Υβριδικός πόλεμος και υβριδική πραγματικότητα

Στιγμιότυπο από τη συνάντηση του γγ του ΟΗΕ, Αντόνιο Γκουντέρες, με τον υπουργό Εξωτερικών της Ρωσίας, Σεργκέι Λαβρόφ (UN Photo/Eskinder Debebe/Flickr)

Αν το απρόβλεπτο που συνοδεύει το μήνυμα ισχύος που εξέπεμψε στον κόσμο ο αμερικανός πρόεδρος μιλώντας στη Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ στις 22 Σεπτεμβρίου, ότι δηλαδή η Αμερική επέστρεψε πιο ισχυρή [και άρα πιο αποφασισμένη] από ποτέ, δεν πρέπει να υποτιμάται, το μήνυμα που έστειλε στη Δύση ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών από το ίδιο βήμα τέσσερις μέρες αργότερα επίσης δεν επιτρέπει επιπόλαιη αξιολόγηση.

Η Δύση, είπε ο Σεργκέι Λαβρόφ, ονειρεύεται τη στρατηγική ήττα της Ρωσίας σε έναν πόλεμο για τον οποίο «οι κυρίαρχες ελίτ της Ευρώπης επαναλαμβάνουν καθημερινά ότι οι Ευρωπαίοι πρέπει είναι έτοιμοι να συμβεί το αργότερο έως το 2030». Η Ρωσία, πρόσθεσε, θα επιτύχει τους στόχους της στην Ουκρανία «υπό οποιεσδήποτε συνθήκες. Η απειλή για τη ρωσική ασφάλεια θα εξαλειφθεί και η ειρήνη θα επιστρέψει».

Μιλώντας στο γερμανικό πρακτορείο ειδήσεων dpa μετά την ομιλία του, ο επικεφαλής της ρωσικής διπλωματίας αναφέρθηκε στην ολιγόλεπτη συνάντηση που είχε νωρίτερα με τον γερμανό ομόλογό του, Γιόχαν Βάντεφουλ, μετά από αίτημα της Γερμανίας, την πρώτη διμερή συνάντηση σε ανώτερο επίπεδο μεταξύ των δύο χωρών από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, σε μια φάση που οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν φτάσει στο σημείο μηδέν μετά την κίνηση του Βερολίνου να επιρρίψει στη Μόσχα την ευθύνη για την απόπειρα πλήγματος του  αεροδρομίου της Λειψίας με drone στις 4 Αυγούστου, με το επιχείρημα ότι η επίθεση εκτελέστηκε στο «καθιερωμένο μοτίβο των ρωσικών υβριδικών επιχειρήσεων στην Ευρώπη».

Ερωτηθείς σχετικά, ο Λαβρόφ δήλωσε ότι ο συνομιλητής του δεν του μετέφερε κάτι καινούριο, κάτι που να μην έχει ήδη ειπωθεί δημοσίως από το Βερολίνο. «Θα μπορούσε να με πάρει στο τηλέφωνο και να μου πει να διαβάσω τις δηλώσεις του», πρόσθεσε απαξιωτικά.

Πηγές προσκείμενες στη γερμανική αντιπροσωπεία ανέφεραν ότι ο γερμανός υπουργός Εξωτερικών κάλεσε τη Ρωσία «να εγκαταλείψει τον επικίνδυνο δρόμο της κλιμάκωσης απέναντι στη Γερμανία, την Ευρώπη και το ΝΑΤΟ. Περιστατικά όπως η απόπειρα στη Λειψία ή άλλες υβριδικές επιθέσεις δεν μπορούν να κλονίσουν την αποφασιστικότητα της Γερμανίας να στηρίξει την Ουκρανία στην επίθεση που δέχεται».

Κατά διαβολική σύμπτωση, την ίδια μέρα:

Η πολεμική αεροπορία της Φινλανδίας ανακοίνωσε ότι σουηδικά και φινλανδικά μαχητικά αεροσκάφη απογειώθηκαν εκτάκτως για την αναγνώριση ενός σμήνους ρωσικών μεταγωγικών και μαχητικών αεροσκαφών «στον διεθνή εναέριο χώρο πάνω από τον Φινλανδικό Κόλπο».

Έκθεση της υπηρεσίας πληροφοριών άμυνας της Δανίας μετέφερε την εκτίμηση ότι «τους επόμενους μήνες η Ρωσία θα εντείνει τον υβριδικό πόλεμο κατά της Δύσης και του ΝΑΤΟ», προσθέτοντας ότι υπάρχει «χαμηλός αλλά αυξανόμενος» κίνδυνος μιας ρωσικής «περιορισμένης στρατιωτικής επίθεσης» με όπλα μεγάλης εμβέλειας ή μιας προβοκάτσιας με χρήση ουκρανικών drones εναντίον κάποιας γειτονικής χώρας, σε μια προσπάθεια «να αναπροσανατολιστούν οι ευρωπαϊκοί πόροι υποστήριξης της Ουκρανίας και να προκληθεί διάσταση απόψεων εντός του ΝΑΤΟ».

