Η αμερικανική Αριστερά μετά τη νίκη του Μαμντάνι

Ο Μαμντάνι στη συγκέντρωση «New York is not for sale» στο στάδιο Forest Hills, Οκτώβριος 2025

Έναν χρόνο μετά τη νίκη του Ζόραν Μαμντάνι στις προκριματικές εκλογές για τη δημαρχία της Νέας Υόρκης, γίνεται πλέον σαφές ότι δεν επρόκειτο απλώς για μια εντυπωσιακή εκλογική ανατροπή. Ήταν ένα πολιτικό σημείο καμπής. Για πρώτη φορά εδώ και πολλές δεκαετίες, μια ανοιχτά σοσιαλιστική υποψηφιότητα απέδειξε ότι μπορεί όχι μόνο να επιβιώσει απέναντι στο κομματικό κατεστημένο, στους μεγάλους εταιρικούς χρηματοδότες και στα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, αλλά και να νικήσει.

Ο Μαμντάνι δεν κέρδισε μόνο μια εκλογή. Διεύρυνε τα όρια του πολιτικά δυνατού.

Δεν ζήτησε από τους ψηφοφόρους να υιοθετήσουν πρώτα μια ιδεολογία. Αντίθετα, οικοδόμησε την εκστρατεία του γύρω από απτά προβλήματα της καθημερινότητας –τα ενοίκια, τις δημόσιες μετακινήσεις και τη φροντίδα των παιδιών– εντάσσοντάς τα σε ένα συνεκτικό πολιτικό αφήγημα με κεντρικό άξονα την κρίση του κόστους ζωής (affordability crisis). Χωρίς να εγκαταλείψει τον στρατηγικό ορίζοντα του δημοκρατικού σοσιαλισμού, έκανε τη μεταρρυθμιστική του διάσταση χειροπιαστή. Αντί για αφηρημένες ιδεολογικές διακηρύξεις, πρόβαλε μια συνεκτική δέσμη άμεσα εφαρμόσιμων πολιτικών που μπορούσαν να βελτιώσουν την καθημερινή ζωή των ανθρώπων μέσα στους επόμενους μήνες.

Ταυτόχρονα, απέδειξε ότι η σαφήνεια της πολιτικής ατζέντας —η εστίαση δηλαδή σε λίγα, συγκεκριμένα αιτήματα που μπορούν να κατακτηθούν άμεσα— δεν αποτελεί πολιτικό ή εκλογικό μειονέκτημα. Αντίθετα, μπορεί να δημιουργήσει ενθουσιασμό, να κινητοποιήσει ανθρώπους που μέχρι χθες απείχαν από την πολιτική και να μετατρέψει περισσότερους από 100.000 εθελοντές της καμπάνιας του σε μια πειθαρχημένη πολιτική δύναμη.

Με αυτόν τον τρόπο, άλλαξε και το ίδιο το κριτήριο με το οποίο αξιολογείται μια ριζοσπαστική πολιτική πρόταση. Η πολιτική δεν κρινόταν πλέον από το πόσο ριζοσπαστική ήταν η ρητορική της, αλλά από το αν μπορούσε να οικοδομήσει μια κοινωνική και εκλογική πλειοψηφία γύρω από συγκεκριμένες μεταρρυθμίσεις: να μειώσει τα ενοίκια, να επεκτείνει τη δωρεάν φροντίδα των παιδιών, να κάνει τις μετακινήσεις φθηνότερες και να ελαφρύνει το κόστος ζωής.

Από το εκλογικό θαύμα στο πολιτικό μοντέλο

Η πραγματική σημασία μιας στρατηγικής πολιτικής νίκης δεν αποκαλύπτεται την επόμενη ημέρα. Αποκαλύπτεται όταν αρχίζει να αναπαράγεται. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει σήμερα. Η νίκη έπαψε να είναι το κατόρθωμα ενός εξαιρετικού υποψηφίου και άρχισε να λειτουργεί ως πρότυπο αναπαραγώγιμης πολιτικής οργάνωσης.

