Οι κοινωνικές επιπτώσεις της κλιματικής κρίσης

 Καταμεσής  του θέρους  σε ολοσχερή  «καλοκαιρία », περίπου δύο δισεκατομμύρια μονάδες κλιματισμού σε έναν  πλανήτη που υπερθερμαίνεται σταθερά αγωνιούν  να διασφαλίσουν βιώσιμες συνθήκες διαβίωσης. Ο  κλιματισμός εξελίσσεται όλο και περισσότερο στο καθοριστικό  καταφύγιο των ανθρώπων απέναντι στην αποπνικτική ζέστη. Ο παγκόσμιος μέσος όρος κατοχής κλιματιστικού ανά κάτοικο είναι 0,26, για την Ιαπωνία  1,5  και τις  ΗΠΑ 1,2.

Τι συμβαίνει, όμως, όταν η λειτουργία του κλιματιστικού είναι πολύ ακριβή ή απλώς αδύνατη; Η «φτώχεια ψύξης- δροσιάς» (cooling poverty) περιγράφει το οικονομικό βάρος που συνεπάγεται για τα νοικοκυριά χαμηλότερου εισοδήματος, τους φτωχούς πληθυσμούς, η ανάγκη για δροσιά. Ο όρος αφορά τόσο την αδυναμία πρόσβασης σε επαρκείς τεχνολογίες ψύξης (κλιματιστικά), όσο και τον άνισο χαρακτήρα της αντίστοιχης δαπάνης, καθώς τα φτωχότερα νοικοκυριά εξαναγκάζονται να διαθέσουν δυσανάλογα μεγάλο μέρος του προϋπολογισμού τους για την ηλεκτρική ενέργεια που απαιτείται για την ψύξη.

Πέρα από τους καθιερωμένους ορισμούς της ενεργειακής φτώχειας (ανάγκες θέρμανσης), η δυσκολία  πρόσβασης σε συστήματα  ψύξης-δροσιάς διευρύνει το πρόβλημα, ώστε να συμπεριλάβει τη νέα πρόκληση: πώς διασφαλίζεται η δροσιά  σε έναν κόσμο που γίνεται ολοένα θερμότερος; Δεν πρόκειται μόνο για την αγορά και τη χρήση κλιματιστικών, αλλά για ένα ευρύτερο ζήτημα που συνδέεται με τους συστημικούς παράγοντες, οι οποίοι εκθέτουν οργανισμούς, νοικοκυριά και ανθρώπους στις επιβλαβείς συνέπειες της αυξανόμενης θερμικής καταπόνησης: υπαίθρια εργασία,  εκπαίδευση, υγεία, αλλά και ψύξη και συντήρηση τροφίμων.

Πρόσφατη μελέτη του CMCC[i] επισημαίνει ότι «αναδεικνύεται η  ανάγκη αντιμετώπισης των κινδύνων που συνδέονται με την έκθεση στη ζέστη μέσα από αποτελεσματικό συντονισμό διαφορετικών τομέων, όπως η στέγαση, η υγειονομική περίθαλψη, τα τρόφιμα, η γεωργία και οι μεταφορές».

Άνιση πρόσβαση στη δροσιά

Στον πυρήνα της φτώχειας ψύξης βρίσκεται η άνιση πρόσβαση σε αυτή. Ερευνητές του CMCC ανέλυσαν τα στοιχεία από 25 χώρες, που αντιπροσωπεύουν το 62% του παγκόσμιου πληθυσμού. Η μελέτη η οποία δημοσιεύθηκε στο Journal of Environmental Economics and Management[ii] αναδεικνύει ότι η κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας των νοικοκυριών παγκοσμίως αυξάνεται 36% κατά μέσο όρο εξ αιτίας της λειτουργίας κλιματιστικού.

Οι επιπτώσεις στην κατανάλωση της ηλεκτρικής ενέργειας διαφέρουν σημαντικά από χώρα σε χώρα: ο κλιματισμός αυξάνει τη μέση κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας κατά περίπου 68% στην Αφρική και 7% στις μη ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ. Τα νοικοκυριά υψηλού εισοδήματος δαπανούν μόλις το 0,2% έως 2,5% του εισοδήματος τους για κλιματισμό, ενώ για ορισμένα από τα φτωχότερα νοικοκυριά η δαπάνη   για την ηλεκτρική ενέργεια που απαιτείται για ψύξη προσεγγίζει έως και το 8%.

