Ο ρόλος των αστικών ρεμάτων στην αντιπλημμυρική προστασία της πόλης είναι αυτονόητος όσο αυτονόητη είναι η σύνδεσή τους με τη βελτίωση του μικροκλίματος, του δροσισμού, της σκίασης, της αναψυχής και της βιοποικιλότητας στις αστικές περιοχές. Στην τρέχουσα αντίληψη, ότι δεν είναι εφικτή η ταυτόχρονη αντιπλημμυρική προστασία με την περιβαλλοντική ανάδειξη των ρεμάτων στη φυσική τους μορφή, τόσο η αρχιτεκτονική τοπίου όσο και η υδρολογία προσφέρουν τη δυνατότητα σχεδιασμού έργων και στη λεκάνη απορροής καθώς και εντός της κοίτης ώστε να επιτυγχάνονται ταυτόχρονα και οι δύο ανθρώπινες ανάγκες.
Τα τμήματα των ρεμάτων που διατηρούνται στη φυσική τους μορφή ασκούν τον αντιπλημμυρικό τους ρόλο μέσω της επιβράδυνσης της ταχύτητας της ροής και της αύξησης της αποθήκευσης της απορροής εντός της κοίτης και τη μείωση της κινητικής ενέργειας της ροής που είναι υπεύθυνη για τη διάβρωση των πρανών της κοίτης, που πιθανόν να είναι σοβαρότερο πρόβλημα ακόμα και από την υπερχείλιση της κοίτης. Εφόσον η κοίτη μπορεί να ανταποκριθεί στις πλημμυρικές απορροές τοπικά, τότε η αύξηση της αποθήκευσης της κοίτης αποδεδειγμένα μειώνει τον πλημμυρικό κίνδυνο στα κατάντη. Αντίθετα, οι διευθετήσεις των ρεμάτων με σκληρά υλικά, που βεβαίως περιλαμβάνουν και τα ευρέως εφαρμοζόμενα συρματοκιβώτια, εκμηδενίζουν την αποθήκευση της κοίτης, διατηρούν σημαντικές ταχύτητες ροής με αποτέλεσμα τη διόδευση της πλημμυρικής αιχμής τάχιστα προς τα κατάντη με διαρκώς μη γραμμικά αυξανόμενο μέγεθος. Η διατήρηση υψηλών ταχυτήτων ροής σε όλο το μήκος του υδρογραφικού δικτύου είναι επικίνδυνη καθώς αρκεί ένα τυχαίο γεγονός (π.χ. φερτά υλικά μεγάλου μεγέθους) ώστε η μείωση της διατομής να προκαλέσει καταστρεπτικές υπερχειλίσεις. Ακριβώς αυτό εννοούμε με τη φράση που έχει πρωτοδιατυπωθεί στα αγγλικά «Nature ignores design that ignores nature», δηλαδή «Η φύση ακυρώνει τον σχεδιασμό που αγνοεί τη φύση». Άλλωστε οι αβεβαιότητες στον υδρολογικό σχεδιασμό είναι ακόμα εξαιρετικά σημαντικές έτσι ώστε να προκύπτει σοβαρή πιθανότητα αστοχίας έργου διευθέτησης με σκληρά υλικά.
