούμε να βρούμε κάποιο σκεπτόμενο υποκείμενο». Πέρα από τη σχέση γλώσσας και σκέψης («Τα όρια της γλώσσας μου είναι τα όρια του κόσμου μου»), εκείνο που με εντυπωσίασε, καθώς άρχιζα να γράφω το μυθιστόρημα, ήταν η αναφορά στο ίδιο το χέρι ως όργανο της σκέψης. Αυτή η ιδέα λειτουργεί πράγματι ως μια μορφή πυξίδας· δεν πρόκειται απλώς για ένα εμβληματικό απόφθεγμα, αλλά για το σημείο εκκίνησης του βιβλίου.
Με ποια λογοτεχνικά, φιλοσοφικά ή ακόμη και πολιτικά έργα θεωρείτε ότι συνομιλεί η Μυστική Φυλακή; Υπήρξαν συγγραφείς ή στοχαστές που επηρέασαν καθοριστικά τη σύλληψη αυτού του βιβλίου;
Σίγουρα με τη Σωφρονιστική αποικία του Κάφκα και με το Σχέδιο Διαφυγής του Μπιόι Κασάρες. Το όνομα «δόκτωρ Πελκάρι» εμφανίζεται σε μια υποσημείωση αυτού του μυθιστορήματος – του αγαπημένου μου έργου επιστημονικής φαντασίας στην ισπανική γλώσσα, μαζί με την Εφεύρεση του Μορέλ.
Μήνες προτού γράψω τη Μυστική φυλακή, διάβαζα και ξαναδιάβαζα πολύ τον Χόρχε Λουίς Μπόρχες και, παράλληλα, τον Βιτγκενστάιν – ή, μάλλον, τους μαθητές του, που εξέδωσαν τις σημειώσεις από τις διαλέξεις, τα τετράδια και τα ημερολόγιά του. Σκέφτομαι επίσης τον Φουκώ, αν και πριν γράψω αυτή την ιστορία είχα διαβάσει μόνο αποσπάσματα από ένα βιβλίο του. Το Επιτήρηση και τιμωρία: Η γέννηση της φυλακής ήταν υποχρεωτικό ανάγνωσμα στη σχολή κινηματογράφου της Νέας Υόρκης, όπου φοίτησα για έναν χρόνο προτού φύγω για την Ταγγέρη. Αργότερα άρχισα να διαβάζω ό,τι έργο του μπορούσα να βρω. Επίσης, η ταινία Ένας καταδικασμένος σε θάνατο δραπέτευσε του Ρομπέρ Μπρεσόν…
Παρότι ο χρόνος και ο τόπος παραμένουν σκόπιμα ακαθόριστοι, το μυθιστόρημα παραπέμπει σαφώς στη Γουατεμάλα. Γιατί επιλέξατε αυτή την αφηγηματική ασάφεια; Σκοπός σας ήταν να υπερβείτε ένα συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο και να μιλήσετε για μια πιο οικουμενική ανθρώπινη εμπειρία;
Το να μην κατονομάζω τη Γουατεμάλα, αλλά απλώς να την υπαινίσσομαι, είναι ένα λογοτεχνικό παιχνίδι, ένας περιορισμός που έχω επιβάλει στον εαυτό μου γράφοντας αρκετά από τα μυθιστορήματά μου. Ίσως στις πρώτες περιπτώσεις να ήταν ένας (απατηλός) τρόπος να προστατευτώ από ενδεχόμενα αντίποινα, γιατί τη δεκαετία του 1980, όταν έγραφα τα πρώτα μου βιβλία, ο εμφύλιος πόλεμος της Γουατεμάλας –που διήρκεσε τριάντα έξι χρόνια, από το 1960 έως το 1996, ένας πόλεμος που διεξαγόταν σχεδόν μέσα στη σιωπή, αποσιωπημένος από τον Τύπο, σαν να εξελισσόταν πίσω από την πλάτη του κόσμου– απείχε ακόμη πολύ από το τέλος του. Ως τη δεκαετία του 1980, η σύγκρουση είχε αναγκάσει σχεδόν όλους τους ενεργούς συγγραφείς να εγκαταλείψουν τη χώρα. Οι συγγραφείς από τη Γουατεμάλα που μπορούσαμε να διαβάσουμε εκείνα τα χρόνια ήμασταν σχεδόν όλοι στην εξορία, άλλοι εξαιτίας του πολέμου και άλλοι ήδη από πιο νωρίς. Ελάχιστοι παρέμεναν στη χώρα, γράφοντας υπό τη σκιά της λογοκρισίας και συχνά καταφεύγοντας στο φανταστικό, όπως ο Λουίς δε Λιόν, ο οποίος απήχθη και δολοφονήθηκε το 1984, κοντά στο παλιό κτήριο του πανεπιστημίου στην πρωτεύουσα, από πράκτορες των μυστικών υπηρεσιών του στρατού της Γουατεμάλας. Το μυθιστόρημά του El tiempo principia en Xibalbá, το οποίο παραπέμπει στο ιερό βιβλίο των Μάγια, το Πόπολ Βου (γνωστό και ως Βιβλίο της Συμβουλής), εκδόθηκε μετά θάνατον, το 1985.
Το μοτίβο της φυλακής επανέρχεται συχνά στο έργο σας. Τι είναι αυτό που σας οδηγεί διαρκώς πίσω σε αυτό;
Ο τρόπος με τον οποίο εξελίσσεται ο κόσμος, ιδιαίτερα όσον αφορά την τεχνολογία και τους μηχανισμούς ελέγχου, συνέβαλε στο να παραμένει ζωντανή αυτή η ανησυχία.
Τι συμβολίζει ο Γιου, ο πρωταγωνιστής του μυθιστορήματος; Και ποια σημασία έχει για εσάς η ικανότητα που αποκτά σταδιακά να σκέφτεται και να γράφει;
Δεν σκοπεύω ποτέ οι πρωταγωνιστές μου να συμβολίζουν κάτι συγκεκριμένο. Το γεγονός ότι η γραφή –ή η σκέψη μέσω της γραφής– μας βοηθά να απελευθερωθούμε από ανεπιθύμητες εξωτερικές επιρροές ή μορφές ελέγχου αποτελεί προσωπική, αυτοβιογραφική εμπειρία. Η απόλυτη ελευθερία από τα πάντα εκτός από τους κανόνες που επιβάλλει κανείς στον ίδιο του τον εαυτό, προϋποθέτει το είδος της γραφής που με ενδιαφέρει και έχει για μένα, φυσικά, ύψιστη σημασία.
Περάσατε πολλά χρόνια ζώντας μακριά από τη Γουατεμάλα. Πώς διαμόρφωσε τη γραφή σας η εμπειρία της εξορίας ή της απόστασης;
Δεν μπορώ να γνωρίζω πώς θα είχε εξελιχθεί η γραφή μου αν δεν είχα φύγει από τη Γουατεμάλα. Μου αρέσει να πιστεύω ότι η απόσταση μού χάρισε μια κάποια προοπτική. Η διαρκής παρουσία της βίας στη γραφή μου δεν είναι ούτε εμμονή ούτε θέμα. Για όσους ζουν στην Κεντρική Αμερική, η βία αποτελεί εδώ και πολύ καιρό κάτι τόσο καθημερινό όσο το ψωμί.
Φωτογραφία: Wikipedia





