Λουίζ Μισέλ: «Το κυνήγι των λύκων», μετάφραση Γιώργος Καράμπελας, Εκδόσεις των συναδέλφων, 2026
Τον Ιούλιο του 1880 η γαλλική Βουλή ψηφίζει νόμο που δίνει γενική αμνηστία σε όσους και όσες συμμετείχαν στην Κομμούνα του Παρισιού. Έτσι, πολλοί εξόριστοι και εξόριστες αποκτούν το δικαίωμα να επιστρέψουν στη Γαλλία, κυρίως από τη Νέα Καληδονία, τα νησιά του Ειρηνικού όπου είχαν εκτοπιστεί χιλιάδες αγωνίστριες και αγωνιστές της Κομμούνας.
Τότε επέστρεψε στο Παρίσι και μία από τις πιο εμβληματικές μορφές της Κομμούνας, η αναρχική αγωνίστρια Λουίζ Μισέλ. Με την επιστροφή της ξαναρχίζει αμέσως την επαναστατική της δράση. Συνάμα, ανάμεσα σε αγώνες, συλλήψεις, δίκες και φυλακίσεις, η Μισέλ γράφει κείμενα κάθε είδους, πολιτικές παρεμβάσεις, φυλλάδια, ποιήματα κ.ά. Κάπου γύρω στο 1890-1891 ολοκληρώνει και αυτό το μυθιστόρημα, Το κυνήγι των λύκων.
Στο εξαιρετικά κατατοπιστικό επίμετρο της Ξένιας Μαρίνου διαβάζουμε για την «τάση αποπολιτικοποίησης της ιστορίας», που θέλει να παρουσιάζει ιστορικά γεγονότα, ενίοτε μεγάλης πολιτικής εμβέλειας, καθώς και «ηρωικά» πρόσωπα, απογυμνωμένα όμως από το πολιτικό τους περιεχόμενο. Μέρος μιας τέτοιας ιστορικής (παρ)ανάγνωσης για την Κομμούνα ήταν και μια «αποσπασματική και εργαλειακή προβολή μιας Λουίζ Μισέλ που καταντά πολιτικό πασπαρτού και άλλοτε σκοπίμως απολίτικη». Παρ’ όλα αυτά, κάτι τέτοιο δεν είναι πάντα πολύ εύκολο όσον αφορά τη Μισέλ, μια γυναίκα με τόσο έντονη πολιτική δράση σε όλα τα επίπεδα και σε κάθε στιγμή της ζωής της, ακόμα και σε εποχές που θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «εποχές ήττας». (Είναι χαρακτηριστικό πώς περιγράφει ο Εδουάρδο Γκαλεάνο την εξορία της Μισέλ στη μακρινή Νέα Καληδονία: «Οι εκτοπισμένοι σύντροφοι την προειδοποίησαν ότι το μόνο που ήξεραν εκείνοι οι άγριοι ήταν να τρώνε ανθρώπινη σάρκα: “Δεν θα βγεις ζωντανή”. Όμως η Λουίζ Μισέλ έμαθε τη γλώσσα των αυτόχθονων της Νέα Καληδονίας, χώθηκε στη ζούγκλα και βγήκε ζωντανή. Της εξιστόρησαν τα βάσανά τους και τη ρώτησαν γιατί την είχαν στείλει εκεί. Εκείνη τους αφηγήθηκε τα γεγονότα της Κομμούνας. “Α, είσαι μια ηττημένη, όπως κι εμείς”, της είπαν», Καθρέφτες, μτφ. Ισμήνη Κανσή, εκδ. Μεταίχμιο.)
Σε ένα τέτοιο πλαίσιο πρέπει να δει κανείς την έκδοση αυτού του μυθιστορήματος που, όπως αναφέρεται στο επίμετρο, αναδεικνύει την «πολιτική Λουίζ Μισέλ». Η γαλλική έκδοσή του, το 2015, ανασυγκρότησε την «πληρέστερη, έως σήμερα, εκδοχή του μυθιστορήματος» με βάση τις συνέχειες που δημοσιεύθηκαν το 1891 στην εφημερίδα L’ Egalité (αφού τότε το μυθιστόρημα δεν εκδόθηκε σε μορφή βιβλίου), σε συνδυασμό με χειρόγραφα της Μισέλ που βρέθηκαν σε αρχεία κ.λπ.
Στο μυθιστόρημά της η Μισέλ, μέσα από την ιστορία που αφηγείται, πραγματεύεται όλα τα πολιτικά ζητήματα που απασχολούσαν το αναρχικό και το εργατικό κίνημα εκείνα τα ταραγμένα χρόνια: η έμπρακτη προπαγάνδα, η γενική απεργία διαρκείας, η βία, η εκδίκηση, η δικαιοσύνη, η καταστολή, η εξέγερση. Η πένα της σκιαγραφεί τη «μαύρη και σκληρή ζωή των λιμασμένων», σε έναν κόσμο όπου «οι δολοφόνοι δεν είναι αυτοί που νομίζουμε, αλλά εκείνοι που το τραπέζι τους είναι πάντα στρωμένο». Εδώ χωράει μόνο μια απάντηση, λέει η Μισέλ: «Θάνατος στον παλιό κόσμο». Αυτό δεν μπορεί να γίνει ειρηνικά, αλλά «δεν θα υπάρξει άλλος πόλεμος εκτός από εκείνον στον οποίο καλούσε τους δούλους ο Σπάρτακος». Ένας πόλεμος για τη χειραφέτηση, μέχρι να έρθει η στιγμή όπου «οι απεργιακοί άνεμοι [θα] σάρωναν τον κόσμο» και θα «άνθιζε η εκδίκηση» και, παρά τον θάνατο και το αίμα («να ξέρουμε όχι μόνο να πεθαίνουμε αλλά και να σκοτώνουμε»), θα έφτανε η ώρα που ο νέος κόσμος θα αναδυόταν.
Το μυθιστόρημα της Λουίζ Μισέλ είναι ένα πολύ σημαντικό ντοκουμέντο για μια ολόκληρη εποχή και για την πολιτική συζήτηση που γινόταν στο επαναστατικό κίνημα εκείνα τα χρόνια αλλά και για το πώς η λογοτεχνία μπορούσε να αποτελεί στοιχείο αυτής της πολιτικής διαπάλης, κι έτσι πρέπει να διαβάσει κανείς αυτό το βιβλίο, ένα βιβλίο που είναι, όπως γράφει η Μαρίνου, ένα «υπόδειγμα πολιτικής προπαγάνδας».





