Michèle Pedinielli: «Πίσω από τα σκυλιά», μετάφραση Γιάννης Καυκιάς, εκδόσεις Πόλις, 2026
Η πρώτη εικόνα τού Πίσω από τα σκυλιά της Μισέλ Πεντινιελί είναι το σώμα ενός νεαρού πρόσφυγα. Η τελευταία είναι μια Ευρώπη που εξακολουθεί να αντιμετωπίζει τους ανθρώπους που διασχίζουν τα σύνορά της ως πρόβλημα ασφαλείας. Ανάμεσα στις δύο εικόνες, η Μισέλ Πεντινιελί συνθέτει ένα από τα πιο ενδιαφέροντα δείγματα του σύγχρονου μεσογειακού νουάρ.
Η δολοφονία γίνεται η αφορμή για μια διαδρομή στη Νίκαια και την κοιλάδα της Ροαγιά, εκεί όπου η ευρωπαϊκή συνοριακή πολιτική αποκτά ειδικό βάρος. Η επιλογή της Ροαγιά δεν είναι τυχαία. Από τον Μεσοπόλεμο μέχρι σήμερα, η κοιλάδα αποτελεί πέρασμα εξόριστων, αντιστασιακών, Εβραίων που διέφευγαν από τη ναζιστική κατοχή και, σήμερα, μεταναστών που επιχειρούν να περάσουν τα γαλλοϊταλικά σύνορα. Η Νίκαια του βιβλίου, επίσης, απέχει πολύ από την τουριστική εικόνα της Κυανής Ακτής. Οι παραλιακές λεωφόροι, τα προάστια, οι ορεινές διαδρομές προς τα ιταλικά σύνορα, τα εγκαταλειμμένα κτίρια και τα αυτοσχέδια περάσματα συνθέτουν έναν χάρτη όπου συμπυκνώνονται οι αντιφάσεις της σύγχρονης Ευρώπης.
Η Πεντινιελί γνωρίζει ότι η βία δεν εμφανίζεται ξαφνικά με έναν φόνο. Προϋπάρχει στις διαδρομές της προσφυγιάς, στις διοικητικές αποφάσεις, στην επισφάλεια της εργασίας, στην αυθαιρεσία των συνόρων. Το σώμα του νεκρού είναι η πιο ακραία εκδήλωση μιας βίας που έχει ήδη διαποτίσει την καθημερινότητα. Γι’ αυτό και το μυθιστόρημα δεν οικοδομείται πάνω στην έκπληξη της αποκάλυψης. Περισσότερο ενδιαφέρεται να ανασυνθέσει το πλέγμα των σχέσεων που καθιστά τον θάνατο δυνατό. Η πολιτική διάσταση του βιβλίου βρίσκεται ακριβώς εκεί. Είναι εγγεγραμμένη στον χώρο, στη γλώσσα, στα σώματα.
Η Ντιου Μποκανέρα, η ιδιωτική ντετέκτιβ την οποία μας έχει συστήσει η συγγραφέας από το πρώτο της βιβλίο (Μποκανέρα, εκδ. Πόλις, μτφρ Γιάννης Καυκιάς) είναι στην πέμπτη δεκαετία της ζωής της, κόρη Ιταλού, ούτε ηρωοποιημένη, ούτε «σκληρή» μιμούμενη ανδρικά πρότυπα. Σε αντίθεση με την αγγλοσαξονική παράδοση, όπου ο ντετέκτιβ ορίζεται από τη μοναχικότητά του, η Μποκανέρα παραμένει πεισματικά ενταγμένη σε έναν ιστό σχέσεων. Φίλοι, γείτονες, μπαρ, οικογενειακές μνήμες. Η Μποκανέρα κινείται μέσα στην πόλη με μια γνώση που είναι σωματική, καθημερινή, ριζωμένη στην κοινότητα.
Είναι μια βαθιά μεσογειακή ντετέκτιβ, πολύ πιο κοντά στον Μονταλμπάνο του Καμιλέρι (που αγαπά) παρά στον Μαιγκρέ του Σιμενόν ως προς τη σχέση με τον τόπο, αλλά πολύ πιο κοντά στον Μαιγκρέ ως προς την πίστη ότι το έγκλημα είναι πρώτα απ’ όλα κοινωνικό γεγονός. Η ηρωίδα της Πεντινιελί παρατηρεί, ακούει, κινείται ανάμεσα σε κοινωνικούς κόσμους που σπάνια επικοινωνούν μεταξύ τους.
Το βιβλίο συνομιλεί με τη σημαντική παράδοση του γαλλικού néo-polar, εκεί όπου το έγκλημα δεν αποδίδεται σε μια παθολογική εξαίρεση αλλά αποκαλύπτει τον τρόπο λειτουργίας της κοινωνίας. Η συγγένεια αυτή δεν προκύπτει από θεματικές αναφορές αλλά από την επιλογή της Πεντινιελί να μεταφέρει το βάρος από την επίλυση του αινίγματος στη χαρτογράφηση ενός κόσμου που παράγει αδιάκοπα αποκλεισμούς.
Η αστυνομική πλοκή, βέβαια, δεν διαθέτει πάντοτε την ίδια πυκνότητα με την κοινωνική παρατήρηση. Υπάρχουν στιγμές όπου η έρευνα μοιάζει να επιβραδύνεται, επειδή η συγγραφέας αφιερώνει περισσότερο χώρο στους ανθρώπους της Ροαγιά, στα δίκτυα αλληλεγγύης, στη μνήμη. Δύσκολα θα μπορούσε να θεωρηθεί αδυναμία. Το ενδιαφέρον της βρίσκεται αλλού: στην επιμονή να δείξει ότι το έγκλημα δεν γεννιέται σε κοινωνικό κενό.





