Hervé Le Corre, «Ο άνθρωπος με τα ζαφειρένια χείλη», μετάφραση Γιάννης Καυκιάς, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2025

Το τελευταίο αστυνομικό μυθιστόρημα του Ερβέ Λε Κορ, ο οποίος είναι ένας από τους πιο καθιερωμένους και αξιοσέβαστους συγγραφείς του αστυνομικού στη Γαλλία,  εκτυλίσσεται στο Παρίσι του 1870. Εκείνη τη χρονιά η γαλλική πρωτεύουσα είχε συγκλονιστεί από μια υπόθεση δολοφονιών. Ο Ζαν-Μπατίστ Τροτμάν εκτελέστηκε στην γκιλοτίνα στις 19 Ιανουαρίου 1870, αφού σκότωσε οκτώ ανθρώπους σε ένα άδειο οικόπεδο στο Παντέν. Μια σειρά αποτρόπαιων εγκλημάτων λαμβάνουν χώρα και στο βιβλίο του Λε Κορ. Ο δολοφόνος φέρεται μάλιστα να εμπνέεται από τη λογοτεχνία της εποχής του πιο συγκεκριμένα από Τα άσματα του Μαλντορόρ του κόμη του Λοτρεαμόν.

Έξι πεζά άσματα με ποιητικό χαρακτήρα

Τα άσματα του Μαλντορόρ είναι ποιητικό έργο σε πεζό λόγο. Γράφτηκαν μεταξύ 1868 και 1869 από τον κόμη του Λοτρεαμόν, λογοτεχνικό ψευδώνυμο του γεννημένου στην Ουρουγουάη Γάλλου συγγραφέα Ιζιντόρ Ντικάς (1846 – 1870). Αποτελείται από έξι εκτενή ποιήματα (άσματα). Την εποχή της έκδοσής του, το κείμενο έμεινε στην αφάνεια έως ότου ανακαλύφθηκε ξανά από τους σουρεαλιστές στις αρχές του 20ού αιώνα. Εντέλει Τα άσματα του Μαλντορόρ άσκησαν μεγάλη επιρροή, ειδικά στον συμβολισμό και στο νταντά. Το έργο περιστρέφεται γύρω από τον μισάνθρωπο χαρακτήρα του Μαλντορόρ, μιας φιγούρας του απόλυτου κακού που εναντιώνεται στον Θεό και την ανθρωπότητα, έχει απαρνηθεί κάθε σχέση με τη συμβατική ηθική και ευπρέπεια και διαπράττει μια σειρά από σαδιστικά εγκλήματα στο όνομα της νεωτερικότητας.

Ο Ιζιντόρ Ντικάς γεννήθηκε στο Μοντεβιδέο, την περίοδο που ο πατέρας του εργαζόταν στο γαλλικό προξενείο. Γνωρίζουμε πως ο Ντικάς ταξίδεψε στο Παρίσι με σκοπό να δώσει εξετάσεις στην Πολυτεχνική Σχολή και στη Σχολή Μεταλλειολόγων, περίπου τον Αύγουστο του 1867. Το 1868 δημοσίευσε το πρώτο από Τα άσματα του Μαλντορόρ, έργο που ολοκληρώθηκε περίπου έναν χρόνο αργότερα, και περιελάμβανε συνολικά έξι άσματα γραμμένα σε πεζό λόγο, αλλά κατά βάση ποιητικού χαρακτήρα. Αυτή ήταν και η πρώτη φορά που χρησιμοποίησε το ψευδώνυμο Κόμης του Λοτρεαμόν, ονομασία που πιθανόν να στηρίζεται στο γαλλικό μυθιστόρημα Λοτρεαμόν του Εζέν Σι, συγγραφέα μεταξύ άλλων του περίφημου λαϊκού αναγνώσματος Τα μυστήρια των Παρισίων. Το 1870 ο κόμης του Λοτρεαμόν δημοσίευσε τη συλλογή Poésies (Ποιήματα), στις 24 Νοεμβρίου του ίδιου χρόνου πέθανε αιφνίδια στην κατοικία του στο Παρίσι. Σχετικά με την αιτία του θανάτου του έχουν διατυπωθεί διάφορες εκδοχές. Πιθανότατα οφείλεται σε κάποια μολυσματική ασθένεια.

Οι χαρακτήρες του έργου

Το μυθιστόρημα του Ερβέ Λε Κορ ουσιαστικά αποτελεί ένα prequel του μυθιστορήματος Στον ίσκιο της πυρκαγιάς (μτφρ. Γιάννης Καυκιάς, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2019), που ήταν εν μέρει ένα μυθιστορηματικό χρονικό των τελευταίων ημέρων της Παρισινής Κομμούνας του 1871. Στο Ο άνθρωπος με τα ζαφειρένια χείλη βρισκόμαστε ένα σκαλοπάτι πιο πίσω: ο Λουδοβίκος Βοναπάρτης έχει ανακηρυχθεί αυτοκράτορας, έχει αναστείλει το σύνταγμα και περιορίζει τις πολιτικές ελευθερίες. Η οικονομική πολιτική του είναι κάθε άλλο παρά φιλολαϊκή –κι αυτό παρά τις υποσχέσεις που τον ανέδειξαν στην εξουσία. Η Γαλλία είναι επίσης στα πρόθυρα του πολέμου με την Πρωσία– και ο καταστροφικός αυτός πόλεμος δεν θα αργήσει να ξεσπάσει.