Στρατηγικά σχέδια αντιπλημμυρικής προστασίας
Σύμφωνα με την Οδηγία για την Εκτίμηση και Διαχείριση του Πλημμυρικού Κινδύνου (Οδηγία 2007/60/ΕΕ) και των Σχεδίων Διαχείρισης (ΣΔΚΠ) με το Πρόγραμμα Μέτρων, για τις περιοχές που έχουν χαρακτηριστεί ως Ζώνες Δυνητικού Υψηλού Κινδύνου Πλημμύρας (ΖΔΥΚΠ) θα πρέπει να καταρτιστούν στρατηγικά σχέδια αντιπλημμυρικής προστασίας (αλλιώς master plans). Η προσπάθεια κατάρτισης master plan για την Αττική στην πραγματικότητα αποτελεί μια καταγραφή της υφιστάμενης κατάστασης και συγκέντρωσης των μελετών που έχουν εγκριθεί ή εκπονούνται και η προτεραιοποίηση των έργων στην ουσία είναι η τομή του τοπικού πλημμυρικού κινδύνου με την ύπαρξη εγκεκριμένων μελετών. Ο ρόλος του στρατηγικού σχεδίου αντιπλημμυρικής προστασίας δεν είναι όμως μονοδιάστατος, όπως επισήμως προωθείται. Το στρατηγικό σχέδιο αντιμετωπίζει ολιστικά τον πλημμυρικό κίνδυνο σε όλη τη λεκάνη απορροής, καθώς πράγματι η κατασκευή ενός έργου αποστράγγισης ομβρίων μειώνει τοπικά τον πλημμυρικό κίνδυνο αλλά ενδέχεται να τον αυξάνει στα κατάντη καθώς μειώνει θεαματικά τον χρόνο συρροής. Επίσης το στρατηγικό σχέδιο θα πρέπει να ενσωματώνει σε σημαντικό βαθμό τη διεθνή πρόοδο που έχει επιτευχθεί στη χρήση των πράσινων και μπλε υποδομών (ή των λύσεων βασισμένων στη φύση) που προάγουν την οικολογική ισορροπία στις αστικές περιοχές, βελτιώνουν τις μικροκλιματικές συνθήκες και εισαγάγουν την αστική βιοποικιλότητα που είναι απαραίτητη για την ευζωία των κατοίκων. Επιπλέον στα Προγράμματα Μέτρων των ΣΔΚΠ θεσμοθετείται ο σχεδιασμός των λύσεων βασισμένων στη φύση ως εναλλακτικό σενάριο στις προμελέτες των έργων αντιπλημμυρικής προστασίας και μάλιστα θα πρέπει να εξετάζονται κατά προτεραιότητα. Οι λύσεις βασισμένες στη φύση θεωρούν τις αστικές απορροές ως φυσικό πόρο, ο οποίος θα πρέπει να αποθηκεύεται και να επαναχρησιμοποιείται τοπικά με μικρά και φθηνά έργα που όμως αθροιστικά θα επιφέρουν σημαντικό αποτέλεσμα στη μείωση του πλημμυρικού κινδύνου και του κινδύνου λειψυδρίας ειδικά σε περιόδους ξηρασίας αλλά και τη βελτίωση των συνθηκών διαβίωσης.
Τέλος, θεωρούμε ότι θα έρθει κάποια στιγμή και στην καθυστερημένη χώρα μας, η πρακτική της αποκάλυψης (daylighting) των καλυμμένων ρεμάτων. Η ευαισθητοποίηση των πολιτών, η επιτυχία παρόμοιων έργων στο εξωτερικό και η αποδεδειγμένη μείωση του πλημμυρικού κινδύνου που επιφέρουν, θα πιέσουν τη Διοίκηση να αποδεχτεί και να προωθήσει τέτοιες λύσεις. Η αποκάλυψη όμως των ρεμάτων πρέπει απαραιτήτως να συνοδεύεται από την «επαναφυσικοποίηση» της κοίτης, δηλαδή με τη φύτευσή της. Δεν έχει κανένα νόημα, από την οικολογική θεώρηση, να αποκαλυφθεί ένα ρέμα διατηρώντας όμως τη διευθετημένη κοίτη. Η αποξήλωση των σκυροδεμάτων της κοίτης και η φύτευσή της, δηλαδή η επαναφυσικοποίησή της (μετά από τις σχετικές, λεπτομερείς υδραυλικές μελέτες βεβαίως) θα αυξήσει την αποθήκευση της κοίτης και τη μείωση της πλημμυρικής αιχμής αλλά ταυτόχρονα και τη βελτίωση των περιβαλλοντικών συνθηκών λόγω της φύτευσης. Δυστυχώς όμως, όχι μόνο δεν εφαρμόζεται η αποκάλυψη των καλυμμένων ρεμάτων, αλλά ακόμα προωθούνται επιπλέον περιπτώσεις κάλυψης ειδικά σε περιπτώσεις υδρομορφολογικά αλλοιωμένων ρεμάτων.





