φωτογραφία: eurokinissi
Το βράδυ της Κυριακής, το Παγκόσμιο Κύπελλο της FIFA ολοκληρώθηκε στο Ίστ Ράδερφορντ του Νιου Τζέρσεϊ, λίγα χιλιόμετρα δυτικά της Νέας Υόρκης, όπου η Ισπανία αντιμετώπισε την Αργεντινή κάτω από έναν ουρανό που έχει ασπρίσει από τον καπνό των πυρκαγιών που μαίνονται στον Καναδά. Διεξαγόμενο τις τελευταίες πέντε εβδομάδες στις Ηνωμένες Πολιτείες, το Μεξικό και τον Καναδά, το Παγκόσμιο Κύπελλο υπήρξε ένα παράδοξο θέαμα: μια παράσταση εκατομμυρίων δολαρίων που έδωσε μορφή στις πιο οξείες αντιφάσεις της ιστορικής μας συγκυρίας.
Φυσικά, το ποδόσφαιρο υπήρξε ανέκαθεν ένα άθλημα γεμάτο αντιφάσεις: ταυτόχρονα το πιο εμπορευματοποιημένο και το πιο λαϊκό άθλημα, το πιο διεφθαρμένο και το πιο ριζωμένο στη βάση της κοινωνίας, το πιο φασιστικό και το πιο αντιφασιστικό. Ωστόσο, μόνο ένας ποιητής —ή, πιθανότερα, ένας σατιρικός συγγραφέας— θα μπορούσε να είχε επινοήσει το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες φιλοξενούν το φετινό τουρνουά, τη στιγμή ακριβώς που διεξάγουν έναν πόλεμο ο οποίος αποσταθεροποιεί την παγκόσμια οικονομία και απειλεί την ίδια τους την αυτοκρατορική κυριαρχία σε διεθνές επίπεδο.
Το γεγονός ότι ο πρόεδρος της FIFA, Τζάνι Ινφαντίνο (ο οποίος μοιάζει εντυπωσιακά με τον Λεξ Λούθορ, τον κακό των ιστοριών του Σούπερμαν), διατηρεί στενή φιλία με τον Ντόναλντ Τραμπ, προσθέτει ακόμη μία δόση δραματικής ειρωνείας.
Πέρασα έναν μήνα ταξιδεύοντας στις Ηνωμένες Πολιτείες και τον Καναδά, επισκεπτόμενος πόλεις που φιλοξένησαν αγώνες του Παγκοσμίου Κυπέλλου, όπως το Λος Άντζελες, η Βοστώνη, η Φιλαδέλφεια και η Νέα Υόρκη, καθώς και το Μόντρεαλ. Δεν μπορούσα να αντέξω οικονομικά ένα εισιτήριο για τους αγώνες μέσα στα γήπεδα. Όμως, όπως συμβαίνει σε κάθε Παγκόσμιο Κύπελλο, το πραγματικό γεγονός εκτυλίσσεται έξω από τους φράχτες των σταδίων: στους δρόμους, στα καφέ, στα μπαρ και στα σαλόνια των σπιτιών, όπου άνθρωποι από όλο τον κόσμο συγκεντρώνονται με αγωνία για να παρακολουθήσουν κάθε παιχνίδι.
Αυτό που διαπίστωσα σε αυτά τα ταξίδια είναι ότι το Παγκόσμιο Κύπελλο λειτουργεί, πάνω απ’ όλα, ως καταλύτης: ως μια αφορμή για να απελευθερώσουν οι άνθρωποι κάθε λογής συσσωρευμένες κοινωνικές και πολιτικές επιθυμίες. Αυτές οι επιθυμίες μπορεί κάποιες φορές να έχουν απελευθερωτικό χαρακτήρα· όχι όμως πάντα.
