Χαμηλές προεκλογικές εντάσεις, χαμηλότερες προσδοκίες

Έχουμε μπει σε προεκλογική περίοδο. Το ότι διατηρούνται ορισμένες αμφιβολίες γι’ αυτό, οφείλεται μάλλον στο γεγονός ότι δεν έχουν διατυπωθεί με σαφήνεια και με έντονο τρόπο τα πολιτικά περιεχόμενα της εκλογικής αντιπαράθεσης, τα οποία χαρακτηρίζουν κάθε σημαντική εκλογική αναμέτρηση. Όπως, για παράδειγμα, οι εκλογικές αναμετρήσεις του τέλους της δεκαετίας 1970 και των αρχών της δεκαετίας 2010.

Η επαγγελία μιας ανατροπής

Αν υποθέσουμε ότι ήδη το πάνδημο αίτημα και στόχος όλων των πολιτικών δυνάμεων της αντιπολίτευσης –της κάθε μιας από τη σκοπιά της– είναι να φύγει ο Μητσοτάκης και η κυβέρνηση της ΝΔ, τότε αυτή η επιδίωξη θα όφειλε να έχει διατυπωθεί όχι μόνο με τη μορφή συνθήματος, αλλά και με το απαραίτητο προγραμματικό περιεχόμενο.  Ώστε να γίνεται σαφές, ακόμα και σε όσους/ες δεν προθυμοποιούνται να το καταλάβουν, ότι, για να συμβεί αυτό, χρειάζεται να αλλάξουν άρδην βασικά πολιτικά και κοινωνικά δεδομένα. Η επαγγελία μιας αλλαγής τέτοιου επιπέδου είναι απαραίτητη για την κινητοποίηση εκείνων των πολιτικών και κοινωνικών δυνάμεων, που μπορούν να προκαλέσουν τις αναγκαίες ανατροπές των υφιστάμενων ισορροπιών.

Αυτή την προϋπόθεση δεν φαίνεται διατεθειμένη ή ικανή κάποια πολιτική δύναμη της αντιπολίτευσης, μόνη ή σε συνεργασία με άλλες, να την εξασφαλίσει. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι για ορισμένες δεν θεωρείται καν απαραίτητη, αν κρίνουμε από την ανυπαρξία προγραμματικών προτάσεων και συνοδών πολιτικών συμμαχιών που (θα όφειλαν να) τις συμπληρώνουν.

Ακόμη και δυνάμεις νέες, που εκτιμάται ότι με την εμφάνισή τους και μόνο προκαλούν αναδιατάξεις στην κεντρική πολιτική σκηνή, όπως της ΕΛΑΣ και της Ελπίδας για τη Δημοκρατία, δεν αναλαμβάνουν τέτοια υποχρέωση. Προτιμούν, υποδυόμενες τα λεγόμενα «κόμματα εξουσίας» που στοχεύουν στην αυτόνομη επιδίωξη της κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας, να διαμορφώσουν με τέτοιο τρόπο τις προγραμματικές επιδιώξεις τους, ώστε να διασφαλίσουν τη δυνατότητα της κυβερνησιμότητας στο πλαίσιο μιας χαμηλών εντάσεων προεκλογικής αντιπαράθεσης, ακόμη και σε ζητήματα που προσφέρονται για ανέβασμα των τόνων και ανάδειξη των διαφορών. Γεγονός που κρατάει χαμηλά και τις προσδοκίες του φίλιου εκλογικού σώματος και δεν πιέζει επί της ουσίας τη δεξιά.

Η τακτική των χαμηλών εντάσεων

Έτσι, η συζήτηση εκτρέπεται σε ένα κουβεντολόι περί της τακτικής, ή ακόμα χειρότερα του τακτικισμού, που θα επέτρεπε την αφαίρεση της κυβερνησιμότητας από τη ΝΔ και τη μεταβίβασή της στον επόμενο διάδοχο, χωρίς ιδιαίτερη συζήτηση ή ενασχόληση για το νέο πολιτικό/προγραμματικό περιεχόμενο που χρειάζεται να έχει η επαγγελία μιας τέτοιας αλλαγής συσχετισμών, ώστε να έχει συγκεκριμένο αποτέλεσμα στη ζωή της πλειονότητας των λαϊκών τάξεων. Και καταλήγει στην επικράτηση της λογικής «ας φύγουν αυτοί και βλέπουμε», που συμπληρώνεται από τη θυμοσοφία «οποιοσδήποτε άλλος θα ήταν προτιμότερος από δαύτους».

