Μια συνέντευξη με τη Νάνσι Φόλμπρε, σοσιαλίστρια και φεμινίστρια οικονομολόγο, στον Κ. Πολυχρονίου για το Common Dreams στις 11 Ιανουαρίου 2026
Το κόστος ανατροφής των παιδιών αυξάνεται για τους γονείς, την ίδια στιγμή που η επένδυση στους μελλοντικούς εργαζομένους καθίσταται λιγότερο συμφέρουσα για τους εργοδότες. Τι πρέπει να γίνει γι’ αυτό;
Η κυβέρνηση Τραμπ ανέστειλε τη χορήγηση ομοσπονδιακών κονδυλίων ύψους άνω των 10 δισ. δολαρίων για τη φροντίδα παιδιών σε πέντε πολιτείες που διοικούνται από Δημοκρατικούς, επικαλούμενη υποψίες για απάτη. Ποια είναι όμως η σημασία αυτού του γεγονότος, δεδομένου ότι το κόστος της παιδικής φροντίδας στις Ηνωμένες Πολιτείες είναι ήδη εξωφρενικά υψηλό –πολύ υψηλότερο σε σχέση με άλλες ανεπτυγμένες χώρες– και ποιοι είναι οι λόγοι αυτής της ακρίβειας;
Η σοσιαλίστρια και φεμινίστρια οικονομολόγος Νάνσι Φόλμπρε ρίχνει φως σε αυτά τα ερωτήματα στη συνέντευξη που ακολουθεί. Επισημαίνει τις διάφορες αλλαγές που έχουν συντελεστεί με την πάροδο του χρόνου στην οργάνωση της κοινωνικής αναπαραγωγής και υποστηρίζει ότι η καθολική παροχή υπηρεσιών φροντίδας παιδιών –μια ιδέα που κερδίζει συνεχώς έδαφος στις προτιμήσεις των ψηφοφόρων σε πολλές περιοχές των ΗΠΑ– είναι απολύτως αναγκαία.
Η Νάνσι Φόλμπρε είναι ομότιμη καθηγήτρια Οικονομικών και διευθύντρια του Προγράμματος για το Φύλο και την Εργασία Φροντίδας (Program on Gender and Care Work) στο Ινστιτούτο Ερευνών Πολιτικής Οικονομίας (PERI) του Πανεπιστημίου της Μασαχουσέτης στο Άμχερστ.
Έχετε γράψει εκτενώς για το αυξανόμενο κόστος της ανατροφής παιδιών. Παρά τις ανησυχίες για το εθνικό ποσοστό γεννητικότητας, το οποίο πλέον υπολείπεται του επιπέδου αναπλήρωσης του πληθυσμού, φαίνεται να καταβάλλεται σχετικά περιορισμένη προσπάθεια σε δημόσιο επίπεδο για την ενίσχυση της οικονομικής στήριξης προς τους γονείς και τα παιδιά στη χώρα αυτή. Γιατί συμβαίνει αυτό;
Οι ακήρυχτοι πόλεμοι που διεξάγει η κυβέρνηση Τραμπ περιλαμβάνουν μια θρασύτατη διαδικασία μείωσης της δημόσιας στήριξης στην επόμενη γενιά. Αυτή η διαδικασία ξεκίνησε την περασμένη άνοιξη, όταν ο δισεκατομμυριούχος Έλον Μασκ ηγήθηκε περικοπών στον προϋπολογισμό και απολύσεων σε προγράμματα που ωφελούν τα παιδιά, και άρχισε να διαλύει το υπουργείο Παιδείας. Κλιμακώθηκε την πρώτη εβδομάδα του 2026, όταν η κυβέρνηση χρησιμοποίησε κατηγορίες για απάτη από ένα κομματικό βίντεο για κέντρα παιδικής φροντίδας στη Μινεσότα ως δικαιολογία για να παγώσει τα ομοσπονδιακά κεφάλαια παιδικής φροντίδας σε πέντε δημοκρατικές πολιτείες.