Δημοσίευμα της ισπανικής ψηφιακής εφημερίδας El Mundo, επικαλούμενο «ανώνυμες πηγές» του Υπουργείου Άμυνας της Λιθουανίας, ανέφερε ότι η CIA  προειδοποίησε τις κυβερνήσεις της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Ισπανίας για «πιθανή επίθεση σε λιμάνια ή αεροδρόμια με drones προερχόμενα από πλοία του λεγόμενου ‘‘σκιώδους στόλου’’ της Ρωσίας στη Μεσόγειο».

Το γεγονός ότι το υπουργείο Άμυνας της  Ιταλίας διέψευσε κατηγορηματικά το δημοσίευμα, τονίζοντας ότι σε «κανένα επιχειρησιακό επίπεδο,  διπλωματικό και  στρατιωτικό» δεν έχει φτάσει τέτοια πληροφορία, με τον ιταλό υπουργό Άμυνας να σχολιάζει λέγοντας πως «το να ρίχνει κανείς κι άλλο λάδι στη φωτιά δεν εξυπηρετεί κανέναν», δεν φαίνεται να βρίσκει ευήκοα ώτα στις ελίτ της Ευρώπης των 27.

Κυριαρχεί, κατά τους New York Times, η εκτίμηση ότι η Μόσχα, πιεσμένη στο πεδίο της μάχης στην Ουκρανία, επιχειρεί να μεταφέρει την πίεση στους συμμάχους του Κιέβου με έναν υβριδικό πόλεμο που δεν υπερβαίνει το όριο που θα προκαλούσε μια άμεση στρατιωτική απάντηση από το ΝΑΤΟ.

Επιχειρεί υβριδικό πόλεμο η Ρωσία; Διόλου απίθανο. Εν αναμονή, πάντως, πειστικών αποδεικτικών στοιχείων, το αδιαμφισβήτητο παραμένει ένα: Ο πόλεμος στην Ουκρανία έχει περάσει σε μια φάση όπου τις αρχικές  προσδοκίες για μια αποφασιστική ανατροπή των συσχετισμών έχει διαδεχτεί μια πολύ πιο δύσκολα διαχειρίσιμη πραγματικότητα.

Η ιδέα ότι η διαρκής υποστήριξη θα οδηγήσει, αργά ή γρήγορα, σε μια αποφασιστική ουκρανική νίκη στην οποία υπολόγιζαν οι ευρωπαίοι κυβερνώντες αποδεικνύεται εκτός πραγματικότητας, συμπαρασύροντας στη διάψευση τη βεβαιότητα της ευρωπαϊκής ιθύνουσας τάξης ότι μπορεί να καθορίσει την τελική έκβαση μιας σύγκρουσης στην οποία έχει επενδύσει τεράστιο πολιτικό, οικονομικό και στρατηγικό κεφάλαιο.

Επιμένει μολαταύτα η τάξη αυτή σε μια ανάγνωση της πραγματικότητας που θα μπορούσε να χαρακτηριστεί υβριδική.

Παράδειγμα χαρακτηριστικό η επιμονή του Βερολίνου να διεκδικεί με κάθε τρόπο προέχουσα θέση στον ανταγωνισμό των ισχυρών του πλανήτη, παρά το γεγονός ότι οι τρεις βασικοί πυλώνες της μέχρι πρότινος ρωμαλέας οικονομίας της Γερμανίας έχουν εκλείψει μετά και την εισβολή της Ρωσίας στη Ουκρανία. Το φτηνό ρωσικό φυσικό αέριο αποτελεί παρελθόν. Η βεβαιότητα της αμερικανικής «ομπρέλας ασφάλειας», παρομοίως. Οι εμπορικές ροές με την Κίνα, κύριο εισαγωγέα γερμανικών προϊόντων και επενδύσεων της γερμανικής βιομηχανίας, έχουν αντιστραφεί, με αποτέλεσμα τη θεαματική αύξηση του εμπορικού ελλείμματος της Γερμανίας με την Κίνα.

Διατυπωμένα στην ψυχρή γλώσσα των αριθμών όλα τα παραπάνω συμποσούνται στο κλείσιμο τουλάχιστον 22.000 μικρών, μεσαίων και μεγάλων εταιρειών το 2025, και στην απώλεια 280.000 θέσεων εργασίας στους πιο νευραλγικούς κλάδους ανάπτυξης της γερμανικής οικονομίας: χαλυβουργία, μηχανοκατασκευές, αυτοκινητοβιομηχανία.

Η απάντηση στο ερώτημα αν η Γερμανία μπορεί να καλύψει αυτό το γεωπολιτικό και οικονομικό έλλειμμα με την προσφυγή στην επίκληση ενός υβριδικού πολέμου που έχει εξαπολυθεί εναντίον της είναι ίσως υπόθεση λίγων μόνο μηνών.