Στις προκριματικές εκλογές της Νέας Υόρκης, οι υποψήφιοι που υποστήριξε ο Μαμντάνι επικράτησαν στις τρεις πιο εμβληματικές αναμετρήσεις για το Κογκρέσο, στις οποίες παρενέβη ενεργά. Η Κλερ Βαλντές, μέλος των Democratic Socialists of America (DSA), κέρδισε την ανοικτή έδρα, επικρατώντας του ισχυρού εκλεκτού του κομματικού κατεστημένου και προέδρου του Δήμου του Μπρούκλιν, Antonio Reynoso, καταγράφοντας μεγάλη απήχηση στους νεότερους ισπανόφωνους ψηφοφόρους. Η Νταριαλίζα Άβιλα Σεβαλιέ, επίσης μέλος των DSA, πέτυχε τη μεγαλύτερη ίσως έκπληξη της βραδιάς, εκτοπίζοντας τον εν ενεργεία βουλευτή πέντε θητειών Adriano Espaillat, πρόεδρο του Congressional Hispanic Caucus, χάρη στη σημαντική διείσδυσή της στους νεότερους μαύρους ψηφοφόρους. Παράλληλα, ο Μπραντ Λάντερ, πρώην μέλος των DSA και σύμμαχος του Μαμντάνι στη δημαρχιακή εκστρατεία, πέτυχε μια νίκη υψηλού συμβολισμού εκτοπίζοντας τον εν ενεργεία βουλευτή Νταν Γκόλντμαν, έναν από τους πιο προβεβλημένους εκπροσώπους του δημοκρατικού κατεστημένου και από τους ισχυρότερους υποστηρικτές του Ισραήλ στο Κογκρέσο

Η επιρροή του Μαμντάνι, όμως, δεν περιορίστηκε στις ομοσπονδιακές εκλογές. Οι DSA και οι σύμμαχοί τους εξέλεξαν περίπου δεκαπέντε ακόμη υποψηφίους στην Πολιτειακή Συνέλευση της Νέας Υόρκης και σε άλλα αιρετά όργανα της πόλης. Το αποτέλεσμα δεν ήταν απλώς η εκλογή περισσότερων προοδευτικών πολιτικών. Ήταν η σταδιακή συγκρότηση μιας νέας θεσμικής υποδομής της αμερικανικής Αριστεράς: ενός δικτύου δημάρχων, βουλευτών, πολιτειακών αντιπροσώπων και τοπικών αιρετών που μπορούν να συνεργάζονται, να αλληλοϋποστηρίζονται και να μετατρέπουν τις κοινωνικές διεκδικήσεις σε δημόσια πολιτική, αλλά και να μετασχηματίζουν τη διαρκή κινηματική δράση σε σταθερή πολιτική ισχύ.

Συνολικά, οι υποψήφιοι που υποστήριξε ο δήμαρχος Μαμντάνι επικράτησαν και στις τρεις βασικές εκλογικές αναμετρήσεις για το Κογκρέσο, στις οποίες παρενέβη ενεργά, επιβεβαιώνοντας ότι η πολιτική επιρροή του δεν περιορίζεται πλέον στη δική του εκλογή, αλλά λειτουργεί ως πολλαπλασιαστής για μια ολόκληρη νέα γενιά προοδευτικών και δημοκρατικών σοσιαλιστών υποψηφίων.

Ο Μαμντάνι ως πολιτικός πολλαπλασιαστής

Μία εβδομάδα αργότερα, στο Ντένβερ του Κολοράντο, η 29χρονη Μέλατ Κίρος επιβεβαίωσε ότι η Νέα Υόρκη δεν αποτελούσε εξαίρεση. Η πρώην barista, δικηγόρος και υποψήφια διδάκτορας στη Δημόσια Πολιτική, με τη στήριξη των Democratic Socialists of America (DSA) και του Μπέρνι Σάντερς, επικράτησε με 53% της επί δεκαπέντε θητείες βουλεύτριας Νταϊάνα ΝτεΓκέτ, η οποία είχε εκλεγεί για πρώτη φορά στο Κογκρέσο λίγους μήνες πριν γεννηθεί η ίδια η Κίρος.