Η στρατηγική είναι διαφανής: Αμαυρώστε όλες τις κοινωνικές δαπάνες με έναν εύστοχο ισχυρισμό για απάτη και κατάχρηση. Αυτό περιλαμβάνει τις δαπάνες για γονείς και παιδιά, που έχουν ήδη πληγεί από τις περικοπές στο «Medicaid», τον «Νόμο για την προσιτή φροντίδα», και το «Πρόγραμμα συμπληρωματικής διατροφικής βοήθειας». Αυτές οι περικοπές έχουν μειώσει την οικονομική προσιτότητα της οικογενειακής φροντίδας για όλους εκτός από τους εύπορους, καθιστώντας ανέκδοτο τις υποσχέσεις της κυβέρνησης Τραμπ για ευημερία για όλους.
Η κατανόηση των βαθύτερων δυνάμεων που καθοδηγούν αυτήν τη στρατηγική απαιτεί μια εις βάθος εξέταση των ιστορικών μεταβολών στην οργάνωση της κοινωνικής μας αναπαραγωγής.
Μια παρόμοια λογική ισχύει, προς διαφορετική κατεύθυνση, και για τις επενδύσεις σε εμάς και τα παιδιά μας: γιατί να ρισκάρει κανείς σε αυτές, αν δεν είναι οικονομικά αποδοτικές; Τα ρομπότ ενδέχεται σύντομα να είναι φθηνότερα, ενώ δεν απεργούν ούτε ψηφίζουν ποτέ.
Το κόστος ανατροφής των παιδιών αυξάνεται για τους γονείς, την ίδια στιγμή που η επένδυση σε μελλοντικούς εργαζομένους καθίσταται λιγότερο αποδοτική για τους εργοδότες. Οι οικονομικές πιέσεις κατέστησαν εμφανείς ήδη από τους προηγούμενους αιώνες, όταν απαγορεύτηκε η παιδική εργασία και η τεχνολογική εξέλιξη αύξησε τη ζήτηση για εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό. Αυτή η μεταβολή στη ζήτηση λειτούργησε ως κίνητρο για επενδύσεις στη δημόσια υγεία και την εκπαίδευση, οι οποίες χρηματοδοτήθηκαν μέσω υψηλότερων φόρων. Η ανάγκη για μελλοντικούς εργαζομένους –αλλά και στρατιώτες– ενέτεινε επίσης την ανάγκη για μισθούς επαρκείς ώστε να διασφαλίζεται τουλάχιστον ένα ελάχιστο επίπεδο οικογενειακής φροντίδας.
Αν και οι εργοδότες αναζητούσαν διαρκώς τρόπους μείωσης του κόστους εργασίας, η ανάγκη τους για επάρκεια ειδικευμένου εργατικού δυναμικού ευθυγράμμισε –τουλάχιστον εν μέρει– τα κίνητρά τους με εκείνα των ίδιων των εργαζομένων, μέσω της στήριξης του λεγόμενου κράτους πρόνοιας (που θα ήταν ορθότερο να αποκαλείται κράτος «κοινωνικών επενδύσεων»), το οποίο συνέβαλε στην ανάπτυξη και τη διατήρηση των ικανοτήτων του εργατικού δυναμικού.
Ας μεταφερθούμε στο σήμερα. Τα τεράστια ποσά που επενδύονται στην τεχνητή νοημοσύνη αποτελούν ένα νέο στοίχημα για τη μείωση του κόστους εργασίας, τόσο άμεσα (μέσω της μείωσης της απασχόλησης και των μισθών) όσο και έμμεσα (μέσω της περικοπής των επενδύσεων στην υγεία, στην εκπαίδευση και στις κοινωνικές υπηρεσίες).
Ένας πρόσφατος τίτλος της Wall Street Journal το έθεσε ως εξής: «Έρχονται απώλειες θέσεων εργασίας λόγω της τεχνητής νοημοσύνης, λένε στελέχη του κλάδου της τεχνολογίας. Το ερώτημα: Ποιοι κινδυνεύουν περισσότερο;» Η απάντηση: οι περισσότεροι από εμάς – καθώς η γενική τεχνητή νοημοσύνη είναι πιθανό να μειώσει τα κίνητρα του ιδιωτικού τομέα για επενδύσεις στο ανθρώπινο δυναμικό, υπέρ των επενδύσεων σε κέντρα δεδομένων. Ο Έλον Μασκ, ο οποίος ηγήθηκε των προσπαθειών για την περικοπή των ομοσπονδιακών δαπανών στις αρχές του 2025, προωθεί με ενθουσιασμό το νέο ρομπότ Optimus της Tesla.
