Τι γνωρίζουμε, ακριβώς, για τον θάνατο της δημοσιογράφου Αμάλ Χαλίλ από τον ισραηλινό στρατό

Ο θάνατος της λιβανέζας δημοσιογράφου Αμάλ Χαλίλ δεν είναι άλλος ένας θάνατος δημοσιογράφου από τις ένοπλες δυνάμεις του Ισραήλ, ούτε αντιμετωπίστηκε ως τέτοιος από τα διεθνή Μέσα. Για το θέμα έχουν ασχοληθεί με αλλεπάλληλα ρεπορτάζ και ανταποκρίσεις η ναυαρχίδα του αμερικάνικου Τύπου New York Times, το αμερικάνικο πρακτορείο Associated Press, τo BBC, Al Jazeera, σύσσωμα τα διεθνή Μέσα. Ο κύριος λόγος είναι ότι ενώ η Αμάλ Χαλίλ σκοτώθηκε στις 22 Απριλίου κατά τη διάρκεια ρεπορτάζ, οι συνθήκες του θανάτου της είναι εξοργιστικές.

Το γεγονός

Η Αμάλ Χαλίλ βρισκόταν σε ένα αυτοκίνητο σε δημοσιογραφική αποστολή στον νότιο Λίβανο για τη λιβανέζικη εφημερίδα Al-Akhbar. Μαζί της ήταν η Ζεϊνάμπ Φάρατζ, μια νεαρή ανεξάρτητη φωτογράφος και βιντεορεπόρτερ.

Οι δύο γυναίκες οδηγούσαν το αυτοκίνητο τους πίσω από ένα αυτοκίνητο το οποίο οδηγούσε ένας συγγενής της Φάρατζ στο χωριό αλ-Τίρι, περίπου 8 χιλιόμετρα από τα σύνορα με το Ισραήλ, την Τετάρτη 22 Απριλίου. Η εκεχειρία μεταξύ Ισραήλ και Χεζμπολάχ μετρούσε ήδη πέντε ημέρες. Οι δυο γυναίκες σχεδίαζαν να καλύψουν δημοσιογραφικά την κατάσταση στα χωριά μετά την κατάπαυση του πυρός.

Καθώς περνούσαν μέσα από το χωριό, με τη Χαλίλ να κρατά το τηλέφωνό της έξω από το παράθυρο για να τραβήξει βίντεο, ένα ισραηλινό πλήγμα χτύπησε το αυτοκίνητο μπροστά τους. Οι γυναίκες σταμάτησαν και κατέβηκαν από το αυτοκίνητο, καλυπτόμενες όσο μπορούσαν στην άκρη του δρόμου, ενώ ένα drone τις παρακολουθούσε από τον ουρανό.

Περίπου μία ώρα αργότερα, ένα δεύτερο πλήγμα χτύπησε το αυτοκίνητο της Χαλίλ, δίπλα τους. Η Φάρατζ κατάφερε να ανοίξει το μεταλλικό ρολό ενός καταστήματος που βρισκόταν πίσω τους και οι γυναίκες κατέφυγαν μέσα.

«Η Αμάλ σύρθηκε, ήταν τραυματισμένη, η μύτη της και το κεφάλι και ο ώμος και το πόδι», θυμήθηκε η Φάρατζ, μιλώντας με δυσκολία στο αμερικάνικο πρακτορείο Associated Press, με το πρόσωπό της πρησμένο και μελανιασμένο. Η Αμαλ Χαλίλ είχε επίσης υποστεί εγκαύματα από το δεύτερο ισραηλινό πλήγμα.

Οι δυο γυναίκες όταν κατέφυγαν στο κατάστημα, κατάφεραν να μιλήσουν με τις οικογένειες και τους συναδέλφους τους. Η Χαλίλ είχε δείξει γενναιότητα και προσπάθησε να καθησυχάσει την οικογένειά της ότι ήταν καλά.

