Η Αμερική που γιόρτασε πριν μία εβδομάδα, το Σάββατο 4 Ιουλίου, τα 250 χρόνια από την ιστορική Διακήρυξη της Ανεξαρτησίας στη Φιλαδέλφεια μοιάζει να απέχει σήμερα τόσο όσο ποτέ πριν από το ρήμα και το πνεύμα της ιδρυτικής πράξης που ήθελε «όλους τους ανθρώπους ίσους», προικισμένους «από τον Δημιουργό με απαραβίαστα δικαιώματα, μεταξύ των οποίων το δικαίωμα στη ζωή, το δικαίωμα στην ελευθερία, το δικαίωμα στην επιδίωξη της ευτυχίας».
Η τελετή στην Ουάσιγκτον ήταν αυτή τη φορά ένα πανηγύρι ματαιοδοξίας που παραπέμπει στο ομότιτλο δυστοπικό μυθιστόρημα του Ουίλιαμ Θάκερυ (1811-1863), με μια φιέστα 850.000 πυροτεχνημάτων να επιστέφει την προεδρική ομιλία, ακόμη ένα επεισόδιο αυτοκολακείας ενός προέδρου που καθιέρωσε τη δωρεάν πρόσβαση στα δημόσια πάρκα κάθε 14 Ιουνίου, ημέρα των 80ών γενεθλίων του, που οργάνωσε βραδιά ελεύθερης πάλης στο προαύλιο του Λευκού Οίκου τη μέρα της επετείου, που διέταξε την έκδοση χαρτονομίσματος των 250 δολαρίων με το πρόσωπό του.
Η Αμερική που, με την είσοδό της το 1917 στον ευρωπαϊκό πόλεμο του 1914-1918 –τον λεγόμενο και πρώτο παγκόσμιο—, εισέβαλε δυναμικά στην παγκόσμια Ιστορία για να μείνει ως «οικουμενικό υπόδειγμα Δημοκρατίας» απέναντι στις φθίνουσες ευρωπαϊκές αυτοκρατορίες· η Αμερική που βγήκε από τον μεγάλο ευρασιατικό πόλεμο του 1939-1945 –τον λεγόμενο και δεύτερο παγκόσμιο— με τις λιγότερες ανθρώπινες απώλειες και τα περισσότερα γεωπολιτικά κέρδη· η Αμερική που το 1947 ανέλαβε, ελέω κατίσχυσης, τον ρόλο του εγγυητή μιας διεθνούς τάξης στα μέτρα της μεν αλλά πάντως στηριγμένης σε κάποιους κανόνες που την έκαναν στοιχειωδώς διαχειρίσιμη· αυτή η Αμερική φαίνεται να ολοκληρώνει τον κύκλο της.
Βέβαια, η Ιστορία, που δεν ξεχνά και δεν συγχωρεί όσους ξεχνούν, καλεί όλους να θυμούνται ότι η νεοσύστατη Δημοκρατία του 1776 ήθελε «όλους τους ανθρώπους ίσους» αρκεί να είναι άνδρες και λευκοί· ότι οι περισσότεροι από τους ιδρυτές-πατέρες (founding fathers), με προέχοντα τον Τόμας Τζέφερσον, τον βασικό συντάκτη της Διακήρυξης, ήταν δουλοκτήτες· ότι ο έβδομος πρόεδρος, Άντριου Τζάκσον (1829-1837), κατέσφαξε χιλιάδες αυτόχθονες αμερικανούς· ότι επί των ημερών του 25ου προέδρου, Ουίλιαμ Μακίνλεϊ, η Αμερική απέσπασε από την Ισπανία –νικώντας την στον μεταξύ τους πόλεμο το 1898– τη Χαβάη, τις Φιλιππίνες, το Πουέρτο Ρίκο, το Γκουάμ και τη Σαμόα, εδραιώνοντας έτσι την ηγεμονία της στο δυτικό ημισφαίριο.
Ακολούθησε –νομοτελειακά– η επιδίωξη της ηγεμόνευσης καιτου ανατολικού ημισφαιρίου. Που στοχοθετήθηκε επίσημα το 1947, όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες κήρυξαν την έναρξη του Ψυχρού Πολέμου με τη Σοβιετική Ένωση και το «συν αυτή» Ανατολικό μπλοκ. Μια σύγκρουση διαρκείας, με το δυτικό τμήμα της Ευρώπης να εξαρτάται από τις ΗΠΑ και με το (εμβληματικό του οικουμενικού καπιταλισμού) σύστημα των αυτορρυθμιζόμενων, μέσω της προσφοράς και της ζήτησης, αγορών σε προσωρινή, όπως αποδείχθηκε, αναστολή.
Η κατάρρευση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991 έδωσε στις ΗΠΑ την ευκαιρία να πιστωθούν αυτό που χαρακτήρισαν τελεσίδικη ήττα των απολυταρχικών ιδεολογιών και να πανηγυρίσουν την ανάδειξή τους σε μοναδικό πόλο ισχύος και στα δύο ημισφαίρια.