Στο Λος Άντζελες παρακολούθησα τον αγώνα Μεξικό – Νότια Κορέα σε μια δημόσια προβολή στη συνοικία Κορεάταουν. Αν και ο αγώνας προβαλλόταν σε ένα πάρκο έξω από έναν μεγάλο κορεατικό βουδιστικό ναό, η συντριπτική πλειονότητα των παρευρισκομένων φορούσε φανέλες και κρατούσε σημαίες του Μεξικού, αντανακλώντας τη μεγάλη και ζωντανή μεξικανική κοινότητα του Λος Άντζελες. Σε μια ιστορική συγκυρία όπου οι Μεξικανοί και γενικότερα οι Λατινοαμερικανοί έχουν συστηματικά στοχοποιηθεί και μετατραπεί σε αποδιοπομπαίους τράγους από τον Ντόναλντ Τραμπ και την αμερικανική πολιτική ηγεσία, αυτός ο αγώνας προσέφερε την ευκαιρία να φορέσουν με περηφάνια τα χρώματα του Μεξικού στον δημόσιο χώρο.
Όταν το Μεξικό νίκησε με 1-0, οι φίλαθλοι ξεχύθηκαν στον δρόμο, κατέλαβαν το οδόστρωμα και το μετέτρεψαν σε μια τεράστια γιορτή της γειτονιάς, στην οποία συμμετείχαν άνθρωποι της εργατικής τάξης από κάθε γωνιά του Λος Άντζελες. Χόρευαν και τραγουδούσαν στα ισπανικά, σήκωναν ο ένας τον άλλον στους ώμους και άναβαν πυροτεχνήματα, ενώ πάνω από τα κεφάλια τους ένα ελικόπτερο του Αστυνομικού Τμήματος του Λος Άντζελες έκανε απειλητικούς κύκλους.
Λίγες ημέρες αργότερα, επίσης στο Λος Άντζελες, το Ιράν αντιμετώπισε το Βέλγιο στο στάδιο της πόλης. Εξαιτίας πολιτικής παρέμβασης της κυβέρνησης των Ηνωμένων Πολιτειών, η ιρανική αποστολή δεν είχε τη δυνατότητα να διανυκτερεύσει στη χώρα και υποχρεώθηκε να επιστρέψει αμέσως μετά τον αγώνα στη βάση της, στην Τιχουάνα του Μεξικού. Παρά τις άδικες αυτές συνθήκες, οι Ιρανοί αγωνίστηκαν γενναία και απέσπασαν ισοπαλία 0-0.
Η πιο ενδιαφέρουσα, όμως, σύγκρουση εκτυλίχθηκε έξω από το γήπεδο. Μια μεγάλη ομάδα φιλομοναρχικών Ιρανών, προερχόμενων από την ιρανική διασπορά του Λος Άντζελες –τη μεγαλύτερη εκτός Ιράν– πραγματοποίησε μαζική διαμαρτυρία εναντίον της ίδιας της εθνικής ομάδας της χώρας τους. Υποστήριζαν ότι η σημαία της Ισλαμικής Δημοκρατίας του Ιράν δεν εκπροσωπεί το αληθινό τους έθνος και ότι οι ποδοσφαιριστές είναι προδότες επειδή αγωνίζονται υπό αυτήν. Πολλοί κρατούσαν φιλομοναρχικές σημαίες, δίπλα σε σημαίες του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών.
Μια μεγαλύτερη σε ηλικία γυναίκα είδε την κόκκινη μπλούζα μου και νόμισε ότι ήμουν φίλαθλος του Βελγίου. «Ελπίζω να τους νικήσετε!», μου είπε. «Χτυπήστε τους! Τραυματίστε τους!» Γέλασε και επέστρεψε στο να ανεμίζει τη σημαία του Ισραήλ.
Νοτιότερα, στο Μεξικό, η εθνική ομάδα του Ιράν γνώρισε μια εντελώς διαφορετική υποδοχή: μια υποδοχή ζεστασιάς και αλληλεγγύης από τον μεξικανικό λαό. Σε κάθε προπόνηση, απλοί Μεξικανοί συγκεντρώνονταν έξω από το γήπεδο και τραγουδούσαν στους Ιρανούς ποδοσφαιριστές ένα σύνθημα στα ισπανικά:
«¡Iran! ¡Hermano! ¡Ya eres mexicano!»