Εν τω μεταξύ, ξεκίνησε μια έντονη επικοινωνία μεταξύ του Λιβανέζικου Ερυθρού Σταυρού, του λιβανέζικου στρατού, της ειρηνευτικής δύναμης του ΟΗΕ γνωστής ως UNIFIL και του ισραηλινού στρατού για να εξασφαλιστεί ασφαλής διέλευση για την απομάκρυνση των δημοσιογράφων.

Ένα τρίτο πλήγμα χτύπησε το κτίριο όπου οι δύο δημοσιογράφοι είχαν βρει καταφύγιο. H σφοδρή έκρηξη του ισραηλινού πυραύλου εκτίναξε έξω την Φάρατζ, ενώ η Χαλίλ παγιδεύτηκε μέσα στα ερείπια.

Η καθυστερημένη διάσωση

Μετά το τρίτο ισραηλινό χτύπημα, ομάδα από διασώστες προσπάθησαν να ανασύρουν τη Φάρατζ, που ήταν σοβαρά τραυματισμένη και να ανακτήσουν τα σώματα δύο ανθρώπων που σκοτώθηκαν στο πρώτο πλήγμα. Ωστόσο, οι προσπάθειες να φτάσουν στη Χαλίλ καθυστέρησαν, αφού οι ισραηλινές δυνάμεις πυροβόλησαν εναντίον των συνεργείων έκτακτης ανάγκης, ανέφερε το υπουργείο Υγείας του Λιβάνου.

Το υπουργείο δήλωσε επίσης ότι ο ισραηλινός στρατός άνοιξε πυρ στο ασθενοφόρο του Ερυθρού Σταυρού που έφτασε για να διασώσει την Αμάλ Χαλίλ, αναγκάζοντάς το να αποχωρήσει.

Ο ισραηλινός στρατός αρνήθηκε σε ανακοίνωσή του ότι εμπόδιζε τους διασώστες να φτάσουν στις τραυματισμένες δημοσιογράφους, προσθέτοντας ότι το περιστατικό βρίσκεται υπό διερεύνηση.

Λίγο πριν τα μεσάνυχτα, αφού ο λιβανέζικος στρατός, η πολιτική άμυνα και ο Λιβανέζικος Ερυθρός Σταυρός έλαβαν άδεια και έφτασαν στο σημείο, το σώμα της Χαλίλ ανασύρθηκε από τα συντρίμμια. Είχαν περάσει πάνω από 7 ώρες.

Οι απειλές

Μεταδίδοντας από την Τύρο, στον νότιο Λίβανο, η δημοσιογράφος του Al Jazeera, Χάιντι Πετ, δήλωσε ότι η Χαλίλ ήταν «μια γνωστή και σεβαστή δημοσιογράφος εδώ στον Λίβανο».

Η Πετ δήλωσε ότι η Αμάλ Χαλίλ είχε δεχθεί άμεσες απειλές κατά τη διάρκεια του τελευταίου πολέμου από ισραηλινό αριθμό τηλεφώνου στο WhatsApp, που την προειδοποιούσε να σταματήσει τη δημοσιογραφική της δουλειά.

Η ίδια η Αμάλ Χαλίλ είχε δηλώσει το 2024 στα τοπικά μέσα ενημέρωσης ότι είχε λάβει μια ισραηλινή απειλή θανάτου που την προειδοποιούσε να εγκαταλείψει τον Νότο και απειλούσε να καταστρέψει το σπίτι της και να την αποκεφαλίσει. «Έχω ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές για αυτό, καθώς ο εχθρός πρόσφατα έχει χρησιμοποιήσει αυτή την τακτική με πολλούς άλλους εκεί», είχε δηλώσει τότε.

Σύμφωνα με τη Χαλίλ η προειδοποίηση, η οποία στάλθηκε από ισραηλινό αριθμό τηλεφώνου, περιελάβανε λεπτομέρειες για τις πρόσφατες μετακινήσεις της και έλεγε: «Γνωρίζουμε πού βρίσκεσαι και θα σε βρούμε όταν έρθει η ώρα». Δεν ήταν σαφές ποιος είχε στείλει το μήνυμα.

