φωτογραφία: Green Party of England and Wales
Το Πράσινο Κόμμα Αγγλίας και Ουαλίας υιοθέτησε την πρόταση «Ο σιωνισμός είναι ρατσισμός», υποστηρίζοντας ένα ενιαίο δημοκρατικό κράτος σε ολόκληρη την ιστορική Παλαιστίνη. Η απόφαση ανέδειξε σοβαρές εσωκομματικές διαφωνίες.
Με 1.022 ψήφους υπέρ και 813 κατά, το Πράσινο Κόμμα Αγγλίας και Ουαλίας αποφάσισε την Κυριακή 4 Οκτωβρίου να αυτοπροσδιοριστεί επίσημα ως αντισιωνιστικό. Η πρόταση «Zionism is racism» εγκρίθηκε την τελευταία ημέρα του φθινοπωρινού συνεδρίου στο Μπράιτον, συγκεντρώνοντας το 55,7% των ψήφων. Δημοσιεύματα χαρακτηρίζουν τους Πράσινους πρώτο καθιερωμένο ευρωπαϊκό κόμμα που υιοθετεί ρητά αυτή την ταυτότητα.
Η απόφαση ορίζει τον σιωνισμό ως πολιτικό εγχείρημα που βασίζεται στον εθνικισμό και τον αντιμετωπίζει ως μορφή ρατσισμού. Παράλληλα, διαχωρίζει τον αντισιωνισμό από τον αντισημιτισμό και επαναβεβαιώνει τη στήριξη στην παλαιστινιακή απελευθέρωση και στο δικαίωμα επιστροφής των προσφύγων. Υποστηρίζει επίσης το κίνημα μποϊκοτάζ, απόσυρσης επενδύσεων και κυρώσεων —BDS— και την επιβολή πλήρους εμπάργκο όπλων προς το Ισραήλ.
Το κείμενο τάσσεται υπέρ ενός ενιαίου δημοκρατικού παλαιστινιακού κράτους σε ολόκληρη την ιστορική Παλαιστίνη, με πρωτεύουσα την Ιερουσαλήμ. Πρόκειται για προοπτική που περιλαμβάνει το σημερινό Ισραήλ, τη Δυτική Όχθη και τη Γάζα, στη θέση του σημερινού κρατικού διαχωρισμού. Η επίσημη ανακοίνωση παρουσιάζει τη θέση ως επαναβεβαίωση της πολιτικής του κόμματος· το σαφές νέο στοιχείο είναι η ρητή υιοθέτηση της αντισιωνιστικής ταυτότητας.
Η ψηφοφορία πραγματοποιήθηκε χωρίς τον αρχηγό Ζακ Πολάνσκι, ο οποίος είχε αποχωρήσει μετά την ομιλία του την Παρασκευή για να συνεχίσει την εκστρατεία του στην αναπληρωματική εκλογή του Holborn and St Pancras. Τέσσερις από τους πέντε βουλευτές —Έλι Τσόουνς, Σίαν Μπέρι, Άντριαν Ράμσεϊ και Κάρλα Ντένιερ— είχαν εκφράσει δημόσια αντίθεση στην πρόταση. Η απόφαση γίνεται επίσημη πολιτική των Πράσινων, χωρίς υποχρέωση όλων των εκλεγμένων εκπροσώπων να την υποστηρίζουν.
Μετά την ψηφοφορία, οι πέντε βουλευτές, ο Πολάνσκι και οι δύο αναπληρωτές αρχηγοί εξέδωσαν κοινή δήλωση υπέρ των οικουμενικών ανθρώπινων δικαιωμάτων και κατά κάθε διάκρισης. Επαναβεβαίωσαν την αντίθεσή τους στη γενοκτονία, την εθνοκάθαρση, το απαρτχάιντ και την παράνομη κατοχή, τονίζοντας ότι η υπεράσπιση των Παλαιστινίων συμβαδίζει με την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των Εβραίων. Η δήλωση δεν ανακάλεσε τη συνεδριακή απόφαση.
Η ισραηλινή κυβέρνηση καταδίκασε την απόφαση ως αντισημιτική και ανακοίνωσε απαγόρευση εισόδου στον Πολάνσκι. Στην ομιλία του την Παρασκευή, ο Πολάνσκι είχε ζητήσει και την άρση της απαγόρευσης της Palestine Action ως τρομοκρατικής οργάνωσης, αίτημα που περιλαμβανόταν στην πρόταση των Greens for Palestine πριν από το συνέδριο.
Το τριήμερο συνέδριο, από τις 2 έως τις 4 Οκτωβρίου στο Brighton Centre, είχε ευρύτερη κοινωνική και περιβαλλοντική ατζέντα. Οι διοργανωτές ανέμεναν περισσότερα από 3.000 μέλη, ενώ το πρόγραμμα περιλάμβανε ολομέλειες, ψηφοφορίες και συζητήσεις για τη στέγη, την κλιματική προσαρμογή, την τεχνητή νοημοσύνη και τα δικαιώματα της φύσης.
Ο Πολάνσκι πρότεινε τριετή περιορισμό των αυξήσεων στα ιδιωτικά ενοίκια: η ετήσια αύξηση δεν θα μπορεί να υπερβαίνει το 2% και θα περιορίζεται ακόμη περισσότερο εάν ο πληθωρισμός ή το ποσοστό αύξησης των μισθών είναι χαμηλότερο. Το Σάββατο, η αναπληρώτρια αρχηγός Ρέιτσελ Μίλγουορντ πρότεινε άμεση επιστροφή των Thames Water και South East Water σε δημόσια ιδιοκτησία, χωρίς αποζημίωση των μετόχων. Ο έτερος αναπληρωτής αρχηγός, Μόθιν Άλι, παρουσίασε σχέδιο εγγυημένης εργασίας για νέους 18–24 ετών, διάρκειας έως δύο ετών, και υπερασπίστηκε την πολυπολιτισμική Βρετανία απέναντι στη ρατσιστική βία. Αυτές ήταν εξαγγελίες των ηγετικών ομιλιών, που διακρίνονται από τις αποφάσεις των συνεδριακών ψηφοφοριών.
Η στεγαστική πολιτική, η δημόσια ιδιοκτησία και η οικονομική ασφάλεια των νέων αποτέλεσαν βασικούς άξονες του συνεδρίου. Ωστόσο, η απόφαση για τον σιωνισμό ανέδειξε το βαθύτερο εσωκομματικό ρήγμα: η πλειοψηφία των ψηφισάντων επέλεξε τη ρητή αντισιωνιστική τοποθέτηση, ενώ μεγάλο μέρος της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης αμφισβήτησε τη διατύπωση και τις συνέπειές της.