Φαίνεται να υποστηρίζετε ότι η ταξική σύγκρουση επηρεάζει τις δημόσιες πολιτικές, οι οποίες με τη σειρά τους επηρεάζουν τα δημογραφικά δεδομένα (και το αντίστροφο). Πώς προσεγγίζουν αυτά τα ζητήματα οι περισσότεροι οικονομολόγοι;
Οι οικονομολόγοι του κυρίαρχου ρεύματος σπάνια δίνουν ιδιαίτερη σημασία σε συλλογικές ταυτότητες ή συμφέροντα, όπως αυτά που βασίζονται στην τάξη, στο φύλο, στην ιθαγένεια ή στη γονεϊκότητα. Η γενικότερη εμπιστοσύνη τους στην αποτελεσματικότητα των δυνάμεων της αγοράς τούς κάνει να αισιοδοξούν ότι η αγορά εργασίας θα προσαρμοστεί στις μεταβολές των τιμών, ότι δηλαδή νέες θέσεις εργασίας θα αντικαταστήσουν εκείνες που καθίστανται παρωχημένες. Ωστόσο, οι εργαζόμενοι με πανεπιστημιακή μόρφωση που εισέρχονται τώρα στην αγορά εργασίας στις ΗΠΑ βιώνουν ήδη περιορισμένες επαγγελματικές προοπτικές. Ορισμένοι οικονομολόγοι προβλέπουν ότι το «κόστος προσαρμογής» θα είναι υψηλό – ένας ευγενικός τρόπος για να ειπωθεί ότι η νεότερη γενιά θα βρεθεί αντιμέτωπη με ένα δυσάρεστο οικονομικό σοκ.
Βρίσκεται επίσης σε εξέλιξη μια ορισμένη ιδεολογική αναπροσαρμογή. Η θεωρία του «ανθρώπινου κεφαλαίου» προώθησε με επιτυχία την άποψη ότι η αγορά εργασίας θα επιβράβευε τις δεξιότητες που πιστοποιούνται από ένα πανεπιστημιακό πτυχίο, ενισχύοντας τον ισχυρισμό ότι οι εργαζόμενοι αμείβονται, κατά κανόνα, ανάλογα με την αξία αυτού που παράγουν. Ο ίδιος ο όρος «ανθρώπινο κεφάλαιο» υποδηλώνει ότι δεν υφίσταται ουσιαστική διάκριση μεταξύ κεφαλαιούχων και εργαζομένων, καθώς ο καθένας μπορεί να γίνει κεφαλαιούχος επενδύοντας στη δική του ικανότητα παραγωγής εισοδήματος.
Αυτή η ουτοπική φαντασίωση αντικρούεται εδώ και καιρό από στοιχεία που δείχνουν ότι το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνουν οι άνθρωποι –συμπεριλαμβανομένων πολλών παραγόντων που ξεφεύγουν εντελώς από τον έλεγχό τους– διαμορφώνει την οικονομική τους πορεία. Η φαντασίωση αυτή καταρρίπτεται ακόμη πιο εμφατικά από τα στοιχεία που δείχνουν ότι οι αποδόσεις της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης μειώνονται πλέον για τα άτομα που προέρχονται από οικογένειες χαμηλού εισοδήματος. Η ραγδαία αύξηση των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη ενισχύει την πιθανότητα η προσφορά «ανθρώπινου κεφαλαίου» να υπερβεί περαιτέρω τη ζήτηση, απειλώντας με οικονομική υποβάθμιση ένα τμήμα του μισθωτού εργατικού δυναμικού που κάποτε θεωρούνταν σχετικά εξασφαλισμένο.