Λίγες ημέρες πριν τον θάνατο της Αμάλ Χαλίλ, ο Αβιχάι Αντραΐ, εκπρόσωπος του ισραηλινού στρατού, σε ανάρτηση στο X αναδημοσίευσε βίντεο από την Al-Akhbar που έδειχνε τη Χαλίλ να διασώζει μια γάτα από τα ερείπια κατεστραμμένου κτιρίου. Χαρακτήρισε την εφημερίδα «τρομοκρατικά μέσα που μιλούν εκ μέρους της Χεζμπολάχ, του διαβόλου», λόγω της φιλο-Χεζμπολάχ γραμμής της. Ο διεθνής οργανισμός Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων, χαρακτήρισε την ανάρτηση αυτή ως «υποκίνηση».

Αντιδράσεις

Σε δήλωση στο Al Jazeera, η Επιτροπή για την Προστασία των Δημοσιογράφων (CPJ) ανέφερε ότι η δολοφονία της Χαλίλ «πρέπει να αποτελέσει καμπανάκι για τη διεθνή κοινότητα ώστε να επιβάλει το διεθνές δίκαιο, να διερευνήσει επειγόντως τις 262 δολοφονίες δημοσιογράφων από το Ισραήλ στην περιοχή και να λογοδοτήσουν όλοι οι υπεύθυνοι».

«Η παρεμπόδιση από τον ισραηλινό στρατό των ιατρικών συνεργείων να διασώσουν τραυματισμένους πολίτες είναι ένα βίαιο και επαναλαμβανόμενο έγκλημα που έχουμε ήδη δει στη Γάζα και τώρα ξανά στον Λίβανο.

«Οι επαναλαμβανόμενες επιθέσεις στο ίδιο σημείο, η στόχευση μιας περιοχής όπου δημοσιογράφοι είχαν καταφύγει και η παρεμπόδιση ιατρικής και ανθρωπιστικής πρόσβασης συνιστούν σοβαρή παραβίαση του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, η CPJ θεωρεί τις ισραηλινές δυνάμεις υπεύθυνες για την έκθεση της ζωής της Αμάλ Χαλίλ σε κίνδυνο και για τους τραυματισμούς της». Η Επιτροπή κάλεσε για διεθνή έρευνα σχετικά με τη δολοφονία της Χαλίλ.

Ο πρόεδρος του Λιβάνου, Ζοζέφ Αούν, εξέφρασε τα συλλυπητήριά του για τον θάνατο της Αμάλ Χαλίλ και ευχήθηκε ταχεία ανάρρωση στη Φάρατζ, κατηγορώντας το Ισραήλ για «σκόπιμη και συστηματική στόχευση δημοσιογράφων» με στόχο να «αποκρύψει την αλήθεια των επιθετικών του ενεργειών κατά του Λιβάνου».

Ο λιβανέζος πρωθυπουργός Ναουάφ Σαλάμ δήλωσε: «Η στοχοποίηση δημοσιογράφων, η παρεμπόδιση της πρόσβασης σε αυτούς από ομάδες διάσωσης, και ακόμη και η εκ νέου στοχοποίηση των τοποθεσιών τους αφού αυτές οι ομάδες φτάσουν, συνιστά περιγραφόμενα εγκλήματα πολέμου». Ο πρωθυπουργός κατηγόρησε το Ισραήλ ότι στοχοποιεί επανειλημμένα εργαζόμενους στα μέσα ενημέρωσης στον νότιο Λίβανο, το οποίο περιέγραψε ως «μια καθιερωμένη προσέγγιση».

Ο υπουργός Ενημέρωσης του Λιβάνου, Πολ Μορκός, χαρακτήρισε τη νέα επίθεση κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Οι Ρεπόρτερ Χωρίς Σύνορα καταδίκασαν τη νέα ισραηλινή δολοφονία μιας δημοσιογράφου. Ο Clayton Weimer, εκτελεστικός διευθυντής της οργάνωσης, δήλωσε ότι οι IDF είχαν λάβει μηνύματα από την οργάνωσή του καθώς και από δημοσιογράφους, ζητώντας να επιτραπεί σε ασθενοφόρα να φτάσουν στη Χαλίλ.

