Η διαφύλαξη της συλλογικής μνήμης ως προϋπόθεση της δυνατότητας ενός άλλου μέλλοντος

Εδουάρδο Γκαλεάνο «Καθρέφτες», μετάφραση: Ισμήνη Κανσή, εκδόσεις: Μεταίχμιο, 2026

Εδουάρδο Γκαλεάνο «Το ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως», μετάφραση: Ισμήνη Κανσή, εκδόσεις: Μεταίχμιο, 2026

Εδουάρδο Γκαλεάνο «Γυναίκες», μετάφραση: Ισμήνη Κανσή, εκδόσεις: Μεταίχμιο, 2026

Όταν ο πρόεδρος της Βενεζουέλας Ούγκο Τσάβες δώρισε στον πρόεδρο Ομπάμα τις Ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής, ο Εδουάρδο Γκαλεάνο έγινε ξαφνικά διάσημος, κι αυτός και τα βιβλία του! Και πολύ στενοχωρήθηκε! Για την ακρίβεια, τρομοκρατήθηκε, όπως έχει πει σε μια συνέντευξή του (Democracy now, 2009), γιατί δεν τον ενδιέφερε τα βιβλία του να γίνουν μπεστ-σέλερ, εκείνος ήθελε απλώς να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους γράφοντας.

Κι επειδή ακριβώς μόνο αυτό ήθελε, δεν σταμάτησε ποτέ να ακονίζει τον λόγο του, με τον τρόπο που ωραία περιγράφει ο Άρης Αλεξάνδρου στο ποίημά του «Το μαχαίρι»:

Όπως αργεί τ’ ατσάλι να γίνει κοφτερό και χρήσιμο μαχαίρι

έτσι αργούν κ’ οι λέξεις ν’ ακονιστούν σε λόγο.

Στο μεταξύ

όσο δουλεύεις στον τροχό

πρόσεχε μην παρασυρθείς

μην ξιππαστείς

απ’ τη λαμπρή αλληλουχία των σπινθήρων.

Σκοπός σου εσένα το μαχαίρι.

Για τους «κανένες»

Ο Γκαλεάνο δεν ξέχασε ποτέ το μαχαίρι, δεν σταμάτησε στιγμή να δουλεύει τις λέξεις του στον τροχό για να τις κάνει λόγο πυκνό και δραστικό που δίνει φωνή σε όλους, όλες και όλα (ανθρώπινα και μη) όσα έχουν χάσει τη δική τους. Στον 15ο αιώνα, το ηθικοπλαστικό θεατρικό έργο με τίτλο Ο καθένας (Everyman) μιλούσε για τη ζωή, τον θάνατο και τη σωτηρία της ψυχής του καθημερινού ανθρώπου. Το έργο του Γκαλεάνο θα μπορούσε να έχει τίτλο τον ίδιο τίτλο και δεν είναι τυχαίο ότι στην αγγλική έκδοση του έργου του Καθρέφτες, ο υπότιτλος ήταν «Ιστορίες σχεδόν για τον καθέναν». Στην πραγματικότητα, όμως, ο Γκαλεάνο δεν γράφει απλώς για τον καθέναν, ή έστω σχεδόν για τον καθέναν, αλλά για τον κανέναν και την καμία και το κανένα της επίσημης Ιστορίας και της δημόσιας μνήμης, και τη δική τους φωνή προσπαθεί να ανασυστήσει και να διασώσει από τη λήθη που επιβάλλει η Ιστορία, όπως τη γράφουν οι νικητές. Πιάνει, λοιπόν, και ξαναγράφει την Ιστορία αυτή από την αρχή, καλλιεργώντας στο πέρασμα του χρόνου την αφαίρεση της μικροαφήγησης, όχι ως ιστορικός, που δεν είναι, αλλά ως άνθρωπος της ιστορίας που είναι. Ως άνθρωπος, δηλαδή, με απεριόριστη πίστη στην Ιστορία και τη δύναμή της να αναγεννιέται διαρκώς, μέσα από τις ιστορίες των ηττημένων, των αφανών, των κατώτερων, των σβησμένων από τον χάρτη, αλλά και όλων εκείνων που ύψωσαν το κορμί τους και υπερασπίστηκαν τον Άλλον, τη ζωή και το μέλλον – ιστορίες οδύνης και ομορφιάς που κουβαλάνε μέσα τους τη σπίθα της ελπίδας ότι η Ιστορία θα πάρει ξανά μπρος από όλους τους κανένες που θα πιαστούν, για άλλη μια φορά, από το χέρι.

Καθώς οι ιστορίες του γίνονται διαρκώς όλο και πιο σύντομες, κάθε λέξη τους, στην απλότητα και τη βαθιά λαϊκότητά της, αποσπάται αστράφτοντας από τη σιωπή και τη φλυαρία του κοινότοπου λόγου, αναζωογονεί το νόημά της και το νόημα καθαυτό και διαμεσολαβεί στην ανασύσταση ενός κοινού λόγου που φωτίζει το παρελθόν για να ανοίξει δρόμο στη δυνατότητα ενός άλλου μέλλοντος, το οποίο μόνο η συλλογική μνήμη διαφυλάσσει – και γι’ αυτό ακριβώς τη μάχεται λυσσαλέα ο καπιταλισμός, η αποικιοκρατία, ο ρατσισμός, η πατριαρχία, όλα τα συστήματα της ανισότητας, της καταπίεσης και της εξουσίας, με τις συντεταγμένες τάξεις του λόγου τους, οι οποίες όταν αποτυγχάνουν δίνουν τη θέση τους στην πλέον ωμή βία.

