Ο πατέρας μου έκλεισε τα 67 του χρόνια τον Μάρτιο του 2024. Σε ένα πρόσφατο τηλεφώνημά μας μου υπενθύμισε ξανά αυτό που τον απασχολεί εδώ και χρόνια: «Να κοιτάξεις λίγο αν υπάρχει καμιά πιθανότητα να πάρω σύνταξη», μου είπε. Του υποσχέθηκα ότι θα το κάνω. Προσπαθώ χρόνια τώρα να το κάνω και δεν είμαι ο μόνος. Θα επανέλθω σε αυτό. Πρώτα θέλω να σας πω λίγα πράγματα για εκείνον.

Ο κύριος Φερίκ, ή Σπύρος όπως έγινε γνωστός στην Κέρκυρα, ήρθε στην Ελλάδα το 1992, στα 35 του. Από τα 18 του εργαζόταν ως τεχνικός στα πετρέλαια στην Αλβανία. Στην Ελλάδα έμαθε να κάνει σχεδόν τα πάντα: δούλεψε ως υδραυλικός, μαρμαράς, ηλεκτρολόγος, οικοδόμος, κηπουρός, νυχτοφύλακας και σε αγροτικές εργασίες. Σε αρκετές από αυτές τις δουλειές έπαιρνε μαζί και τα παιδιά του. Όχι για να τον βοηθήσουν, αλλά για να μάθουν από κοντά τι σημαίνει μόχθος και, ταυτόχρονα, τι σημαίνει δημιουργία. Αυτός και η μητέρα μου, για την οποία επιφυλάσσομαι να γράψω μια άλλη ιστορία, έμαθαν να κάνουν την ανάγκη δημιουργία.

Μεγάλωσαν και σπούδασαν τρία παιδιά. Και σήμερα, όπως τόσοι γονείς στην Ελλάδα, συνεχίζουν να βοηθούν την επόμενη γενιά και να προσέχουν τα εγγόνια τους. Ακούραστοι άνθρωποι οι γονείς μου· δεν θεώρησαν ποτέ ότι η ζωή τους χρωστάει κάτι και αντιμετώπισαν κάθε δυσκολία με την δική τους φυσική και την ψυχική δύναμη. Μέχρι που ο χρόνος χτύπησε το βιολογικό καμπανάκι. Δεν είμαστε πάντα δυνατοί. Και τότε ξεκίνησαν οι σκέψεις για το «τώρα τι γίνεται».

Σκέψεις που έγιναν φόβος, και φόβος που έγινε πραγματικότητα. Γιατί ο πατέρας μου, όπως χιλιάδες μετανάστες, πέρασε περίπου τον μισό εργασιακό του βίο στη χώρα του, την Αλβανία, και τον άλλο μισό στην Ελλάδα. Σήμερα, δύο και πλέον χρόνια μετά τα 67 του, βρίσκεται ακόμα παγιδευμένος ανάμεσα σε δύο συστήματα, δύο γραφειοκρατίες και κανόνες που δεν σχεδιάστηκαν ποτέ πραγματικά για ανθρώπους σαν εκείνον.

Συγκεκριμένα, στην Ελλάδα, ο νόμος 4387/2016, γνωστός ως νόμος Κατρούγκαλου, συνδέει το πλήρες ποσό της εθνικής σύνταξης όχι μόνο με τα χρόνια ασφάλισης αλλά και με 40 χρόνια νόμιμης και μόνιμης διαμονής στη χώρα. Για κάθε χρόνο που λείπει, το ποσό μειώνεται κατά 1/40. Το πρόβλημα είναι ότι χιλιάδες μετανάστες που έφτασαν στην Ελλάδα τη δεκαετία του ’90 πέρασαν τα πρώτα χρόνια τους στην Ελλάδα μέσα σε ένα εξαιρετικά ασταθές καθεστώς. Πολλοί δούλεψαν χωρίς ασφάλιση ή με επισφαλή άδεια διαμονής, σε μια εποχή που η νομιμοποίηση ήταν περιορισμένη και οι άδειες παραμονής δύσκολες στην έκδοση και στην ανανέωση. Δεκαετίες αργότερα, φαίνεται πως η ίδια περίοδος αβεβαιότητας επιστρέφει ξανά και αυτή τη φορά ως τιμωρία στη σύνταξή τους. Και αυτό είτε δεν συζητιέται καν, είτε παρουσιάζεται ως ένα απλό γραφειοκρατικό πρόβλημα. Είναι όμως ζήτημα ισότητας και αξιοπρέπειας.

Επιπλέον, όλοι γνωρίζουν ότι στα χρόνια της οικονομικής κρίσης ακούσαμε αμέτρητες φορές μια φράση που περιγράφει μια ολόκληρη κοινωνική πραγματικότητα: «Αν δεν υπήρχε η σύνταξη των παππούδων, πολλές οικογένειες δεν θα τα έβγαζαν πέρα». Η σύνταξη των γονιών και των παππούδων έγινε το άτυπο κοινωνικό δίχτυ ασφαλείας χιλιάδων οικογενειών. Για πολλές οικογένειες μεταναστών, όμως, αυτό το δίχτυ είτε δεν υπάρχει είτε είναι πολύ μικρότερο. Αντίθετα, οι νέοι και οι νέες μεταναστευτικής καταγωγής καλούνται να στηρίξουν οικονομικά και τους γονείς τους και, την ίδια στιγμή, να χτίσουν τη δική τους ζωή: να πληρώσουν ενοίκια, να κάνουν οικογένεια, να μεγαλώσουν παιδιά, αν τολμήσουν να αποκτήσουν. Κάπως έτσι, η σύνταξη που δεν δίνεται σε μια γενιά πέφτει στις πλάτες της επόμενης.

Σκέψου τώρα πώς είναι να δουλεύεις μια ολόκληρη ζωή και, όταν φτάνει η στιγμή που περιμένεις λίγη ασφάλεια και αξιοπρέπεια, να ανακαλύπτεις ότι όσα θεωρούνται αυτονόητα για τους άλλους δεν είναι αυτονόητα για σένα. Φαντάσου τώρα το ακριβώς αντίθετο: να ανταμείβεται όποιος μόχθησε και να ζει με σεβασμό και αξιοπρέπεια. Μπορούμε να το κάνουμε πράξη;

Η Πρωτοβουλία Αλβανών Μεταναστών και Αλληλέγγυων έχει επανειλημμένα αναδείξει το ζήτημα των συντάξεων και διεκδικεί συνταξιοδοτικά δικαιώματα για την πρώτη γενιά μεταναστών και μεταναστριών. Μπορείς και εσύ να βοηθήσεις υπογράφοντας εδώ.

Μια ολόκληρη γενιά ανθρώπων που εργάστηκε μια ζωή ζητά απλώς το αυτονόητο, να γεράσει με αξιοπρέπεια. Αυτό σκέφτηκε και ο πατέρας μου. Του υποσχέθηκα ότι θα το κάνω. Προσπαθώ χρόνια τώρα να το κάνω. Και θα το κάνω.

Πες μου, θα βοηθήσεις;