Σε αυτό το ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο κινούνται οι ήρωες του μυθιστορήματος. Αν και εμφανίζονται στις αφηγήσεις κάποιες ιστορικές προσωπικότητες, π.χ. ο Μπλανκί ή η Λουίζ Μισέλ, η οποία προσπαθεί να οργανώσει τις πόρνες της Μονμάρτης για να διεκδικήσουν τα εργασιακά δικαιώματά τους, οι περισσότεροι από τους βασικούς πρωταγωνιστές είναι επινοημένοι. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο Βάσκος στην καταγωγή αρχιφύλακας της Ασφάλειας Λεταμέντια, ο οποίος προσπαθεί να ακολουθήσει μοντέρνες, επιστημονικές μεθόδους για να πετύχει τη σύλληψη του δολοφόνου ενώ, καθώς κατάγεται από φτωχή οικογένεια, συμπεριφέρεται με ταξική συνείδηση στις αναπόφευκτες συναλλαγές του με τους εργάτες του Παρισιού. Συνδέεται μάλιστα ερωτικά με τη Συλβί, μια έμπειρη και περιζήτητη πόρνη της Μονμάρτης, η οποία δεν αντέχει άλλο να ικανοποιεί τις φαντασιώσεις των πλούσιων πελατών της∙ αποσύρεται και πλέον προστατεύει τις νεότερες συνάδελφές της και συγκρούεται με τις διάφορες κλίκες των ντόπιων νταβατζήδων. Άλλη μια πολύ δυναμική προσωπικότητα είναι ο Ετιέν, ο σκληροτράχηλος εργάτης που αρχικά επιβιώνει ύστερα από μια ατυχή συνάντηση με τον σαδιστή δολοφόνο και έπειτα παίρνει μέρος στις σκληρές συγκρούσεις μεταξύ εργατών και στρατού στα οδοφράγματα.

Όμως ο πιο συναρπαστικός χαρακτήρας του έργου είναι ο ίδιος ο δολοφόνος, τον οποίο δεν θα κατονομάσω για να μην κάνω σπόιλερ σε αστυνομικό μυθιστόρημα. Ο διαστροφικός χαρακτήρας του είναι θαυμάσια μελετημένος ψυχολογικά, η εμμονή του με τον Μαλντορόρ εξετάζεται σε βάθος. Ως παράφρων χαρακτήρας, παραπέμπει σε αντίστοιχους τύπους που συναντάμε στα πιο σκοτεινά έργα του γαλλικού ρομαντισμού και στις γκροτέσκ φιγούρες του Εζέν Σι, αλλά ακόμα περισσότερο προσιδιάζει στον Κύριο Χάιντ του Ρόμπερτ Λιούις Στίβενσον. Με τη διαφορά ότι δεν είναι τερατόμορφος και ότι δεν μεταμορφώνεται καταπίνοντας κάποιο ελιξίριο, αλλά ότι ντοπάρεται με τα Άσματα του Μαλντορόρ.  Ο δολοφόνος θέλει να είναι «καλλιτέχνης»: φτιάχνει συγκεκριμένη ποίηση, αποδίδει φόρο τιμής σε αυτόν που θεωρεί τον μεγαλύτερο συγγραφέα του 19ου αιώνα, τον κόμη του Λοτρεαμόν, του οποίου την άγνωστη ιδιοφυΐα ισχυρίζεται ότι προωθεί. Ο δολοφόνος, με τη μακρά παρέλαση φρίκης, προφητεύει την άφιξη του 20ού αιώνα και τη νεωτερικότητα.

Το Παρίσι από τα κάτω

Μαζί με τους καλοφτιαγμένους χαρακτήρες, η αναπαράσταση της εποχής είναι το πιο επιτυχημένο και γοητευτικό στοιχείο στο μυθιστόρημα του Ερβέ Λε Κορ – περισσότερο από την εξέλιξη της αστυνομικής πλοκής αυτής καθαυτής. Το Παρίσι από τα κάτω, λίγο πριν ξεσπάσει η Κομμούνα, που καταπιέζεται από τις δυνάμεις της τάξεις και μαστίζεται από την ανέχεια, περιγράφεται σαν ένα ενεργό ηφαίστειο που είναι έτοιμο να εκραγεί. Το μυθιστόρημα κυλά επίτηδες αργά. Ο συγγραφέας επιμένει στις λεπτομερείς περιγραφές των εργατικών συνοικιών (Μενιλμοντάν) και των βουλεβάρτων και παρεμβάλλει συζητήσεις κατοίκων της πόλης που σχολιάζουν τις εξελίξεις στην πολιτική και στην οικονομία, θέλοντας να αναπλάσει όσο πιο πιστά γίνεται το esprit της εποχής.

Όσον αφορά τις συμπάθειες του Ερβέ Λε Κορ, αυτές βρίσκονται ξεκάθαρα με το μέρος των εργατών και του λαού. Και στο προηγούμενο ιστορικό μυθιστόρημά του, εξάλλου, είχε χαιρετίσει με μεγάλο σεβασμό τους Κομμουνάρους.    

Συνδυάζοντας τη λαϊκή αργκό του Ζολά, τη μεγαλοπρέπεια του Λοτρεαμόν και την αστική μελαγχολία του Μποντλέρ, ο Ερβέ Λε Κορ μάς βυθίζει σε έναν κόσμο όπου η βία είναι πανταχού παρούσα και η αδικία διαρκής. Σπάνιες στιγμές αγάπης και τρυφερότητας αχνολάμπουν μέσα σ’ αυτόν τον κόσμο του σκότους.