 Προβλέψεις για το 2050 μιας κρίσης που διευρύνεται

Οι συνέπειες αυτών των ευρημάτων γίνονται ακόμη πιο ανησυχητικές, αν συνυπολογιστούν οι κλιματικές προβλέψεις για το μέλλον. Σύμφωνα με την έρευνα, η παγκόσμια διείσδυση του κλιματισμού έως το 2050 αναμένεται να αυξηθεί από το τρέχον 28% στο 41%-55%. Η αύξηση αυτή, όμως, θα είναι εξαιρετικά άνιση μεταξύ των περιοχών. Οι αφρικανικές χώρες, για παράδειγμα, προβλέπεται να φτάσουν μόλις στο 9-15%, πολύ κάτω από τον παγκόσμιο μέσο όρο.

Παράλληλα, η αυξανόμενη χρήση κλιματισμού θα επηρεάσει και τις παγκόσμιες εκπομπές CO2 τροφοδοτώντας έναν αρνητικό φαύλο κύκλο. Έως το 2050, η παγκόσμια οικιακή ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας για ψύξη θα μπορούσε να φτάσει τις 1.400 TWh ετησίως —ποσότητα συγκρίσιμη με τη συνολική κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας της Ινδίας το 2020— οδηγώντας σε επιπλέον 670 έως 956 εκατομμύρια τόνους εκπομπών CO2, ενώ το  κόστος  εκτιμάται μεταξύ 124 και 177  δισ. δολάρια.

Βαθμοημέρες Ψύξης (CDD)

Μια βαθμοημέρα ψύξης (Cooling Degree Day CDD) μετρά την ενέργεια που χρειάζεται για την ψύξη των κτιρίων, όταν οι εξωτερικές θερμοκρασίες υπερβαίνουν ένα καθορισμένο όριο, συνήθως 18°C.  Υψηλός δείκτης  CDD υποδηλώνει  ότι η  αναμενόμενη ζήτηση για κλιματισμό και ηλεκτρική ενέργεια είναι μεγαλύτερη. Οι επιχειρήσεις κοινής ωφέλειας, οι εταιρίες ενέργειας χρησιμοποιούν τον δείκτη αυτό  για να προβλέψουν την κατανάλωση ενέργειας και να τιμολογήσουν τα παράγωγα καιρού.

Η Ελλάδα με δείκτη CDD 156,20C είναι από τις πιο ευάλωτες θερμικά περιοχές της βόρειας Μεσογείου: (Ιταλία 880C, Τουρκία 1170C, Βουλγαρία  600C, Γαλλία 170C, Πορτογαλία 440C.

Επειδή τα CDD διαφέρουν ανάλογα με την περιοχή και τον τύπο του κτιρίου, ο ακριβής υπολογισμός, χρησιμοποιώντας ημερήσιους μέσους όρους ή ημίωρες θερμοκρασίες, είναι απαραίτητος για την πρόβλεψη της ζήτησης ενέργειας και τον προσδιορισμό των αξιών χρηματοοικονομικού διακανονισμού (βλέπε πίνακα για την περιοχή της Μεσογείου).

Την τελευταία πενταετία, ο πλανήτης βίωσε ορισμένες από τις θερμότερες χρονιές που έχουν καταγραφεί ποτέ, ενώ οι μετεωρολόγοι προειδοποιούν ότι το φαινόμενο Ελ Νίνιο —η περιοδική θέρμανση των υδάτων στην επιφάνεια  του Ειρηνικού Ωκεανού— πιθανόν  να πυροδοτήσει μια νέα σειρά ακραίων καιρικών φαινομένων το 2026 και το 2027. Η εξέλιξη αυτή συμπίπτει με την επιταχυνόμενη διάδοση του κλιματισμού παγκοσμίως, αποτέλεσμα των πρωτοφανών καυσώνων σε περιοχές όπου μέχρι πρόσφατα η ζήτηση για ψύξη ήταν περιορισμένη. Καθώς τα  φαινόμενα ακραίας ζέστης γίνονται συχνότερα και πιο εκτεταμένα, αλλάζει και η αντίληψη γύρω από την ψύξη, ωθώντας περισσότερους καταναλωτές να αντιμετωπίσουν  την αγορά κλιματιστικού. Ο αριθμός των νοικοκυριών που θα αγοράσουν για πρώτη φορά  μονάδα κλιματισμού, αναμένεται να φτάσει σε νέα υψηλά τα επόμενα χρόνια (260 εκ. μονάδες το 2050 σε σχέση με τα 105 εκ. το 2020).