Δεν επρόκειτο για μια απλή εναλλαγή προσώπων. Ήταν μια σύγκρουση δύο διαφορετικών εποχών της αμερικανικής προοδευτικής πολιτικής.

Η ΝτεΓκέτ δεν ήταν μια συντηρητική Δημοκρατική. Ήταν μέλος του Congressional Progressive Caucus και επί χρόνια εκπροσωπούσε την προοδευτική πτέρυγα του κόμματος. Ωστόσο, για ένα ολοένα μεγαλύτερο τμήμα της νέας γενιάς ψηφοφόρων, αυτό δεν αρκούσε πλέον. Η Κίρος εξέφρασε μια πιο κινηματική, πιο συγκρουσιακή και ταυτόχρονα πιο κοινωνικά προσανατολισμένη εκδοχή της προοδευτικής πολιτικής. Στο επίκεντρο της εκστρατείας της βρέθηκαν η καθολική δημόσια υγεία, η στεγαστική κρίση, τα εργασιακά δικαιώματα, η φορολόγηση του μεγάλου πλούτου, η απαγόρευση της χρηματοδότησης των εκλογών από εταιρικά PACs και η ανοιχτή αμφισβήτηση της πολιτικής επιρροής οργανώσεων όπως το AIPAC.

Ο Μαμντάνι απέδειξε ότι ένας δημοκρατικός σοσιαλιστής μπορεί να κερδίσει. Η Κίρος και γενικότερα η διαδοχή των εκλογικών νικών απέδειξε ότι αυτό δεν ήταν μια μοναδική εξαίρεση ούτε προϊόν μιας χαρισματικής προσωπικότητας, αλλά η αρχή ενός ευρύτερου και αναπαραγώγιμου πολιτικού μοντέλου.

Έτσι, η αμερικανική Αριστερά δεν περιορίζεται πλέον στην εκλογή τεσσάρων εμβληματικών προσωπικοτήτων, όπως συνέβη με την πρώτη γενιά της Squad το 2018. Αρχίζει να ανανεώνει συστηματικά την κοινοβουλευτική της εκπροσώπηση, να διευρύνει τη Squad με νέα στελέχη, να αυξάνει την παρουσία των DSA στο Κογκρέσο και να οικοδομεί μια ευρύτερη θεσμική παρουσία σε ομοσπονδιακά, πολιτειακά και τοπικά όργανα εξουσίας. Το κίνημα που ανέδειξε τον Μαμντάνι στη δημαρχία της Νέας Υόρκης μετατρέπεται σταδιακά σε μια οργανωμένη πολιτική δύναμη που κατακτά θεσμικές θέσεις και διαμορφώνει νέους πολιτικούς συσχετισμούς. Το σημαντικότερο όμως είναι ότι αποδεικνύει πως η πολιτική δυναμική του δεν εξαρτάται πλέον αποκλειστικά από τον ίδιο τον Μαμντάνι. Το κίνημα απέδειξε ότι μπορεί να κερδίζει ακόμη και όταν εκείνος δεν βρίσκεται στο ψηφοδέλτιο, γεγονός που μετατρέπει μια προσωπική επιτυχία σε διαρκή πολιτική ισχύ.

