Χωρίς εγωισμούς, προς μια νέα γενική διάνοια                            

Όσοι στηρίξαμε τη διακυβέρνηση 2015-2019, όσοι αποκομίσαμε την πλούσια ιστορική εμπειρία της, με τα λάθη και τις πίκρες, όσοι είδαμε με πραγματική πικρία την αποσάθρωση αυτής της ιστορικής εμπειρίας μετά το 2019 και το 2023, όλοι σχεδόν, και ένα εκατομμύριο εκλογείς του 2023, τώρα αναρωτιόμαστε: Πώς φεύγει η Δεξιά; Και τι ψηφίζουμε;

Η Εποχή με κάλεσε να προσθέσω τις σκέψεις μου σε ένα φόρουμ διαλόγου, μάλλον αγωνιώδες, με δεδομένα την πίεση χρόνου και τον κερματισμό του αριστερού ημισφαιρίου.

Εκλογική επιβίωση

Η πρώτη σκέψη είναι πώς να επιπλεύσει εκλογικά-κοινοβουλευτικά η Αριστερά, σαν Αριστερά, πέραν των κεντρώων και κεντροαριστερών σχημάτων. Όχι  για να συνεχίσει να αναπαράγει το δικό της ιερατείο και τον μάλλον αδιάφορο σήμερα για τις μάζες λόγο της, απαράλλαχτα, αλλά για να κρατήσει αναμμένο το φως για τις ερχόμενες γενιές και για τις πολιτικές που θα αναδυθούν.

Για διάφορους λόγους, πρακτικούς και ψυχολογικούς κυρίως, η κοινοβουλευτική εκπροσώπηση είναι επιθυμητή και μπορεί να αποτελέσει αφετηρία για οτιδήποτε νέο προκύψει.  Πώς όμως; Η δημοσκοπική εικόνα είναι δυσμενής. Από τα τρία αριστερά σχήματα που κατάγονται από το 2015, ΣΥΡΙΖΑ, ΝΕΑΡ, ΜέΡΑ25, κανένα δεν καταγράφεται καθαρά άνω του κατωφλίου εισόδου (3%). Το ΜέΡΑ25 το πλησιάζει, ο ΣΥΡΙΖΑ κινείται περί το 1,5%, η ΝΕΑΡ περί το 1%. Μια εκλογική συνεργασία/σύμπραξη αυτών και άλλων σχηματισμών θα συνάθροιζε τις σκόρπιες δυνάμεις και θα έφερνε την επιθυμητή κοινοβουλευτική παρουσία. Βεβαίως, η πολιτική δεν λειτουργεί με αθροίσεις και απλή αριθμητική, συχνότερα λειτουργεί μη γραμμικά, με τομές, ρήξεις και πισωγυρίσματα. Αλλά ας υποθέσουμε ότι πηγαίνουμε προς τη σύμπραξη. Υπάρχουν οι πολιτικές προϋποθέσεις;

Προϋποθέσεις: Απο-εγωτισμός

Κατά τη γνώμη μου, υπάρχουν. Σε επίπεδο απολύτως μίνιμουμ παραδοχών, αλλά υπάρχουν. Εντούτοις, αυτό που λείπει δεν είναι τόσο τα κείμενα και οι πολιτικές θέσεις, όσο οι προσωπικές προϋποθέσεις. Ο χώρος ταλανίζεται από τεράστιους εγωισμούς μετρίων προσώπων, από εμπάθειες και εμμονές, από αντιπάθειες και αταίριαστα χνώτα, από οπισθοβουλίες και κρυψίνοιες ― όλα καταχρηστικά σε πληθυντικό αριθμό.

Σε αυτά ας προσθέσουμε τη διανοητική οκνηρία και την αυταρέσκεια, που δεν επέτρεψαν να αναγνωσθεί εν τω βάθει και εν εκτάσει η νέα κοινωνική πραγματικότητα που διαμόρφωσε η κρίση αλλά και οι γεωπολιτικές μεταβολές, και κυρίως η ρεβανσιστική παλινόρθωση της Δεξιάς, η οποία έχει σαφές σχέδιο την εδραίωση και εμβάθυνση των ανισοτήτων και τη δική της απόλυτη ηγεμονία.

Η εκλογική σύμπραξη άρα θα πρέπει να είναι αφετηρία για απο-εγωτισμό και επανα-συλλογικοποίηση, για ανασύνταξη λόγου και πρακτικών, για εμβάπτιση στην κοινωνία της κρίσης και της επισφάλειας, χωρίς βολικά αυτονόητα και στρογγυλές μισοαλήθειες. Η κυβερνητική εμπειρία μάς φόρτωσε με πραγματισμό, αναγκαίο και πολύτιμο, αλλά ίσως υπερβολικά πολύ, τόσο που μας αφαίρεσε τις διορατικές διαγνώσεις, την αυτονατροπή και την αυτοϋπέρβαση, τη διάθεση για ρήξεις. Μας αφαίρεσε την ικανότητα ανανέωσης. Μείναμε στο «κυβερνώσα» (και στους γλυκασμούς της εξουσίας), και παραμερίσαμε το «Αριστερά». Και μας οδήγησε εν πολλοίς να μιλάμε και να σκεφτόμαστε με τους όρους του αντιπάλου, με την ατζέντα του και τις φυσικοποιημένες παραδοχές του νεοφιλελευθερισμού.