Φυσικά, ακόμη και οι συντηρητικοί οικονομολόγοι αναγνωρίζουν ότι η ποιοτική εκπαίδευση –από την προσχολική ηλικία έως το πανεπιστήμιο– προσφέρει κάτι περισσότερο από την απλή αύξηση των συνολικών αποδοχών κατά τη διάρκεια του εργασιακού βίου. Ενισχύει τις δεξιότητες που χρειάζονται οι άνθρωποι για να διαχειρίζονται τη ζωή τους – δεξιότητες όπως η επίλυση τεχνικών προβλημάτων, η λήψη ορθών αποφάσεων σχετικά με τις αγορές, την αποταμίευση, την άσκηση του εκλογικού δικαιώματος και την άσκηση του γονικού ρόλου. Οι άνθρωποι με υψηλό μορφωτικό επίπεδο ζουν περισσότερο, και όχι μόνο επειδή τείνουν να έχουν υψηλότερα εισοδήματα.
Ωστόσο, τα οφέλη αυτά δεν αποφέρουν τόσα κέρδη όσο η αυξημένη παραγωγικότητα για μια ιδιωτική επιχείρηση.
Επειδή διαθέτουν τα χαρακτηριστικά του δημόσιου αγαθού, η οικονομική τους συνεισφορά είναι δύσκολο να μετρηθεί, και ακόμη δυσκολότερο να την καρπωθεί κάποιος ιδιωτικά. Πολιτικές όπως η καθολική παροχή υπηρεσιών φροντίδας παιδιών, οι άδειες μετ’ αποδοχών για οικογενειακούς λόγους ή λόγω ασθένειας, και οι δυνατότητες εργασίας από το σπίτι αποφέρουν σημαντικά οικονομικά οφέλη, τα οποία όμως δεν διοχετεύονται άμεσα σε εκείνους που επωμίζονται το κόστος τους.
Τα καθιερωμένα εγχειρίδια οικονομικής επιστήμης επισημαίνουν ότι οι επιχειρήσεις έχουν οικονομικά κίνητρα να ρυπαίνουν το περιβάλλον εάν αυτό αυξάνει την κερδοφορία τους, ακόμη και αν οι μελλοντικοί κάτοικοι του πλανήτη κληθούν να πληρώσουν βαρύ τίμημα. Παρόμοια λογική ισχύει –αν και σε διαφορετική κατεύθυνση– για τις επενδύσεις στο πρόσωπό μας και στα παιδιά μας: γιατί να ρισκάρουμε με αυτές, αν δεν είναι οικονομικά αποδοτικές; Τα ρομπότ ενδέχεται σύντομα να είναι φθηνότερα, ενώ δεν απεργούν ούτε ψηφίζουν ποτέ.
Απ’ ό,τι φαίνεται, υποστηρίζετε ότι η θεωρία του «ανθρώπινου κεφαλαίου» δεν ευσταθεί πλέον ιδιαίτερα. Ωστόσο, υπάρχουν οικονομολόγοι που έχουν διατυπώσει ευρύτερες επικρίσεις κατά των καπιταλιστικών θεσμών εν γένει. Πώς συνδέουν αυτές οι επικρίσεις το αυξανόμενο ιδιωτικό κόστος ανατροφής παιδιών, τη μείωση της γονιμότητας και την πιθανή απαξίωση του εργατικού δυναμικού που απασχολείται σε θέσεις γραφείου;
Είναι κάπως μεγάλη ιστορία, αλλά θα την πω συνοπτικά! Οικονομολόγοι όπως εγώ, επηρεασμένοι από σοσιαλιστικές και φεμινιστικές ιδέες, αναδεικνύουν τις θεσμικές ρυθμίσεις που διαμορφώνουν την κατανομή του κόστους ανατροφής των παιδιών και την ίδια την αναπαραγωγή της ανθρώπινης κοινωνίας. Σε πολλές προκαπιταλιστικές κοινωνίες, οι γονείς απολάμβαναν μια τουλάχιστον μερική απόσβεση του κόστους ανατροφής των παιδιών, καθώς τα ενήλικα τέκνα συνέβαλλαν στο οικογενειακό εισόδημα και στη φροντίδα των ηλικιωμένων μελών της οικογένειας. Οι καπιταλιστικοί θεσμοί ενθάρρυναν την κινητικότητα του εργατικού δυναμικού και την εξάρτηση από τα ατομικά εισοδήματα, αποδυναμώνοντας αυτού του είδους τις μεταβιβάσεις πόρων στο πλαίσιο της οικογένειας και της κοινότητας.
