Είπα θα φύγω. Τώρα. Μ’ ό,τι να ‘ναι: τον σάκο μου
τον ταξιδιωτικό στον ώμο’ στην τσέπη μου έναν Οδηγό’
τη φωτογραφική μου μηχανή στο χέρι. Βαθιά στο χώμα
και βαθιά στο σώμα μου θα πάω να βρω ποιος είμαι.
Τι δίνω, τι μου δίνουν και περισσεύει το άδικο
Οδυσσέας Ελύτης, από τον Μικρό Ναυτίλο
Το καλοκαίρι κουβαλάει το στίγμα του ακαριαίου. Είναι τέτοια η πίεση στο σώμα από το φως που του επιβάλλει μια μόνιμη αίσθηση παρόντος. Σαν να συντελείται κάθε φορά από την αρχή. Το σώμα υπάρχει πιο έντονα μέσα στο φως. Και αν καταφέρεις να προσπεράσεις τον κάματο, την αφυδάτωση, την εξάντληση αντιλαμβάνεσαι πως αυτή δεν είναι μια απλή συνθήκη αλλά ένας τρόπος ζωής. Ένας τρόπος που μπορείς να αποφύγεις, απλώς να τον αγνοήσεις ή να τον αγκαλιάσεις.
Μέσα στο φως όλα γίνονται μεσημέρι. Και μέσα στο μεσημέρι λάμπουν διδάγματα από άλλες μεσογειακές ακτές. Στον «Επαναστατημένο άνθρωπο» ο Αλμπέρ Καμύ καταλήγει στη «Σκέψη του μεσημεριού». Το δίδαγμά της είναι η επιβολή του μέτρου ενάντια στην απόλυτη βεβαιότητα, προτείνοντας μια ζωή που ισορροπεί ανάμεσα στη δημιουργική εξέγερση και στην αποδοχή της ομορφιάς του κόσμου. Ο μεσημεριανός ήλιος, που κυριαρχεί στη μεσογειακή φύση του Καμύ, συμβολίζει τη χαρά της ύπαρξης. Μας διδάσκει να απολαμβάνουμε την παρούσα στιγμή χωρίς καταστροφικές υπερβολές. Ναι το παράλογο υπάρχει αλλά αυτό είναι μια αρχή που μπορεί να μετατραπεί σε ελευθερία, σε πάθος, σε εξέγερση και σε δημιουργία.
Η φιλοσοφία του Καμύ, η σκέψη πίσω από τα ποιήματα του Σεφέρη ή του Ελύτη, διαβασμένα μέσα στον κατακόρυφο ήλιο σε μια παραλία ή ένα λιμάνι δεν μοιάζουν με προτάσεις αλλά με αποκωδικοποιήσεις. Το φως καθιστά τα πάντα οικεία. Σαν να μοιραζόμαστε τις σκέψεις μας με αγνώστους που στέκονται λίγο παρακάτω χωρίς να μιλούμε. Εδώ οι σκιές είναι λεπτές. Ανήμπορες να κρύψουν τα νοήματα. Οι σκέψεις του φωτός, οι στίχοι του φωτός υπάρχουν μες στην οικειότητα. Συνομιλούν όχι με τον νου μας αλλά με τον ιδρώτα μας, την όρασή μας, την ανάσα μας που ανηφορίζει. Διαβάζοντάς τα έχεις την αίσθηση πως βρίσκονταν πάντοτε εκεί. Σαν κοχύλια σπαρμένα στις παραλίες από άγνωστα χέρια.
Ο τουρισμός, η μετατροπή του τοπίου με βάση την παροχή απόλαυσης, η συμβατική άνεση μιας ζωής που δεν εξετάζει όσα την περιβάλλουν δεν είναι καλοκαίρι. Είναι αντιστροφή του καλοκαιριού. Μια προσπάθεια μετατροπής του σε άκοπη απόλαυση, μια αντίληψη του σώματος και του κόσμου με όρους επιταχυνόμενου ρηχού ηδονισμού. Είναι το καλοκαίρι των ψυχικά άφλεκτων. Η μετατροπή της κοινωνικής οικειότητας σε πλαστική ρουτίνα. Ένας εκχυδαϊσμός από την μεριά αυτών που ούτε κατάλαβαν ούτε θέλουν να καταλάβουν. Ο τουρισμός είναι ο υπερθετικός του πληθυντικού. Ενώ το πραγματικό καλοκαίρι είναι πάντοτε ενικό. Μια συνθήκη όπου το κάθε σώμα υπάρχει πρωτίστως καθαυτό και αναζητά την επέκτασή του στη συνέχεια. Ως ένωση με άλλα σώματα, ως συναναστροφή, ως συνύπαρξη. Συνθήκες που θα παρέμεναν επιφανειακές αν δεν είχε προηγηθεί ο πρωταρχικός καλοκαιρινός ενικός. Ας σκεφτούμε μόνο πόση μοναξιά υπάρχει στους στίχους του Ελύτη που αναφέρονται στο καλοκαίρι. Και ας σκεφτούμε πως αυτή η μοναξιά γίνεται τελικά και μια μοναξιά συλλογική στα έργα του που μιλούν για την χώρα του και την διαδρομή της.
Κάθε καλοκαίρι ψάχνουμε αυτή τη δημιουργική μοναξιά του ενικού εαυτού μας. Ώστε να μπορέσουμε να αντισταθούμε στην ρουτίνα, τον πλαστικό πληθυντικό, τις ορδές του ανεξέταστου. Ώστε να μπορέσουμε να συνδεθούμε με όρους αληθινούς με τους άλλους.
Credits
Βασίλης Ρεμπάπης / Eurokinissi