Οι «υλικές νίκες» ως στρατηγική της νέας Αμερικανικής Αριστεράς

Ένα κρίσιμο ερώτημα είναι το εξής: τι συνδέει τόσο διαφορετικούς πολιτικούς όπως ο Ζόραν Μαμντάνι, η Μέλατ Κίρος, η Κλερ Βαλντές, η Νταριαλίζα Άβιλα Σεβαλιέ και η Μέλατ Κίρος;

Η απάντηση δεν βρίσκεται ούτε στις βιογραφίες τους ούτε στον κοινό ιδεολογικό τους αυτοπροσδιορισμό ως δημοκρατικοί σοσιαλιστές. Βρίσκεται κυρίως σε μια νέα πολιτική στρατηγική που είναι πλέον έκδηλη στην αμερικανική αριστερά. Πρόκειται για υποψηφίους σαφώς ριζοσπαστικότερους από την προηγούμενη γενιά των προοδευτικών Δημοκρατικών, αλλά ταυτόχρονα πολύ πιο προσανατολισμένους σε αυτό που οι ίδιοι αποκαλούν material wins: συγκεκριμένες, χειροπιαστές κατακτήσεις που βελτιώνουν άμεσα την καθημερινή ζωή.

Η πολιτική τους φιλοσοφία διαφέρει αισθητά από εκείνη που χαρακτήρισε μεγάλο μέρος της ευρωπαϊκής Αριστεράς τις τελευταίες δεκαετίες. Με επίγνωση του δυσμενούς συσχετισμού δυνάμεων που διαμορφώθηκε μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού», δεν επιχειρούν να οικοδομήσουν πρώτα μια ιδεολογική πλειοψηφία και στη συνέχεια να εφαρμόσουν μεταρρυθμίσεις. Επιχειρούν ακριβώς το αντίστροφο: να οικοδομήσουν πρώτα πολιτικές συσπειρώσεις για μεταρρυθμίσεις που βελτιώνουν αισθητά την καθημερινή ζωή και, μέσα από αυτές, να οικοδομήσουν μια νέα πολιτική πλειοψηφία.

Αυτό προϋποθέτει όμως μια διαφορετική ιεράρχηση της πολιτικής. Γι’ αυτό και δεν εξαντλούν την παρέμβασή τους ούτε στη συμβολική εκπροσώπηση ούτε στη γενικόλογη καταγγελία του καπιταλισμού. Ούτε επιλέγουν να δώσουν ως κύριο πεδίο πολιτικής αντιπαράθεσης τις λεγόμενες «πολιτισμικές μάχες», παρότι υπερασπίζονται χωρίς αμφισημίες τα δικαιώματα των μεταναστών, των ΛΟΑΤΚΙ+ ανθρώπων, των τρανς και κάθε κοινωνικής μειονότητας. Η επιλογή τους είναι διαφορετική: δεν εγκαταλείπουν τα ζητήματα δικαιωμάτων, αλλά αρνούνται να αφήσουν αυτά να καθορίσουν την πολιτική ατζέντα ή να τους αποκόψουν από τα ευρύτερα λαϊκά στρώματα.

Η επιλογή αυτή έχει στρατηγική σημασία. Τα πολιτισμικά ζητήματα τείνουν να πολώνουν την κοινωνία γύρω από ταυτότητες, αξίες και τρόπους ζωής. Τα οικονομικά ζητήματα, αντίθετα, αναδεικνύουν μια διαφορετική διαχωριστική γραμμή: εκείνη ανάμεσα στα συμφέροντα της μεγάλης κοινωνικής πλειοψηφίας και μιας μικρής οικονομικής ελίτ. Το υψηλό ενοίκιο, οι χαμηλοί μισθοί, τα ιατρικά χρέη, η πρόσβαση στη δημόσια υγεία ή το κόστος της παιδικής φροντίδας αφορούν ανθρώπους διαφορετικής φυλής, φύλου, εθνικής καταγωγής ή σεξουαλικού προσανατολισμού. Γι’ αυτό μπορούν να λειτουργήσουν ως κοινός τόπος πολιτικής συσπείρωσης και ως βάση για τη συγκρότηση μιας ευρύτερης κοινωνικής πλειοψηφίας.