Ιστορίες που ταρακουνούν

Ο Γκαλεάνο έγινε νωρίς πολύ δημοφιλής και στην Ελλάδα με τις Ανοιχτές φλέβες της Λατινικής Αμερικής (Θεωρία, μετ. Φ. Κονδύλης, 1982). Αλλά πέρασαν κάποια χρόνια μέχρι οι μη ισπανόφωνοι-ες να μπορέσουμε να διαβάσουμε όλα του τα έργα – και κάποια στιγμή ξαναχάθηκαν. Σήμερα, έχει ξεκινήσει η επανέκδοσή τους από τις εκδόσεις Μεταίχμιο, με ξεχωριστό πρόλογο στο καθένα και με κοινό επίμετρο. Πρώτα εκδόθηκαν οι Καθρέφτες, αυτή η «σχεδόν παγκόσμια ιστορία» όπως τους χαρακτηρίζει ο ίδιος στον υπότιτλό του, η οποία ξεκινά με μια τρυφερή ιστορία για τη γέννηση της ζωής από τον λυσιμελή πόθο, για να περάσει αμέσως μετά στους πιθανότατα μαύρους πρωτόπλαστους, και κλείνει με τα «επικίνδυνα όνειρα, τις ανεκπλήρωτες υποσχέσεις και τις χαμένες ελπίδες» που χάθηκαν στον αιματοβαμμένο 20ο αιώνα και στον 21ο που βαδίζει στα χνάρια του, αλλά όχι από τη γη, ίσως μέσα στη γη – μαζί με το ποτάμι της Ιστορίας, που φορές-φορές κρύβεται στα σπλάχνα της για να επανεμφανιστεί με νέα δύναμη, αντλημένη από κάτω, από τα κάτω. Διαβάζοντας δε τους Καθρέφτες, διαπιστώνει κανείς πόσες ώρες πέρασε στον τροχό ο Γκαλεάνο για να ταιριάξει τις αφηγήσεις του με τον άξονα-καθρέφτη, πώς οι τίτλοι λειτουργούν στη διαδοχή τους ως εκτεταμένα διαλεκτικά δίπολα («Η γένεση του πολιτισμού», «Η γένεση της ρύπανσης»)· ως συστάδες νοήματος μιας πραγματικά πολυπολιτισμικής Ιστορίας που περιλαμβάνει από τα πιο μικρά ως τα πιο μεγάλα και συγκροτείται με όρους παζλ και μαζί αντανάκλασης («Κίνδυνος στις φυλακές», «Κίνδυνος στον δρόμο», «Κίνδυνος στις Άνδεις» και πολλοί άλλοι κίνδυνοι στη συνέχεια. Το δεύτερο βιβλίο που επανεκδόθηκε είναι το Ποδόσφαιρο στη σκιά και στο φως, ένα βιβλίο για το λαϊκό άθλημα της αλάνας που μετατράπηκε σε μια χρυσή επιχείρηση, ένα αγαπημένο του άθλημα που πηγαινοέρχεται στις σελίδες όλων των βιβλίων του – θυμάμαι μια ιστορία στους Καθρέφτες, όχι όμως τον τίτλο της, για μια απεργία των ουρουγουανών ποδοσφαιριστών κι έναν αγώνα κερδισμένο χάρη στον μαύρο αρχηγό της απεργίας τους, που παίζει τραυματισμένος… Το τρίτο βιβλίο είναι οι Γυναίκες, η συναγωγή κειμένων του για τις γυναίκες, την οποία ολοκλήρωσε λίγο πριν πεθάνει, στην οποία δίνει φωνή στις γυναίκες που εξεγέρθηκαν και τις άλλες που καθυποτάχτηκαν και όλες σβήστηκαν, λιγότερο ή περισσότερο από την επίσημη εκδοχή της Ιστορίας και τη δημόσια μνήμη. Το βιβλίο ξεκινάει με την ιστορία της Σεχραζάτ, που μας θυμίζει ότι «η τέχνη της αφήγησης γεννήθηκε από τον φόβο του θανάτου» κι αυτόν ακριβώς τον θάνατο αντιμάχεται.

Οι ιστορίες του Γκαλεάνο, άλλοτε τρυφερές, άλλοτε αστείες, άλλοτε σκληρές, μας ξαφνιάζουν λιγότερο ή περισσότερο και οπωσδήποτε μας ταρακουνούν. Ποιος το περίμενε ότι τα στρατόπεδα συγκέντρωσης της ναζιστικής Γερμανίας είχαν ως πρότυπο μια πρόβα τζενεράλε στην Αφρική; Ή ποιος ξέρει άραγε ότι υπάρχουν έργα που κλείνουν μέσα τους τις μελωδίες που τραγουδάει ο δημιουργός τους όσο τα φτιάχνει; Ένα από αυτά είναι σίγουρα το έργο του Γκαλεάνο κι η μουσική εντός του είναι το ψιθυριστό τραγούδι που αναγγέλλει, σε πείσμα του καιρού, τις αυριανές μέρες που επίσης θα τραγουδούν.