Γιάννης Μπαλαμπανίδης, Το τραγούδι των κληρονόμων,εκδόσεις: Πόλις, 2026
Όσοι γεννηθήκαμε λίγο μετά ή λίγο πριν από το 1980 μεγαλώσαμε με την ψευδαίσθηση ότι μας περιμένει ένα λαμπρό μέλλον με ορθάνοιχτες πόρτες. Όλα φαίνονταν υπόθεση ατομικής βούλησης, επιλογής και ατομικής ευθύνης. Το απατηλό Greek Dream, της «ισχυρής Ελλάδας» της ΟΝΕ, της δανεικής ευμάρειας, του χρηματιστηρίου και του αβαθούς, όπως αποδείχτηκε, εκσυγχρονισμού, ήταν ακμαίο τις ανέμελες δεκαετίες του 1990 και του 2000.
Η ιδεολογία της ευζωίας και οι συνταγές ευτυχίας που υπόσχονταν στα μεσοστρώματα του δυτικού κόσμου λαϊφαστάιλ περιοδικά, θεραπευτές και κέντρα αυτοβελτίωσης πρόβαλλαν αυτάρεσκα ατομικιστικά όνειρα με προοπτική υλικών ή συμβολικών αυτοεκπληρώσεων.
Μέχρι που στους ρευστούς καιρούς της κρίσης ήρθαν, με δόσεις, οι διαψεύσεις που έγιναν ματαιώσεις και κυρίαρχος φόβος σε κοινωνίες χαμηλών πια προσδοκιών. Τα φτερά κόπηκαν, το γενεακό χάσμα διογκώθηκε, η εργασιακή επισφάλεια έγινε κανονικότητα. Και έτσι δημιουργήθηκε το μεταφορντικό πρεκαριάτο του 21ου αιώνα, μια νέα κοινωνική τάξη των ψυχικά και υλικά ξεζουμισμένων υπαλλήλων γραφείου και των ευέλικτων στελεχών καριέρας σε επιχειρήσεις χωρίς ωράριο εργασίας, συλλογικές συμβάσεις, σχέσεις και σταθερότητα. Μια ολόκληρη γενιά, αυτή των millennials, μετέωρη και πολιτισμικά αντιφατική, ρίχτηκε απροετοίμαστη στον Καιάδα του εταιρικού και συναισθηματικού καπιταλισμού (Έβα Ιλούζ).
Zeitgeist ’90s και λογοτεχνία του πρεκαριάτου
Αυτόν τον κόσμο πραγματεύεται μυθοπλαστικά το Τραγούδι των κληρονόμων, πρώτο μυθιστόρημα του πολιτικού επιστήμονα Γιάννη Μπαλαμπανίδη (γενν. 1980), που ήδη από την πρώτη του πεζογραφική κατάθεση (Largo,2020) ξεχώρισε για τη διεισδυτική-ανατομική ματιά του στο παρόν. Με επίκεντρο τον κόσμο των επιχειρήσεων, του ιδιωτικού τομέα, των αυτοδημιούργητων CEOs και των φιλόδοξων αλλά ματαιωμένων μεσοαστών που ψάχνουν τη θέση τους ξύνοντας και τις ταξικές καταβολές τους, ο συγγραφέας εστιάζει σε μια εταιρεία που παρέχει υπηρεσίες ευεξίας και ευζωίας, ιχνηλατώντας έξοχα το κοινωνικό υπόστρωμα και τα αισθήματα ενός ηττημένου και παρηκμασμένου ηθικά και οικονομικά κόσμου. Το μυθιστόρημα περιέχει αληθινή ζωή γιατί όλα είναι πειστικά και αναγνωρίσιμα: οι χαρακτήρες, το εργασιακό περιβάλλον, οι ζωντανοί και έξυπνοι διάλογοι, ακόμα και οι πολύ λειτουργικές περιγραφές σεξουαλικών σκηνών από την αυθόρμητη έξαψη της μεταεφηβείας μέχρι την ηδονοβλεπτική μετάλλαξη και το revenge porn. Η μικρή αυτοκρατορία του Λεωνίδα Τσέμπαλου, με τα δικά της ένοχα μυστικά κρυμμένα στη σκόνη της ιστορίας, μια βιομηχανία της ευτυχίας πιστή στο διαφημιστικό πνεύμα των ’90s που απενοχοποίησε επιθυμίες, απολαύσεις και ενασχολήσεις με τον Εαυτό, τώρα πια καταρρέει μαζί με τη χώρα. Οι κληρονόμοι διαπραγματεύονται τη συγχώνευση και την πώληση σε ξένους με έναν τρόπο που θυμίζει μνημόνια, τρόικα και Πολ Τόμσεν…