Σε αυτό το σημείο αποκτά ιδιαίτερη σημασία η διάκριση ανάμεσα στην ατζέντακαι στοσυνολικό πολιτικό πρόγραμμα. Το πρόγραμμα ενός κόμματος μπορεί να περιλαμβάνει δεκάδες ή και εκατοντάδες θέσεις. Η ατζέντα, όμως, είναι κάτι διαφορετικό: είναι οι πέντε έως εννέα πολιτικές που ο ψηφοφόρος θυμάται, με τις οποίες ταυτίζει έναν υποψήφιο και με βάση τις οποίες τον κρίνει. Η πολιτική νίκη δεν κερδίζεται μόνο με το πληρέστερο πρόγραμμα· κερδίζεται και με τη σωστή ιεράρχηση των ζητημάτων.

Έτσι, χωρίς να εγκαταλείπουν τις ευρύτερες προγραμματικές τους δεσμεύσεις, ο Σάνττερς, ο Μαμντάνι και η νέα γενιά των δημοκρατικών σοσιαλιστών επιλέγουν να φέρουν στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης λίγες, συγκεκριμένες και άμεσα κατανοητές πολιτικές: τον έλεγχο των ενοικίων και την προσιτή κατοικία, το Medicare for All, τη δωρεάν και γρήγορη δημόσια συγκοινωνία, την καθολική φροντίδα παιδιών, την αύξηση των μισθών και τη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου. Αυτές οι λίγες, «μνημονεύσιμες» πολιτικές συγκροτούν την ατζέντα τους. Όλα τα υπόλοιπα αποτελούν μέρος του συνολικού τους προγράμματος, αλλά δεν ανταγωνίζονται για την προσοχή του ψηφοφόρου.

Οι «υλικές νίκες» δεν είναι, επομένως, απλώς μια σειρά κοινωνικών μεταρρυθμίσεων. Αποτελούν τον μηχανισμό μέσα από τον οποίο επιχειρείται η συγκρότηση μιας νέας κοινωνικής πλειοψηφίας. Η υπεράσπιση των δικαιωμάτων δεν εγκαταλείπεται, αλλά εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο κοινωνικής και οικονομικής δικαιοσύνης, όπου η κοινή εμπειρία της στεγαστικής κρίσης, των χαμηλών μισθών και της επισφαλούς ζωής λειτουργεί ως συνεκτικός δεσμός ανάμεσα σε διαφορετικές κοινωνικές ομάδες.

Η επιδίωξή τους είναι να αποδείξουν στην πράξη ότι η διεύρυνση των δημόσιων αγαθών και η αποεμπορευματοποίηση βασικών κοινωνικών αναγκών –της υγείας, της εκπαίδευσης, της παιδικής φροντίδας, της στέγασης και της κοινωνικής ασφάλισης– δεν αποτελούν μόνο ιδεολογικά αιτήματα, αλλά αποτελεσματικές δημόσιες πολιτικές. Με άλλα λόγια, επιδιώκουν να αποδείξουν πρώτα ότι μια γεύση δημοκρατικού σοσιαλισμού λειτουργεί και μόνο ύστερα να πείσουν γιατί αξίζει να διευρυνθεί.

Εδώ βρίσκεται ίσως η σημαντικότερη συμβολή του Μπέρνι Σάντερς και, πλέον, του Ζόραν Μαμντάνι. Δεν διεύρυναν μόνο τα όρια του πολιτικά δυνατού. Άλλαξαν τη σειρά των πολιτικών ερωτημάτων.Δεν ζητούν από τους πολίτες να αποφασίσουν πρώτα εάν συμφωνούν ιδεολογικά μαζί τους. Τους ρωτούν αν μπορούν να πληρώσουν το ενοίκιό τους, αν αντέχουν το κόστος της υγειονομικής περίθαλψης ή αν μπορούν να μεγαλώσουν τα παιδιά τους χωρίς να βυθίζονται στα χρέη. Η ιδεολογική νομιμοποίηση ακολουθεί τη συμφωνία πάνω σε μια ατζέντα και όχι το αντίστροφο. Έτσι, θέσεις αιχμής (π.χ. Medicare for all, πάγωμα ενοικίων) που πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν περιθωριακές ή ουτοπικές εμφανίζονται σήμερα ως ρεαλιστικές απαντήσεις στην κρίση του κόστους ζωής.

