Πριν λίγες ημέρες στο Κάρντιφ, οι ηγέτες της Σκωτίας, της Ουαλίας και της Βόρειας Ιρλανδίας, με την κομματική τους ιδιότητα (θα εξηγήσουμε σε λίγο γιατί), υπέγραψαν μια συμφωνία –στην πραγματικότητα ένα μνημόνιο συναντίληψης– καλώντας το Γουέστμινστερ να προετοιμαστεί, να σχεδιάσει και να διευκολύνει τη συνταγματική αλλαγή προκειμένου να ανοίξει ο δρόμος για την ανεξαρτησία των 3 εθνών από το Ηνωμένο Βασίλειο. Η ιδιότυπη αυτή Κελτική Συμμαχία, ήρθε σχεδόν αμέσως μετά τις δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ υπέρ μιας ενωμένης Ιρλανδίας κατά την επίσκεψή του στο Δουβλίνο. Ο αμερικανός πρόεδρος, χωρίς ακριβώς να κατανοεί την ιστορικότητα του ζητήματος, και όντας περαστικός από κάποιες τηλεοπτικές κάμερες ξεστόμισε πως «ωραία θα ήταν» μια ενωμένη Ιρλανδία, ανανεώνοντας –μάλλον άθελά του– το πολιτικό κεφάλαιο του ιστορικού αιτήματος για επανένωση του νησιού.
Το περιεχόμενο της Συμφωνιάς
Για να καταλάβουμε την επαναφορά αυτού του αιτήματος σήμερα, πρέπει να κοιτάξουμε πίσω στην τελευταία δεκαετία. Οι αποσχιστικές τάσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο, έρχονται ταυτόχρονα και ως ενδείξεις ότι τα τρία έθνη βλέπουν τον εαυτό τους πρώτη φορά από κοινού πιο κοντά στην Ευρωπαική Ένωση. Πράγματι, το 2016 η Σκωτία (62%) και η Βόρεια Ιρλανδία (55,8%) ψήφισαν υπέρ της παραμονής στην ΕΕ, με αποτέλεσμα να σέρνονται έξω από αυτήν παρά τη θέλησή τους. Όμως οι ρίζες είναι βαθύτερες. Το Ηνωμένο Βασίλειο συγκροτήθηκε ιστορικά ως ένα ενιαίο κράτος-βασίλειο που στεγάζει διαφορετικά έθνη, με σχέσεις ισχύος που πάντα ήταν άνισες και αποτέλεσμα άδικων διευθετήσεων. Το devolution (αποκέντρωση εξουσιών) των τελών της δεκαετίας του 1990 μπορεί να παραχώρησε διαφορετικούς βαθμούς αυτονομίας (ισχυρό κοινοβούλιο στη Σκωτία, ασθενέστερο στην Ουαλία, και ένα εντελώς ξεχωριστό πλαίσιο στη Βόρεια Ιρλανδία το οποίο διέπεται βασικά από τη Συμφωνία Ειρήνης της Μεγάλης Παρασκευής του 1998) όμως στην πραγματικότητα δεν έδωσε λύση σε ιστορικά αιτήματα που πηγάζουν από την εθνική ταυτότητα των λαών.
Όμως η πρόσφατη συμφωνία του Κάρντιφ έχει έντονο συμβολισμό. Για πρώτη φορά, και τα τρία έθνη κυβερνώνται ταυτόχρονα από πολιτικες δυνάμεις υπέρ της ανεξαρτησίας ή της επανένωσης (στο φάσμα της αριστεράς και της κεντροαριστεράς), με την εξαίρεση του DUP, που μετέχει στην κυβέρνηση συνεργασίας του Μπέλφαστ και παραμένει προσηλωμένο στην Ένωση με το Ην. Βασίλειο. Για πρώτη φορά, επίσης, υπάρχει ρητή σύνδεση του αιτήματος αυτοδιάθεσης με την επιστροφή στην ΕΕ: οι τρεις ηγέτες μιλούν για απόρριψη του
«αποτυχημένου οικονομικού μοντέλου του Westminster» και για μια νέα ανάπτυξη που θα τους φέρει πιο κοντά στις αξίες της ενωμένης Ευρώπης.
Ωστόσο, το ζήτημα εδώ δεν είναι οι δηλώσεις, και σίγουρα δεν πρέπει να δούμε την εν λόγω διακύρυξη ως μία καθαρά θεσμική πράξη. Το μνημόνιο συναντίληψης υπογράφηκε από τους τρεις, με την ιδιότητά τους ως αρχηγοί κομμάτων και συγκεκριμένα του Εθνικού Κόμματος Σκωτίας (SNP), Το κόμμα της Ουαλίας (Plaid Cymru), Σιν Φέιν (Sinn Fein), και όχι ως επικεφαλής κυβερνήσεων, ακριβώς επειδή δεν έχουν τέτοια δικαιοδοσία σε εθνικό επίπεδο.