Κληρονόμοι και Game of Thrones
Η αδρή σκιαγράφηση των χαρακτήρων και το σκηνικό που στήνει ο Μπαλαμπανίδης, με προεκτάσεις τόσο στην ιστορία όσο και στις οικογενειακές δομές, επιτρέπει την εμβάθυνση σε περισσότερα κοινωνικά και πολιτισμικά επίπεδα. Με πλοκή σχεδόν τηλεοπτικής σειράς, το «Game of Thrones» των διαδόχων παίζεται ανάμεσα σε σπαρασσόμενους κληρονόμους (τα αδέρφια Λουκία και Τζώρτζης) και ξενόφερτους διεκδικητές (όπως ο φιλόδοξος, ταπεινής καταγωγής, εραστής της Λουκίας Μάνος, ο νερόβραστος αλλά με αστική αυτοπεποίθηση ξάδερφος Αλκιβιάδης και ο σκοτεινός Μίλτος, που εκφράζει τη νέα, βουλιμική και διεφθαρμένη επιχειρηματικότητα). Δίπλα σε αυτούς η Μαργαρίτα, μεσαίο στέλεχος και επιτομή της αντιφατικότητας μεταξύ κυνισμού και τρυφερότητας, αλλά και ο μάνατζερ Γιάννος Σαρρής, μια περσόνα ξεθυμασμένου boomer με καταβολές στον Μάη του ’68, που αναζήτησε την ατομική χειραφέτηση εντός συστήματος και θυμίζει διαμορφωτές στάσεων και γούστων που «ξεβλάχεψαν» σε γυαλιστερές σελίδες την ελληνική κοινωνία.
Οι κληρονομικές διαμάχες της «δυναστείας» για χρήμα και εξουσία, με τον λεπτό χειρισμό του Μπαλαμπανίδη, μοιάζει να αναδιατυπώνουν στη σημερινή κυνική και σκληρή πραγματικότητα τα αρχετυπικά μοτίβα των τραγωδιών του Σαίξπηρ και πιο πέρα του Σοφοκλή (ένας τυφλός Οιδίποδας που αναζητά την αλήθεια παρεισφρέει εδώ και εκεί): ανώριμοι νέοι ηγεμόνες που καταφεύγουν στη βία, φιλόδοξες λαίδες που διεκδικούν μερίδια εξουσίας, γηραλέοι αυταρχικοί πατριάρχες σε απόγνωση, έρωτες που απειλούν οικονομικές συμμαχίες και οικογενειακές σχέσεις.
Ο συγγραφέας αντλεί μυθοπλαστικό υλικό προφανώς από βιωμένες εμπειρίες. Οι συνομήλικοί του κεντρικοί ήρωες, ο μπενγιαμενικά ρομαντικός και ειρωνικός κειμενογράφος Άγγελος Νόβος και ο κυνικός νεογιάπης Μάνος Ιατρίδης, καλομαθημένα παιδιά της μεσαίας τάξης, διάνυσαν με διαφορετικά αισθήματα και βλέψεις μια ταξικά προσδιορισμένη διαδρομή: από τις δίδυμες δωδεκαώροφες πολυκατοικίες και τις αλάνες της δυτικής Θεσσαλονίκης του ’80 στη Νομική της Αθήνας και της ένταξης σε αριστερές νεολαίες στο γύρισμα του αιώνα, και ύστερα, με ενδιάμεσο πέρασμα από τη «Διεθνή των Ξενιτεμένων για ένα Μάστερ», στον πύργο που στεγάζει την εταιρεία Leonidas Tsembalos. Η συγγραφική διαχείριση του ιστορικού και του αφηγηματικού χρόνου, με διαρκή πίσω μπρος, που διατρέχει διαγώνια τις δεκαετίες της ύστερης Μεταπολίτευσης, από «το τέλος της ιστορίας» μέχρι τις ανθρώπινες μικροϊστορίες, είναι επιδέξια. Αφετηρία είναι η ενηλικίωση των ηρώων το 1998, αλλά οι στάσεις, με γεύση αρχείου, αφορούν χρονιές σημαδιακές με κοινές πάνω κάτω κοσμοεικόνες και εμπειρίες που συγκρότησαν την ατομική και συλλογική ταυτότητα της γενιάς (διακοπές σε νησιά, μπαράκια, ποδοσφαιρικοί αγώνες, βρετανική ποπ και κοντσέρτα, μπλερισμός και Τρίτος Δρόμος, τηλεοπτικά θεάματα, εθνικοί θρίαμβοι και παγκόσμιες καταστροφές).