(«Ιράν! Αδερφέ! Είσαι πια κι εσύ Μεξικανός!»)
Οι Μεξικανοί αυτοί αναγνώριζαν διαισθητικά στους Ιρανούς έναν κοινό ιστορικό τόπο: εκείνον των λαών που έχουν υπάρξει θύματα του αμερικανικού ιμπεριαλισμού. Ειρωνικά, το ίδιο το Παγκόσμιο Κύπελλο προσέφερε το πεδίο πάνω στο οποίο αυτή η αλληλεγγύη μπόρεσε να εκφραστεί. Μετά τον τελευταίο τους αγώνα και τον αποκλεισμό τους από τη διοργάνωση, οι Ιρανοί ποδοσφαιριστές δήλωσαν ότι η υποστήριξη των Μεξικανών φιλάθλων ήταν η σημαντικότερη ανάμνηση που κράτησαν από το τουρνουά.
Στο Μόντρεαλ, η πορεία της εθνικής ομάδας του Μαρόκου, η οποία έφτασε μέχρι τα προημιτελικά, δημιούργησε ένα αντίστοιχο πεδίο διακρατικής, αντιιμπεριαλιστικής αλληλεγγύης. Όταν το Μαρόκο απέκλεισε την Ολλανδία στη διαδικασία των πέναλτι, η βορειοαφρικανική συνοικία της πόλης ξέσπασε σε πανηγυρισμούς. Κορναρίσματα αντηχούσαν σε όλη την πόλη μέχρι αργά τη νύχτα.
Δεν πανηγύριζαν μόνο οι Μαροκινοί. Αλγερινοί, Τυνήσιοι και μέλη άλλων μουσουλμανικών και αφρικανικών κοινοτήτων του Μόντρεαλ γιόρταζαν τη νίκη σαν να ήταν δική τους. Παρότι σε διπλωματικό επίπεδο το Μαρόκο και η Αλγερία παραμένουν πικροί αντίπαλοι, η αλληλεγγύη ανάμεσα στους λαούς τους ήταν εκείνη τη βραδιά εμφανής.
Κατακλύζοντας τους δρόμους –σε εικόνες που θύμιζαν ορισμένες από τις περιγραφές του Φραντς Φανόν στους «Κολασμένους της Γης»– ενώθηκαν τραγουδώντας:
«Allez Maghreb!»
(«Πάμε Μαγκρέμπ!»)
Ταυτόχρονα, κρατούσαν παλαιστινιακές σημαίες και φώναζαν δυνατά:
«Free Palestine!»
(«Λευτεριά στην Παλαιστίνη!»)
Λίγο αργότερα, η αστυνομία του Μόντρεαλ έφτασε στο σημείο και διέλυσε τη συγκέντρωση, χρησιμοποιώντας δακρυγόνα, σπρέι πιπεριού και ασπίδες καταστολής. Η βία με την οποία αντιμετωπίστηκαν οι πανηγυρισμοί υπενθύμισε γιατί τέτοιες στιγμές συλλογικής χαράς είναι τόσο σπάνιες – και τόσο βαθιά βιωμένες – για τη βορειοαφρικανική κοινότητα της πόλης.
Στο Πρόβιντενς του Ρόουντ Άιλαντ – περίπου μία ώρα νότια της Βοστώνης – μια διαφορετική κοινότητα της διασποράς έζησε τη δική της στιγμή δόξας. Το Πράσινο Ακρωτήριο (Κάμπο Βέρντε) – ένα νησιωτικό κράτος που δημιουργήθηκε από απελεύθερους σκλάβους και εκτείνεται σε δέκα μικρά νησιά στον Ατλαντικό, δυτικά της Σενεγάλης – διαθέτει μια πολυάριθμη μεταναστευτική κοινότητα στο Πρόβιντενς. Οι κάτοικοί της συγκεντρώνονταν στο κέντρο της μικρής αυτής πόλης για να παρακολουθήσουν κάθε αγώνα σε μια γιγαντοοθόνη.