Την επόμενη ημέρα του θανάτου της Αμάλ Χαλίλ, ο Οφίρ Φαλκ, σύμβουλος Εξωτερικών Υποθέσεων του ισραηλινού πρωθυπουργού, Μπενιαμίν Νετανιάχου, δήλωσε στο πρόγραμμα World at One του BBC ότι το περιστατικό βρίσκεται υπό εξέταση αλλά, σύμφωνα με τον Guardian, δυσκολεύτηκε να εξηγήσει γιατί το Ισραήλ έχει σκοτώσει τόσους πολλούς δημοσιογράφους αν αυτό δεν είναι σκόπιμη πολιτική.

«Όπως με κάθε πράξη επιθετικότητας, το να φορούν γιλέκο Τύπου δεν προστάτευσε εκείνους που το φορούσαν από τη δολιότητα του ισραηλινού εχθρού», ανέφερε σε ανακοίνωσή της η εφημερίδα Al-Akhbar που εργαζόταν η Αμάλ Χαλίλ. «Αντίθετα, έχει γίνει ένας κίνδυνος για τις ζωές των δημοσιογράφων, ως μέρος μιας συστηματικής ισραηλινής πολιτικής που αποσκοπεί στο να φιμώσει οποιονδήποτε επιδιώκει να αποκαλύψει τα εγκλήματα και τις πρακτικές της κατοχής».

Ανεξίτηλο το θάρρος και η αποφασιστικότητά της

Σε ένα συγκινητικό ρεπορτάζ με τίτλο «Η λιβανέζα δημοσιογράφος που σκοτώθηκε σε ισραηλινό πλήγμα ήταν γνωστή για το θάρρος της», οι Τάιμς της Νέας Υόρκης στην τελευταία τους ανταπόκριση αναφέρουν ότι η Αμάλ Χαλίλ είχε αποκτήσει φήμη για την τόλμη και την αποφασιστικότητά της σε πάνω από δύο δεκαετίες κάλυψης τον επαναλαμβανόμενου πολέμου μεταξύ του Ισραήλ και Χεζμπολάχ.

«Δεν μπορούσες να ζητήσεις από την Αμάλ να είναι προσεκτική», είπε ο αδελφός της Αλί Χαλίλ στους ΝΥΤ, καθώς δεχόταν συλλυπητήρια. «Αυτή είναι η μόνη φορά που γνωρίζω τη διεύθυνση της Αμάλ: είναι στον τάφο. Συνήθιζε να μετακινείται ασταμάτητα από το ένα χωριό στο άλλο στον Νότο», είπε. «Τώρα ξέρω πού είναι η αδελφή μου».

Σύμφωνα με το υπουργείο Πληροφόρησης του Λιβάνου, εννέα δημοσιογράφοι έχουν σκοτωθεί από ισραηλινά πλήγματα από τις 2 Μαρτίου.

Η Αμάλ Χαλίλ ήταν γεννημένη το 1984 στη Μπαϊσαρίγιε, στον νότιο Λίβανο, κάλυπτε την περιοχή για την Al Akhbar από τον πόλεμο του 2006. Η τελευταία της δουλειά επικεντρωνόταν στις ισραηλινές κατεδαφίσεις σπιτιών σε χωριά όπου βρίσκονται ισραηλινά στρατεύματα εντός του Λιβάνου.

Σε συνέντευξή της νωρίτερα φέτος στο The Public Source, η Αμάλ Χαλίλ είχε δηλώσει ότι η δουλειά της επιδίωκε να αναδείξει την ανθεκτικότητα των κατοίκων στα χωριά των συνόρων του Λιβάνου.

«Αποδομώ το αφήγημα του εχθρού ότι στοχεύει μόνο στρατιωτικούς στόχους, παρουσιάζοντας στοιχεία ότι βομβαρδίζουν σπίτια, αγροκτήματα και σκοτώνουν παιδιά», είχε δηλώσει. «Μέσα από τη δουλειά μου, προσπάθησα να σταθώ αλληλέγγυα με αυτούς τους ανθρώπους – τους ανθρώπους της γης».

Φωτογραφία: Αφίσα από το Global Sumud Flotilla