Οι αρετές του βιβλίου είναι πολλές: μονταρισμένη οργάνωση του υλικού, αφηγηματικές εναλλαγές, ένθετα κείμενα σε μεταμοντέρνα προοπτική, εναργής χρήση αρχαιοελληνικών και μεσαιωνικών μύθων, βραδύκαυστες κορυφώσεις και ανατροπές, αλλά κυρίως ρυθμικότητα της αφήγησης με δομικά λειτουργικό τον ρόλο της μουσικής (όπως στην πρόσφατη Πατρίδα του Παβλικόφσκι, σαν μια γλώσσα που οργανώνει και νοηματοδοτεί τις αφηγηματικές σκηνές).
Σύγχρονο πολιτικό μυθιστόρημα
Το Τραγούδι των κληρονόμων και της μεσαίας τάξης είναι ένα σύγχρονο πολιτικό μυθιστόρημα με πολιτισμικές προεκτάσεις, που κατορθώνει να αφομοιώσει και να αναχωνεύσει επιτυχώς τις κοινωνικές ιδέες εντός της μυθοπλαστικής συνθήκης. Σε αυτή την καίρια πολιτική λογοτεχνία του παρόντος «Ανθρωπάκι» δεν είναι πια ο κομματικός καθοδηγητής του Τσίρκα αλλά ο χεντ οφ ντιπάρτμεντ. Ο συγγραφέας επεξεργάζεται πειστικά τον συνηθισμένο άνθρωπο (common people) της σημερινής «μέσης Ελλάδας», μιας γενιάς που ενηλικιώθηκε εκπίπτοντας από τις προσδοκίες της ευτυχιοκρατίας και της μεσοαστικής ευδαιμονίας στο καθοδικό σπιράλ οικονομικών και ψυχικών ματαιώσεων.
Ο Γιάννης Μπαλαμπανίδης έγραψε το μυθιστόρημα της γενιάς μας. Θα ρίσκαρα να πω ότι η φρεσκάδα της γραφής και η διορατικότητα μιας πολιτισμικής κριτικής ενσωματωμένης σε λογοτεχνική αφήγηση θυμίζουν Χρήστο Βακαλόπουλο (άραγε τυχαία ονομάζεται έτσι στο μυθιστόρημα ο υπάλληλος που απολύεται με εξευτελισμό;). Το Τραγούδι των κληρονόμων ανοίγει έναν πολυπρισματικό φακό για την κατανόηση της χαοτικής, κουρασμένης και σαστισμένης εποχής μας. Ο συγγραφέας ορθά υποψιάζεται ότι τα εργαλεία της πολιτικής επιστήμης που κατέχει δεν επαρκούν και ίσως μόνο η καλή λογοτεχνία μπορεί να διεισδύσει στις αδιόρατες περιοχές αυτών των καταστάσεων. Κλείνοντας το μυθιστόρημα, ο αναγνώστης συναντιέται με τον έφηβο και τον ενήλικο εαυτό του. Και ο ελαστικοποιημένος άνθρωπος του Σένετ κοιτάζει έκθαμβος, όπως ο Άγγελος της Ιστορίας του Μπένγιαμιν και του πίνακα του Κλέε, ταλαντευόμενος ανάμεσα στα σωρευμένα ερείπια του παρελθόντος και στη βίαιη θύελλα του μέλλοντος.