Η αυξανόμενη ζήτηση για ψύξη εκδηλώνεται μέσα σε ένα γεωπολιτικό περιβάλλον (πόλεμος στη Μέση Ανατολή) παγκόσμιας ενεργειακής κρίσης, που προκάλεσε  εκτίναξη  στην τιμή της ενέργειας.

Η παγκόσμια ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας για ψύξη χώρων από το 2015 έχει αυξηθεί κατά 50% φτάνοντας περίπου τις 2.900 TWh  —περισσότερο από τη συνολική ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας ολόκληρης της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Από το 2015 η ψύξη αντιστοιχεί στο 14% της αύξησης της παγκόσμιας ζήτησης ηλεκτρικής ενέργειας, ενώ στη Μέση Ανατολή και τη Βόρεια Αφρική το ποσοστό φτάνει έως και το 25%.

Η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας αυξάνεται επίσης λόγω της επέκτασης και του εξηλεκτρισμού της βιομηχανίας, της μεγαλύτερης διείσδυσης των ηλεκτρικών οχημάτων, της ραγδαίας ανάπτυξης των κέντρων δεδομένων και του εξηλεκτρισμού άλλων τελικών χρήσεων. Τροφοδοτούμενη από την ανάπτυξη σε πολλαπλές χρήσεις, η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας έφτασε σε ιστορικά υψηλά επίπεδα το 2025 και αυξήθηκε με ρυθμό υπερδιπλάσιο σε σχέση με τη συνολική ζήτηση ενέργειας, ασκώντας πρόσθετη πίεση στα ηλεκτρικά συστήματα και ενισχύοντας την έμφαση στην ασφάλεια εφοδιασμού ηλεκτρικής ενέργειας για χώρες σε όλο τον κόσμο.

Greenpeace: κατοικίες σε κλιματική κρίση

Η έκθεση «Κατοικίες σε κλιματική κρίση: Η θερινή ενεργειακή φτώχεια στην Ελλάδα», που βασίζεται σε έρευνα πεδίου του Ελληνικού Ινστιτούτου Παθητικού Κτιρίου (ΕΙΠΑΚ)[iii], κατέγραψε για πρώτη φορά τις πραγματικές συνθήκες διαβίωσης σε 29 κατοικίες από έξι διαφορετικές γεωγραφικές περιοχές της χώρας. Η έρευνα δείχνει ότι η θερινή ενεργειακή φτώχεια δεν αφορά μόνο τα πιο ευάλωτα νοικοκυριά, αλλά αποτελεί δομικό χαρακτηριστικό του ελληνικού κτιριακού αποθέματος. Εκατομμύρια κατοικίες έχουν κατασκευαστεί χωρίς επαρκή θερμική προστασία και αδυνατούν να λειτουργήσουν ως ασφαλείς χώροι διαβίωσης κατά τη διάρκεια των ολοένα συχνότερων καυσώνων. Τα βασικά ευρήματα της έρευνας:

  • Στη μεγάλη πλειονότητα των κατοικιών, οι εσωτερικές θερμοκρασίες κυμαίνονται μεταξύ 28–31°C, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις φτάνουν τους 34–38°C, πολύ πάνω από το όριο θερμικής άνεσης των 25°C.
  • Στις μη μονωμένες  κατοικίες οι εσωτερικές θερμοκρασίες συχνά παραμένουν, ακόμη και κατά τη διάρκεια της νύχτας, πάνω από 28°–30°C.
  • Πολλά νοικοκυριά περιορίζουν τη χρήση κλιματισμού επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τις συνθήκες διαβίωσής τους, επειδή δεν μπορούν να αντέξουν το κόστος της δαπάνης λειτουργίας.
  • Οι μη μονωμένες  κατοικίες αναδεικνύονται ως η πλέον ευάλωτη κατηγορία απέναντι στους καύσωνες και αποτελούν την πλειονότητα του ελληνικού κτιριακού αποθέματος .
  • Η προσαρμογή των κατοικιών στην κλιματική κρίση δεν μπορεί να βασιστεί ούτε σε αποσπασματικές παρεμβάσεις, ούτε στην ολοένα μεγαλύτερη χρήση κλιματιστικών. Απαιτούνται ολοκληρωμένες και καλά σχεδιασμένες ανακαινίσεις.


[i] CMCC Foundation (Euro-Mediterranean Center on Climate Change)-https://www.cmcc.it/

[ii] https://www.sciencedirect.com/journal/journal-of-environmental-economics-and-management

[iii] https://eipak.org/