Αυτό συμβολίζει καταρχάς πολιτική στόχευση, και λιγότερο μία επίσημη εκκίνηση διαπραγματεύσεων. Επιπλέον, δεν έχει καμία νομική ισχύ, αφού δεν εκφράζει τις κυβερνήσεις τους. Ένα άλλο στοιχείο που μας δείχνει πως ο ανανεωμένος συντονισμός έχει κάποια ορισμένα όρια, είναι ότι δεν υπάρχει κοινή στρατηγική μεταξύ των τριών εθνών: ο Σουίνι στη Σκωτία θέλει δημοψήφισμα έως το 2031, η Ουαλία δεν βάζει χρονοδιάγραμμα, η Ο’ Νιλ πρέπει να ενεργοποιήσει το “border poll” όπως ορίζεται από τη Συμφωνία της Μεγάλης Παρασκευής, και η οποία προυποθέτει ταυτόχρονο δημοψήφισμα και στη Β. Ιρλανδία και στη Δημοκρατία της Ιρλανδίας. Από τα τρία έθνη, μόνο η Β. Ιρλανδία διαθέτει αυτή τη στιγμή συγκεκριμένο θεσμικό μονοπάτι.
Η πραγματική σημασία, λοιπόν, δεν βρίσκεται στην άμεση προοπτική διάλυσης –ο κίνδυνος για διάλυση του Ηνωμένου Βασιλείου δεν είναι σήμερα μεγαλύτερος από ότι ήταν πέρυσι. Εξάλλου τέτοιες διαδικασίες παίρνουν χρόνια. Κυρίως βρίσκεται στη δέσμευση για τακτική συνεργασία, που αποτελεί την πιο ισχυρή εγγύηση ότι το ερώτημα θα παραμένει ζωντανό. Και το ερώτημα, όπως τίθεται από ορισμένους αναλυτές, δεν είναι το αν το Ηνωμένο Βασίλειο πρέπει να διαλυθεί, άλλα αν εξακολουθεί να υπάρχει η αναγκαία συναίνεση για τη διατήρηση του.
Ανοίγει ο ασκός του Αιόλου
Την ίδια στιγμή που η κυβέρνηση του Άντι Μπέρναμ απορρίπτει τις ανησυχίες περί διάλυσης εστιάζοντας στο κόστος ζωής, υπάρχει το ρίσκο να δούμε την ήπια (;) επιστροφή στην τεταμένη ατμόσφαιρα των troubles.
Ήδη επικρατεί μία αναστάτωση στην Β. Ιρλανδία όπου ακροδεξιές δυνάμεις έχουν αρχίσει και κινητοποιούνται με αφορμή τις παραπάνω εξελίξεις. Στην Πόρτανταουν, η Επιτροπή Παρελάσεων όπως ονομάζεται, επέτρεψε φέτος -για πρώτη φορά μετά από 30 χρόνια την πραγματοποίηση της παραδοσιακής πορείας του προτεσταντικού Τάγματος της Οράγγης (Orange Order) μέσα από την οδό Garvaghy, στην οποία κατοικούν κυρίως καθολικοί. Η εθνικιστική πορεία υπέρ της ένωσης με το Ην. Βασίλειο πραγματοποιήθηκε σιωπηλά στις 8 το πρωί, όμως προκάλεσε δημοκρατικό ξεσηκωμό από τους κατοίκους και τις προοδευτικές πολιτικές δυνάμεις της χώρας, με αποτέλεσμα την επόμενη ημέρα εκατοντάδες κάτοικοι, από κοινού με ηγέτες του Sinn Fein, να αποκλείουν τον δρόμο, εμποδίζοντας την πορεία από το να συμβεί.
Η Orange Order υπήρξε ο πυλώνας του μονοκομματικού κράτους που κυβέρνησε τη Βόρεια Ιρλανδία με συστηματικές διακρίσεις από το 1921 έως το 1972. Οι βίαιες συγκρούσεις γύρω από το Ντράμκρι, κρατούσαν πάνω από 130 χρόνια. Όμως μεταξύ 1995 και 1998, οι εθνικιστικές επιθέσεις έφεραν τη Βόρεια Ιρλανδία στο χείλος της κατάρρευσης και τον ντόπιο πληθυσμό να μετράει πληγές. Η απαγόρευση τέτοιων παρελάσεων ήταν ένας από τους λόγους που η ειρηνευτική διαδικασία παρέμεινε ζωντανή.
Το γεγονός ότι επετράπη σήμερα αυτή η πορεία ξανανοίγει μια πληγή που οι περισσότεροι θεωρούσαν κλεισμένη εδώ και τριάντα χρόνια. Και ίσως είναι μόνο ένα πρελούδιο των όσων θα ακολουθήσουν σε περίπτωση που η ακροδεξιά αποφασίσει να δημιουργήσει εντάσεις, όπως έκανε άλλωστε επί δεκαετίες, προκειμένου να εκμεταλλευτεί την συγκυρία και να μπλοκάρει τις διαδικασίες ανεξαρτητοποίησης.
Αποτελεί τιμή ότι το Sinn Fein έχει δύο γυναίκες να το καθοδηγούν αυτές τις δύσκολες ημέρες, τη Μισέλ Ο’ Νιλ και τη Μέρι Λου ΜακΝτόναλντ.
FOTO
Plaid Cymru / Flickr