Η συμμετοχή στη δημοκρατική διαδικασία και οι διαπραγματεύσεις σχετικά με τον ρόλο του κράτους οδήγησαν σταδιακά σε ένα διαφορετικό σύστημα διαγενεακών μεταβιβάσεων, μέσω της φορολόγησης των εργοδοτών και του πληθυσμού σε ηλικία εργασίας, με σκοπό τη χρηματοδότηση της δημόσιας εκπαίδευσης για τους νέους, καθώς και των συντάξεων και της υγειονομικής περίθαλψης για τους ηλικιωμένους.
Αυτός ο θεσμικός συμβιβασμός συνέβαλε στη σταθεροποίηση της διαδικασίας της «κοινωνικής αναπαραγωγής», αλλά οδήγησε επίσης σε άνιση κατανομή του κόστους της. Επέτρεψε στους εργοδότες να διατηρούν σχετικά χαμηλές τις εισφορές τους για την ανατροφή της επόμενης γενιάς. Παρείχε λιγότερα οφέλη στους γονείς (εκείνους που αφιερώνουν χρόνο και χρήμα για τη δημιουργία νέων εργαζομένων και φορολογουμένων) σε σύγκριση με τους μη γονείς. Επιπλέον, ενίσχυσε έναν έμφυλο καταμερισμό της εργασίας, ο οποίος επέβαλε στις γυναίκες ένα δυσανάλογο μέρος του ιδιωτικού κόστους της οικογενειακής φροντίδας.
Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τη φροντίδα ως ένα είδος ακριβού χόμπι, αντί για μια παραγωγική συμβολή στο συλλογικό μας μέλλον.
Αυτές οι ανισότητες ενέτειναν την αύξηση του ιδιωτικού κόστους ανατροφής των παιδιών (ιδίως για τις μητέρες), ενθαρρύνοντας τις προσπάθειες περιορισμού του μεγέθους της οικογένειας. Καθοριστικό ρόλο διαδραμάτισαν επίσης οι νέες τεχνολογίες, η αυξημένη ζήτηση για δεξιότητες και οι ευκαιρίες απασχόλησης εκτός σπιτιού.
Μέχρι πρόσφατα, η μείωση της γονιμότητας θεωρούνταν οικονομικό όφελος, καθώς επέτρεπε σε περισσότερες γυναίκες να ενταχθούν στην αμειβόμενη εργασία και προωθούσε την αύξηση του Ακαθάριστου Εγχώριου Προϊόντος. Ωστόσο, όπως είναι πλέον ευρέως αποδεκτό, τα επίπεδα γονιμότητας που υπολείπονται του ορίου αναπλήρωσης του πληθυσμού δημιουργούν τα δικά τους προβλήματα. Όταν οι γυναίκες αποκτούν λιγότερα από περίπου 2,1 παιδιά κατά τη διάρκεια της ζωής τους, δεν γεννούν αρκετά παιδιά που να επιβιώνουν ώστε να «αντικαταστήσουν» τους βιολογικούς τους γονείς.
Εάν αυτός ο ρυθμός διατηρηθεί, το μέγεθος της νεότερης γενιάς μειώνεται σταδιακά με την πάροδο του χρόνου, αυξάνοντας το ποσοστό του ηλικιωμένου πληθυσμού σε σχέση με τον πληθυσμό σε ηλικία εργασίας που καταβάλλει φόρους. Το οικονομικό βάρος της αυξημένης εξάρτησης λόγω γήρανσης εντείνει τις πολιτικές συγκρούσεις σχετικά με το ποιος πρέπει να επωμιστεί το κόστος, ενώ μπορεί επίσης να οξύνει τις οικονομικές πιέσεις που απορρέουν από τη φροντίδα νεότερων εξαρτώμενων ατόμων.
Η μείωση του παγκόσμιου πληθυσμού προσφέρει ορισμένα πιθανά οφέλη, δεδομένων των τρεχουσών απειλών για το παγκόσμιο περιβάλλον (για να μην αναφέρουμε το αβέβαιο μέλλον των αξιοπρεπών θέσεων εργασίας). Αν όμως αποδειχθούμε ανίκανοι να επανέλθουμε στα επίπεδα αναπλήρωσης της γονιμότητας κάποια στιγμή στο μέλλον, θα οδηγηθούμε σε εξαφάνιση. Θα χαρακτήριζα αυτή την κατάσταση ως μια ιδιαίτερα οξεία κρίση κοινωνικής αναπαραγωγής.