Ρήξη με τη Δεξιά

Αυτό που ζούμε τώρα δεν είναι μόνο η πλήρης αποδόμηση της συνετής, έντιμης, ίσως και δειλής διακυβέρνησης της Αριστεράς υπό εξωτερικές συνθήκες προτεκτοράτου· είναι η κυριαρχία μιας ωμής εσωτερικής αποικιοκρατίας. Το πολιτικό τοπίο κυριαρχείται από τη διαφθορά και τις θεσμικές εκτροπές, αλλά και βαθείς υλικούς μετασχηματισμούς: εκτόξευση των ανισοτήτων, εκποίηση των δημόσιων αγαθών, δημογραφική κατάρρευση, κατάρρευση της πρωτογενούς παραγωγής, εγκατάλειψη της περιφέρειας, επίκληση πολέμου, διολίσθηση όλης της οικονομίας στον τουρισμό και το real estate.

Γιατί απαριθμώ τα γνωστά; Για να πω το θεμελιώδες: Για να αλλάξει πορεία η χώρα, για να σωθούν οι «πολλοί» που λέγαμε, χρειάζονται ρήξεις. Η όποια εκλογική σύμπραξη και πολιτική συνύπαρξη αριστερών σχηματισμών πρέπει να συνομολογήσει τη μετωπική ρήξη με αυτήν την ατζέντα εξανδραποδισμού και εσωτερικής αποικιοκρατίας. Δεν μπορεί να υπάρξει Αριστερά που θα αφήσει άθικτο το επιτελικό κράτος της παλινόρθωσης, της επιθετικότερης Δεξιάς από τα χρόνια του ’50-’60, επικαλούμενη την ασφάλεια δικαίου και τον μωσαϊκό νόμο του Δημοσιονομικού Συμβουλίου.

Ας δούμε τι συμβαίνει στις πληθυντικές Αριστερές σε άλλες χώρες του δημοκρατικού καπιταλισμού: Δημοκράτες Σοσιαλιστές στις ΗΠΑ, Die Linke στη Γερμανία, LFI Μελανσόν στη Γαλλία, αριστερά κόμματα στο Βέλγιο και στην Αυστρία, όλα προχωρούν και κερδίζουν έδαφος, με συλλογικότητα, οραματισμό και γείωση στις υλικότητες ― ακόμη και τα επιτεύγματα της κυβέρνησης Σάντσεθ δεν είναι μόνο διεθνοπολιτικά και ηθικά, είναι βελτιώσεις κοινωνικές. Όλοι αυτοί μιλούν για συγκρούσεις με την ολιγαρχία, εναντίον των ανισοτήτων, μιλούν για δημόσια αγαθά, για έλεγχο της τεχνολογίας, και το κάνουν συγκροτώντας νέες συλλογικότητες, μιλώντας άμεση, καθημερινή γλώσσα. Και κάνοντας φανερό ότι δεν αντιστέκεται το Κέντρο στην Ακροδεξιά, μάλλον την καλωσορίζει· μόνο η Αριστερά μπορεί να νικήσει την Ακροδεξιά και το κόμμα του πολέμου.

Νέος ιστορικός κύκλος

Οι ερχόμενες εκλογές θα είναι υπαρξιακή δοκιμασία για τη ριζοσπαστική και ανανεωτική Αριστερά. Κυρίως διότι φαίνεται να μην υπάρχουν οι ψυχικές δυνάμεις και οι ηλικίες για την παραμονή στην εξωκοινοβουλευτική έρημο.

Ας αποδεχθούμε καταρχάς ότι έχει κλείσει ένας ιστορικός κύκλος, και στον επόμενο κύκλο πρωταγωνιστές δεν θα είναι τα πρόσωπα που έχουν ήδη παίξει τους ρόλους τους, δηλαδή εμείς οι πιο ηλικιωμένοι, τα τέκνα της Μεταπολίτευσης. Πρωταγωνιστές θα είναι τα τέκνα της πολυκρίσης και της επισφάλειας, της ψηφιακής αγωνίας. Εντούτοις, χρέος μας είναι να διασώσουμε ό,τι διασώζεται από την κληρονομιά αυτής της μη δογματικής Αριστεράς, να αφήσουμε ίχνη και μονοπάτια, χωρίς εγωισμούς και πεισματική άρνηση της δυσμενούς πραγματικότητας.

Οι τακτικοί συμβιβασμοί είναι αναγκαίοι, το γνωρίζουμε, τους διαπράξαμε κατά συρροήν στο πρόσφατο παρελθόν· το ζητούμενο τώρα είναι η τακτική να μην εξαλείψει πάλι τη στρατηγική. Και στρατηγική είναι η οποιαδήποτε σύμπραξη-σύγκλιση-συνεργασία να μη λειτουργήσει μόνο ως θεμιτή εκλογική επιβίωση, αλλά να αποτελέσει μια λειτουργική αφετηρία, μια νέα αρχή, να οδηγεί σε ένα ξέφωτο, εκεί που θα αναδυθεί η νέα γενική διάνοια. Δεν θα ξαναφτιαχτεί ο ΣΥΡΙΖΑ του 2008-2012, αυτός τελείωσε μαζί με τις αναμνήσεις και τις αυταπάτες. Θα φτιαχτεί κάτι νέο, μη ορατό προς το παρόν, σε αυτό καλούμαστε να βάλουμε το λιθαράκι μας. Σε αυτήν τη νέα αρχή πιστεύω, την επανεκκίνηση.