Φυλλάδιο από την προεκλογική εκστρατεία του Μαμντάνι
Η εξαίρεση της Γάζας

Υπάρχει, ωστόσο, μία σημαντική εξαίρεση σε αυτή τη στρατηγική. Η Γάζα δεν αποτέλεσε ποτέ το κεντρικό στοιχείο της προεκλογικής ατζέντας του Μαμντάνι, ούτε των περισσότερων νέων δημοκρατικών σοσιαλιστών, οι οποίοι έδωσαν προτεραιότητα στην κρίση του κόστους ζωής, τη στέγαση, τις δημόσιες συγκοινωνίες, τη δημόσια υγεία και τη φροντίδα των παιδιών. Καθώς όμως η νέα αυτή γενιά υποψηφίων άρχισε να διεκδικεί με αξιώσεις την εξουσία, η στάση απέναντι στη Γάζα και στο Παλαιστινιακό αναδείχθηκε σταδιακά σε ένα διαφορετικό είδος πολιτικού διακυβεύματος. Όχι μόνο ως ζήτημα εξωτερικής πολιτικής, αλλά κυρίως ως ζήτημα πολιτικής αξιοπιστίας και ηθικής συνέπειας, ιδιαίτερα για τους νεότερους ψηφοφόρους.

Για μια γενιά που ενηλικιώθηκε παρακολουθώντας καθημερινά τις εικόνες από τη Γάζα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η στάση ενός υποψηφίου απέναντι στον πόλεμο λειτουργεί ως κριτήριο αυθεντικότητας: αν είναι διατεθειμένος να υπερασπιστεί τις αρχές του ακόμη και απέναντι σε ισχυρά οργανωμένα συμφέροντα. Δεν είναι τυχαίο ότι η Κλερ Βαλντές, η Νταριαλίζα Άβιλα Σεβαλιέ, ο Μπραντ Λάντερ,και ηΜέλατ Κίροςβρέθηκαν στο στόχαστρο τουAIPAC και των συμμάχων του, ακριβώς επειδή αρνήθηκαν να αναδιπλωθούν στις θέσεις τους για τη Γάζα. Στην περίπτωση της Κίρος, μάλιστα, η άρνησή της να δεχθεί οποιαδήποτε χρηματοδότηση από το AIPAC αποτέλεσε κεντρικό στοιχείο της εκστρατείας της. Έτσι, η Γάζα μετατράπηκε σε σύμβολο πολιτικής ανεξαρτησίας και σε δοκιμασία αξιοπιστίας για τη νέα γενιά της αμερικανικής Αριστεράς, η οποία καλείται να αποδείξει ότι δεν είναι διατεθειμένη να θυσιάσει τις αρχές της όταν έρχεται αντιμέτωπη με ισχυρά οικονομικά και πολιτικά συμφέροντα.

Στο δεύτερο μέρος θα εξετάσουμε έναν εξίσου καθοριστικό παράγοντα αυτής της ανόδου: το ιδιαίτερο οργανωτικό μοντέλο των DSA. Πώς μια οργάνωση που πριν από δώδεκα χρόνια αριθμούσε μόλις λίγες χιλιάδες μέλη εξελίχθηκε στη μεγαλύτερη σοσιαλιστική οργάνωση των Ηνωμένων Πολιτειών; Πώς συνδυάζει την κοινωνική οργάνωση, την κινηματική δράση και την εκλογική πολιτική, παράγοντας διαρκώς νέους υποψηφίους, νέες εκλογικές νίκες και νέους πολιτικούς συσχετισμούς;

Credits Φωτογραφίας 1: Angela Weiss/AFP via Getty Images

Credits Φωτογραφίας 2: Angelina Katsanis / POLITICO