Όταν το Πράσινο Ακρωτήριο προκρίθηκε, κόντρα σε όλα τα προγνωστικά, στη φάση των νοκ άουτ, το πλήθος των φιλάθλων μετατράπηκε αμέσως σε μια τεράστια γιορτή. Ένας DJ ανέβηκε στη σκηνή και άρχισε να παίζει μουσική από το Πράσινο Ακρωτήριο.
«Είμαι τόσο περήφανη γι’ αυτή τη στιγμή», μου είπε μία από τις φιλάθλους, η Τάνια. Είχε μεταναστεύσει από το Πράσινο Ακρωτήριο στο Πρόβιντενς όταν ήταν 27 ετών. Δεκαετίες αργότερα, το Παγκόσμιο Κύπελλο της έδωσε την ευκαιρία να βιώσει ένα νέο είδος εθνικής υπερηφάνειας.
Στον επόμενο αγώνα, το Πράσινο Ακρωτήριο έφτασε μια ανάσα από το να αποκλείσει την Αργεντινή, πετυχαίνοντας μάλιστα το ομορφότερο γκολ ολόκληρου του τουρνουά. Τη στιγμή που η μπάλα κατέληξε στα δίχτυα, η Τάνια ξέσπασε σε δάκρυα χαράς. Αν και η ομάδα της ηττήθηκε τελικά με 3-2, οι φίλαθλοί της συνέχισαν να χορεύουν μέχρι το τέλος του αγώνα, ακόμη και κλαίγοντας.
Δεν έχω ξαναδεί ποτέ στη ζωή μου ένα πιο χαρούμενο ποδοσφαιρικό πλήθος. Στη Βοστώνη μίλησα με μερικούς νεαρούς Αμερικανούς μπάρμαν που εργάζονταν σε ένα μπαρ έξω από το στάδιο του Παγκοσμίου Κυπέλλου. «Ήταν καταπληκτική εμπειρία», μου είπε μία από αυτούς, η Κέιλι. «Δεν έχω ταξιδέψει πολύ έξω από τις Ηνωμένες Πολιτείες και γνωρίζοντας ανθρώπους απ’ όλο τον κόσμο ένιωσα ότι θέλω κι εγώ να ταξιδέψω περισσότερο.»
Μου είπε ακόμη ότι όλες οι χώρες είχαν εξαιρετικούς και ευγενικούς φιλάθλους — εκτός από τους Άγγλους. «Κάθε φορά που βάζουν γκολ, πετούν μπύρες παντού», αναστέναξε. Την ίδια στιγμή, μετά την ήττα των Ηνωμένων Πολιτειών με 4-1 από το Βέλγιο, άκουσα έναν εξοργισμένο Αμερικανό φίλαθλο στη Φιλαδέλφεια να λέει: «Τουλάχιστον εμείς δεν έχουμε χάσει ποτέ πόλεμο!»
Μια φράση που αποκάλυπτε ότι μάλλον δεν είχε διαβάσει ειδήσεις τις τελευταίες τρεις εβδομάδες — ή, ίσως, τα τελευταία πενήντα χρόνια.
Πέρα από τις επιμέρους εθνικές ιστορίες, για την Αριστερά το Παγκόσμιο Κύπελλο αποτέλεσε ένα ενδιαφέρον πεδίο για την ανάπτυξη αυθόρμητων μορφών αλληλεγγύης ανάμεσα στις χώρες του Παγκόσμιου Νότου. Η υποστήριξη προς ομάδες όπως το Μεξικό, η Αίγυπτος ή το Πράσινο Ακρωτήριο ξεπέρασε τα όρια της εθνικής ταυτότητας και μετατράπηκε σε πολιτικό σύμβολο. Όπως έγραψε στο Twitter ο αναλυτής Έρικ Μπλανκ:
«Ένα από τα διασκεδαστικά πράγματα στο Παγκόσμιο Κύπελλο είναι ότι μας επιτρέπει να αγκαλιάσουμε πραγματικά έναν τριτοκοσμικό στρατοπεδισμό (Third-Worldist campism).»