Στη βάση αυτή οικοδομείται το πολιτικό και κοινωνικό τοπίο μιας  χαμηλών εντάσεων εκλογικής –και μετεκλογικής– αντιπαράθεσης και ακόμη χαμηλότερων λαϊκών προσδοκιών. Ένα πλαίσιο που δεν μπορεί να χωρέσει προγραμματικές προτάσεις και διεκδικήσεις που προσιδιάζουν στην αριστερά. Δηλαδή στις δυνάμεις εκείνες που δεν ικανοποιούνται  με το υπάρχον και οραματίζονται, υποδεικνύουν, προτείνουν, διεκδικούν και αγωνίζονται να πραγματώσουν ένα βιώσιμο, αξιοβίωτο για τη μεγάλη πλειονότητα των λαϊκών τάξεων άμεσο, προσεχές και μακροπρόθεσμο μέλλον στον τόπο που ζούμε και στον πλανήτη Γη. Που δεν θα επικαθορίζεται από τους καταστροφικούς για τη φύση και τους ανθρώπους εξαναγκασμούς της κερδοφορίας ενός ασύδοτου χρηματιστικού κεφαλαίου. 

Τέτοια καθήκοντα στο πλαίσιο ενός τέτοιου πολιτικού σκηνικού εγκαταλείπονται ευγενώς στα «κόμματα διαμαρτυρίας», που τα απαξιώνουν με το χειρότερο τρόπο οι θεωρητικοί των «κομμάτων εξουσίας» αναλαμβάνοντας το ρόλο του απολογητή της απροθυμίας των να αγγίξουν απαγορευτικά για την κυβερνησιμότητά τους ζητήματα.

Πράγματα που δεν γίνεται να μη γίνουν

Επειδή σώνεται και ο διαθέσιμος χώρος –ίσως και η υπομονή σας– μην αρκεστούμε άλλη μια φορά στο γνωστό «αυτά δεν γίνονται». Γιατί στην εποχή της πολυκρίσης, έχουμε φτάσει πια στο σημείο που «δεν γίνεται να μη γίνουν» ορισμένα πράγματα.

Δεν γίνεται, για παράδειγμα, οι «απρόβλεπτοι» καύσωνες να αλαλιάζουν το πιο προηγμένο τμήμα της ανθρωπότητας, την καρδιά της Ευρώπης, και ανάμεσά του τους πιο αδύναμους, ωθώντας τους σε έναν αγώνα ζωής ή θανάτου για την απόκτηση ενός κλιματιστικού – που θα τους ανακουφίσει ίσως ατομικά, αλλά θα συμβάλει ακόμα περισσότερο στην άνοδο της θερμοκρασίας – κι εμείς να παρακολουθούμε το θέαμα ως τηλε-θεατές κυριολεκτικά, αφού ήδη έχουμε καταναλώσει ανάλογα θεάματα με μεγα-πλημύρες και μεγα-πυρκαγιές. Αντί να μετατρέψουμε σε κεντρικό ζήτημα της εν εξελίξει προεκλογικής αντιπαράθεσης την αναμέτρηση ανάμεσα στις δυνάμεις που νοιάζονται για το παρόν και το μέλλον μας, το δικό μας και των παιδιών και των εγγονιών μας, του πλανήτη, και τις αντίπαλες που το υποθηκεύουν, προκειμένου να διατηρήσουν εν ζωή ένα σε αποδρομή σύστημα παραγωγής, διανομής και κατανάλωσης. Χάνοντας έτσι τη δυνατότητα να ανεβάσουμε την επί της ουσίας απαραίτητη ένταση της εκλογικής αντιπαράθεσης. 

Ελπίζετε ότι θα ζήσουμε σ’ αυτή τη μακρά προεκλογική περίοδο μια τέτοια ή παρόμοιου μεγέθους και ποιότητας αναμέτρηση; Με τη σιωπή για τις εξορύξεις; Με την εγκατάλειψη των ΑΠΕ στα χέρια ιδιωτών; Με τη συμπαράταξη διεθνώς και εγχωρίως  με τις δυνάμεις που μας μπουκώνουν με ορυκτά καύσιμα; Η ως τώρα στάση των κομμάτων που ανακατεύουν στον τίτλο τους κατά οποιοδήποτε τρόπο τη λέξη αριστερά, δεν μας αφήνει το παραμικρό περιθώριο αισιοδοξίας. Ούτε εκείνων  που, θεωρητικά, έχουν επιλέξει τη σύζευξη του πράσινου με το κόκκινο. Φαίνεται να έχουμε παραδοθεί στο πλαίσιο της επικρατούσας χαμηλών εντάσεων και ακόμη χαμηλότερων προσδοκιών εκλογικής αντιπαράθεσης.

Μια απλή πρόβλεψη είναι. Μακάρι να ευτυχήσουμε να ζήσουμε τη διάψευσή της.

Φωτο:  cottonbro studio / pexels