Πώς μπορούμε να αποτρέψουμε μια τέτοια κρίση; Υπονοείτε ότι πρέπει να υιοθετήσουμε πολιτικές ενίσχυσης της γεννητικότητας; Πώς διαφέρουν οι προσεγγίσεις άλλων χωρών από εκείνες των ΗΠΑ;
Όχι. Δεν βρισκόμαστε σε κατάσταση δημογραφικής έκτακτης ανάγκης και δεν χρειάζεται να ενθαρρύνουμε υψηλότερα ποσοστά γεννήσεων. Μεγάλο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού υποφέρει από την έλλειψη αξιοπρεπών θέσεων εργασίας. Επιπλέον, ο αριθμός των παιδιών στις ΗΠΑ που πλήττονται από τη φτώχεια καθιστά τις επενδύσεις στην υγεία και την εκπαίδευση των παιδιών πολύ υψηλότερη προτεραιότητα από την αύξηση των γεννήσεων στη χώρα.
Ωστόσο, οι επενδύσεις στην «ποιότητα» της παιδικής ζωής μπορούν να συμβάλουν στη σταθεροποίηση και την ενίσχυση των προσωπικών δεσμεύσεων. Πολλές άλλες χώρες εφαρμόζουν πολιτικές που αποσκοπούν στο να καταστήσουν τη φροντίδα της οικογένειας πιο οικονομικά προσιτή. Όπως είναι γνωστό, οι περισσότερες εύπορες ευρωπαϊκές χώρες έχουν θεσπίσει τέτοιες πολιτικές. Η Νότια Κορέα άρχισε να παρέχει καθολικές υπηρεσίες παιδικής φροντίδας το 2013 και πλέον αυξάνει τα επιδόματα γονικής άδειας. Ο Καναδάς αποτελεί ένα παράδειγμα πιο κοντά μας, με την εφαρμογή ενός νέου ομοσπονδιακού συστήματος παιδικής φροντίδας που θα προσφέρει καθολικές υπηρεσίες με κόστος 10 δολάρια την ημέρα για τις οικογένειες. Εντός των ΗΠΑ, τόσο το Νέο Μεξικό όσο και η πόλη της Νέας Υόρκης δίνουν το παράδειγμα με νέες πρωτοβουλίες.
Οι ΗΠΑ, στο σύνολό τους, υστερούν για διάφορους λόγους. Οι φυλετικές και εθνοτικές διαιρέσεις, οι περιφερειακές διαφορές και τα εξαιρετικά υψηλά επίπεδα ανισότητας στα εισοδήματα έχουν αποδυναμώσει την αλληλεγγύη που απαιτείται για τη συγκρότηση ενός συνασπισμού υπέρ της φροντίδας. Η ιμπεριαλιστική ρητορική και οι παράνομες στρατιωτικές ενέργειες έχουν κυριολεκτικά δηλητηριάσει το κλίμα.
Όπως υποστηρίζω στο επερχόμενο βιβλίο μου Κάνοντας τη φροντίδα να λειτουργεί, οφείλουμε να εξηγήσουμε καλύτερα τα δημόσια οφέλη της επένδυσης στις ανθρώπινες δυνατότητες, συμπεριλαμβανομένης της φροντίδας ατόμων που αντιμετωπίζουν ασθένεια, σωματική αδυναμία ή αναπηρία. Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε να αντιμετωπίζουμε τη φροντίδα ως ένα είδος ακριβού χόμπι, αντί για μια παραγωγική συμβολή στο συλλογικό μας μέλλον.
Ας συζητήσουμε για το πώς θα προχωρήσουμε σε μια άλλη συνέντευξη. Πιστεύω ότι το καθολικό βασικό εισόδημα θα αποτελέσει μέρος της λύσης, παρόλο που θα συναντήσει σφοδρές αντιδράσεις. Θα επενδύσουν οι εργοδότες στα παιδιά μας; Μόνο αν τους αναγκάσουμε να το κάνουν.
Μετάφραση: Δημήτρης Παπανικολόπουλος
Φώτο1: All Creative Commons
Φώτο2: Fb Nancy Folbre