Πρόκειται, όμως, για μια πραγματική μορφή αλληλεγγύης; Ή μήπως το Παγκόσμιο Κύπελλο αποτελεί το κατεξοχήν παράδειγμα αυτού που οι ανθρωπολόγοι αποκαλούν «καρναβαλικό» (the Carnevalesque): μια τελετουργία που επιτρέπει στους καταπιεσμένους να εκτονώσουν προσωρινά τις συσσωρευμένες τους εντάσεις, διοχετεύοντας την ενέργειά τους σε ένα πολιτικά ακίνδυνο θέαμα, το οποίο αναπαριστά την αντίσταση χωρίς ποτέ να την πραγματώνει;
Μήπως η γιορτινή ατμόσφαιρα των φιλάθλων δεν είναι παρά μια πρόσκαιρη ουτοπία, που μας αποσπά την προσοχή ακριβώς όσο χρειάζεται ώστε να μη στραφούμε ενάντια στο δυσλειτουργικό κοινωνικοοικονομικό σύστημα μέσα στο οποίο ζούμε;
Το ίδιο ερώτημα θα μπορούσαμε να θέσουμε και για τον Bad Bunny ή για οποιαδήποτε άλλη δημοφιλή μορφή τέχνης που επιχειρεί να οικοδομήσει σχέσεις αλληλεγγύης, ενώ ταυτόχρονα αποκομίζει κέρδος από αυτές.
Αναμφίβολα, η γοητευτική δύναμη του Παγκοσμίου Κυπέλλου κατανάλωσε αυτό το καλοκαίρι εκατομμύρια τόνους ορυκτών καυσίμων και συνέβαλε στην πώληση αμέτρητων περιττών εμπορευμάτων. Σε ολόκληρες τις Ηνωμένες Πολιτείες ήταν εντυπωσιακό να βλέπει κανείς πώς το εμπορικό σήμα του Παγκοσμίου Κυπέλλου αξιοποιήθηκε για να πουλήσει κάθε λογής προϊόντα: από πιστωτικές κάρτες μέχρι οδοντόκρεμες.
Και μέσα στο γήπεδο, παρά τις γενναίες προσπάθειες ομάδων όπως το Μαρόκο και το Πράσινο Ακρωτήριο, τα αποτελέσματα έδειξαν ότι η ηγεμονία των ευρωπαϊκών εθνικών ομάδων εξακολουθεί να παραμένει ακλόνητη.
Κι όμως, παρά όλα αυτά, όταν βλέπω φωτογραφίες από τη Γάζα, όπου εκατοντάδες παιδιά παρακολουθούν τον αγώνα Αιγύπτου–Αργεντινής πάνω σε έναν πρόχειρο προτζεκτέρ που προβάλλει την εικόνα στον τοίχο ενός βομβαρδισμένου κτιρίου, δεν μπορώ να μη σκέφτομαι ότι το να μπορεί κανείς να ζήσει χωρίς τη χαρά του ποδοσφαίρου είναι και αυτό μια μορφή προνομίου.
Για όσους ζουν στις πιο απελπιστικές συνθήκες, δύο ώρες με το βλέμμα καρφωμένο σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα μπορεί να αποτελούν μια βαθιά συναισθηματική ανάσα — ανεξάρτητα από το ποιος χρηματοδότησε το τουρνουά ή από το ποιος τελικά κατέκτησε το τρόπαιο.
Έτσι, από τους φιλομοναρχικούς Ιρανούς και τους περήφανους Μεξικανούς μέχρι τους ανυπότακτους Μαροκινούς και τους χορευτές του Πράσινου Ακρωτηρίου· από τη διάχυτη διαφθορά και τον αχαλίνωτο καταναλωτισμό μέχρι την ακατάβλητη ανάπτυξη μιας διακρατικής, αντιιμπεριαλιστικής αλληλεγγύης, το Παγκόσμιο Κύπελλο έδωσε ζωή στον κόσμο μας, φωτίζοντας όλες τις αντιφάσεις του και καθιστώντας τες ορατές σε όλους.
Ποιος μπορεί πραγματικά να ισχυριστεί ότι δεν το απόλαυσε, έστω και λίγο, παρά τη θέλησή του;