Αποκλήθηκε «μονοπολική στιγμή». Και δικαίως. Αφού όντως, με όρους διασκελισμού της Μεγάλης Ιστορίας, ο μοναδικός πόλος κατίσχυσε μόλις 30 χρόνια, όσο και η φθίνουσα τροχιά της αμερικανικής ηγεμονίας, αποτέλεσμα μιας σειράς από ανατρεπτικές αλλαγές, με σημαντικότερες τις εξής δύο:
Την ανάρρηση, πρώτον, της Κίνας σε θέση ομότιμου ανταγωνιστή των Ηνωμένων Πολιτειών στο οικονομικό και στο τεχνολογικό πεδίο, αλλά και σε διεθνή αναγνωρισιμότητα και αποδοχή.
Τη διεύρυνση, δεύτερον, του πολιτικού ρήγματος στο κοινωνικό σώμα των ΗΠΑ, αποτέλεσμα της αβυσσαλέας απόστασης ανάμεσα στα ανώτερα και τα κατώτερα εισοδηματικά στρώματα, και της πολιτικής υποπληροφόρησης, που συνέβαλε στην επανεκλογή του Τραμπ το 2024. Στη χώρα που οικοδομήθηκε στη βάση του προτάγματος «μια ευκαιρία για όλους, μια ευκαιρία για τον καθένα» η οικονομία λειτουργεί στη βάση της υπηρέτησης όλο και λιγότερων. Η χώρα των μεταναστών αρνείται στους μετανάστες το διακηρυκτικό «δικαίωμα στη Ζωή».
Στα 250 χρόνια ανεξαρτησίας, οι ΗΠΑ έχουν υποκινήσει αναρίθμητες πραξικοπηματικές ανατροπές κυβερνήσεων και έχουν πραγματοποιήσει πάνω από 500 στρατιωτικές επεμβάσεις σε ξένες χώρες στο όνομα της φιλελεύθερης παγκόσμιας τάξης. Μόνο φέτος έγιναν δύο στρατιωτικές επεμβάσεις με στόχο το καθεστώτος άλλης χώρας: η απαγωγή του προέδρου της Βενεζουέλας, Νικολάς Μαδούρο, και ο πόλεμος κατά του Ιράν.
Με μια διαφορά εδώ. Ο πρόεδρος Τραμπ, σε αντίθεση με άλλους προκατόχους του, δεν επικαλέστηκε ούτε προσχηματικά την περίφημη φιλελεύθερη παγκόσμια τάξη. Προέταξε ωμά και απερίφραστα το οικονομικό συμφέρον και τη στρατιωτική υπεροχή, στρέφοντας τα νώτα στα ιδεολογικοπολιτικά εφευρήματα.
Στα οποία, ωστόσο, κατέφυγε, με την ευκολία χαρακτηρίζει τη ρητορική του αμετροέπεια, στη διάρκεια της ομιλίας που εκφώνησε στη Νότια Ντακότα την παραμονή της επετείου, με φόντο τις γιγάντιες μορφές των προέδρων Τζορτζ Ουάσινγκτον, Τόμας Τζέφερσον, Θίοντορ Ρούζβελτ και Αβραάμ Λίνκολν, σκαλισμένες στις γρανιτικές παρειές του όρους Ράσμορ.
Ανακαλώντας μνήμες μακαρθικής ιδεολογικής τρομοκράτησης της δεκαετίας 1947-1957, ο Τραμπ μίλησε για «αναβίωση της κομμουνιστικής απειλής» προσωποποιώντας την «μεταξύ άλλων, στους νεοφερμένους στη χώρα μας, που ασπάζονται ιδέες εντελώς αντίθετες με τον τρόπο ζωής μας» και δηλώνοντας ότι «θα τους διώξουμε γρήγορα, η Αμερική δεν θα γίνει ποτέ κομμουνιστική χώρα».
Θα ήταν ένα ιδεολογικό παραλήρημα αν δεν υπέκρυπτε κάτι πεζό και πολιτικά ύποπτο, όπως προκύπτει από την αναφορά του, στην ίδια ομιλία, στο «SAVE America Act». Ένα νομοσχέδιο που προωθεί η κυβέρνησή του, το οποίο προβλέπει εξονυχιστική διακρίβωση της αμερικανικής υπηκοότητας των εκλογέων, σε βαθμό νόθευσης του εκλογικού συστήματος, όπως θεωρούν οι επικριτές του, που πιστεύουν ότι αποσκοπεί στη διαγραφή ψηφοφόρων του Δημοκρατικού Κόμματος από τους εκλογικούς καταλόγους ενόψει των κρίσιμων ενδιάμεσων εκλογών για το Κογκρέσο τον Νοέμβριο.
Πάλι καλά. Το νομοσχέδιο Τραμπ «ΣΩΣΤΕ την Αμερική» θα μπορούσε να προνοεί μόνο για τους λευκούς άνδρες.
Φωτο: The White House / Flickr





