φωτογραφία: η Hedy σε συμβολική απεργία πείνας στο Κάιρο (Δεκέμβριος 2009

Hedy Epstein

– Επίσημα, το Ισραήλ θεωρεί τους επιζώντες του Ολοκαυτώματος ως τους μεγαλύτερους ήρωές του.

– Μόνο εκείνους που εξυπηρετούν την ατζέντα τους. Μόνο εκείνους που είναι Σιωνιστές και υποστηρίζουν τις πολιτικές τους απέναντι στους Παλαιστίνιους. Επειδή εγώ πρεσβεύω μια διαμετρικά αντίθετη θέση, μου συμπεριφέρονται όπως σε οποιονδήποτε άλλον αντίπαλό τους -ίσως και χειρότερα, διότι, όπως αναφέρατε, με βλέπουν ως αποστάτη. Το Ισραήλ θεωρεί ότι βρίσκεται σε πόλεμο. Και στον πόλεμο, δεν υπάρχει χώρος για συναισθηματισμούς.

(απόσπασμα από συνέντευξη της Hedy Epstein, μετά το ρεσάλτο του IDF στο Mavi Marmara)

Η Hedy Epstein γεννήθηκε ως Hedwig Wachenheimer στο Φράιμπουργκ της Γερμανίας, στις 15 Αυγούστου 1924. Ο πατέρας της Hugo Wachenheimer ήταν βετεράνος του Πρώτου παγκοσμίου πολέμου και είχε υπηρετήσει ευσυνείδητα του Γερμανικό Ράιχ. Μάλιστα, είχε παρασημοφορηθεί για την στρατιωτική του αξιοσύνη. Στο Κίπενχαϊμ, όπου ζούσε η οικογένεια Wachenheimer, υπήρχε ένα τοπικό παράρτημα του “Συνδέσμου Εβραίων Βετεράνων του Μετώπου του Γερμανικού Ράιχ”. Ο σύνδεσμος είχε δημιουργηθεί το 1919 από Γερμανοεβραίους πατριώτες που κρατούσαν αποστάσεις από το σιωνιστικό κίνημα και διακήρυτταν την αφοσίωσή τους στη Γερμανική εθνική ταυτότητα. Ο σύνδεσμος αριθμούσε δεκάδες χιλιάδες μέλη και σχημάτισε ακόμα και ένοπλες ομάδες αυτοάμυνας για την προστασία των Εβραίων από αντισημιτικές επιθέσεις. Υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ο Hugo Wachenheimer να διατηρούσε σχέσεις με το παράρτημα του Συνδέσμου στο Κίπενχαϊμ.

φωτογραφία διαβατηρίου της Hedy Wachenheimer (αργότερα Epstein) το 1939

Όταν ανήλθε ο Χίτλερ στην εξουσία η Hedy ήταν μόλις 8 χρόνων. Μέχρι τότε η Εβραϊκή της ταυτότητα έπαιζε μικρό ρόλο στη διαμόρφωση της ζωής της. Το ναζιστικό καθεστώς, όμως, είχε αντίθετη άποψη. Όταν την άνοιξη του 1935 η Hedy επιχείρησε να εγγραφεί στο Realgymnasium του Έτενχαϊμ αντιμετώπισε την αρχική άρνηση του διευθυντή, λόγω της Εβραϊκής της καταγωγής. Τελικά, ο διευθυντής του σχολείου έκανε πίσω όταν ο πατέρας της έδειξε σιωπηλά το στρατιωτικό του παράσημο. Στο σχολείο η Hedy αντιμετώπιζε τη βίαιη και ρατσιστική συμπεριφορά των συμμαθητών της. Της ασκούσαν σωματική βία, την απέκλειαν από τα παιχνίδια και την αποκαλούσαν “βρομοεβραία”. Ο καθηγητής των μαθηματικών φορούσε διαρκώς τη στολή των SS, απειλούσε την Hedy με περίστροφο και την ταπείνωνε μπροστά στους συμμαθητές της. Όπως έλεγε η ίδια, άρχισε να συνειδητοποιεί την Εβραϊκή της ταυτότητα μέσω του αποκλεισμού που δέχονταν.

Η Hedy ήταν μόλις 14 ετών όταν βίωσε τη “Νύχτα των Κρυστάλλων”. Το πρωί της 10ης Νοεμβρίου 1938 ο διευθυντής του σχολείου Walter Klein εκφώνησε ένα λογύδριο για τη “δίκαιη οργή” του Γερμανικού λαού εναντίον των Εβραίων, με αφορμή τη δολοφονία τρεις ημέρες πριν του εθνικοσοσιαλιστή διπλωμάτη στο Παρίσι Ernst vom Rath από τον 17χρονο Πολωνοεβραίο Herschel Grynszpan. Το μαζικό αντιεβραϊκό πογκρόμ που ακολούθησε παρουσιάστηκε από τις αρχές ως δήθεν αυθόρμητη λαϊκή αντίδραση. Μετά την εκφώνηση του λόγου του, ο διευθυντής του σχολείου γύρισε προς τη Hedy ουρλιάζοντας: «Έξω από εδώ, βρομοεβραία!». Ακολούθησε η βίαιη εκδίωξή της από το σχολείο, όπως και του επίσης εβραϊκής καταγωγής μαθητή Hans Durlacher. Μαζί τα δυο παιδιά παρακολούθησαν το βίαιο ξέσπασμα του όχλου. Στη μαρτυρία της η Hedy θυμάται το εορταστικό κλίμα που συνόδευε το οργανωμένο αντιεβραϊκό πογκρόμ, στο οποίο συμμετείχαν ακόμα και συμμαθητές της. Ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν και ο πατέρας της, ο οποίος κρατήθηκε για έναν περίπου μήνα στο Νταχάου.

Η κλιμάκωση της βίας ανησύχησε την οικογένεια Wachenheimer, η οποία αποφάσισε να απομακρύνει την Hedy από τη ναζιστική κόλαση. Το Kindertransport ήταν ένα πρόγραμμα διάσωσης Εβραιόπουλων που ξεκίνησε μετά τη Νύχτα των Κρυστάλλων. Προέβλεπε την απομάκρυνση των παιδιών από τη ναζιστική Γερμανία και την εξασφάλιση γι αυτά ενός ασφαλούς περιβάλλοντος. Η Hedy ήταν ένα από αυτά τα παιδιά. Στις 18 Μαΐου 1939 είδε για τελευταία φορά τους γονείς της. Τον Οκτώβριο του 1940 συνελήφθησαν από τη Γκεστάπο και εκτοπίστηκαν σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γαλλία. Το 1942 μεταφέρθηκαν στο Άουσβιτς και χάθηκαν τα ίχνη τους για πάντα. Οι ακριβείς ημερομηνίες του θανάτου τους παραμένουν μέχρι σήμερα άγνωστες.

η Hedy με τους γονείς της το 1938

Η Hedy μεταφέρθηκε στη Βρετανία και εργάστηκε ως μοδίστρα στο πολυκατάστημα Harrods. Αργότερα έπιασε δουλειά σε εργοστάσια κατασκευής πολεμικού υλικού. Εκεί πολιτικοποιήθηκε και το 1943 εντάχθηκε στην αντιφασιστική οργάνωση των Γερμανών εξόριστων “Ελεύθερη Γερμανική Νεολαία”, η οποία διατηρούσε οργανωτικές σχέσεις με το Κομμουνιστικό Κόμμα. Αργότερα, όταν μετανάστευσε στις ΗΠΑ ανακρίθηκε ως ύποπτη για την πολιτική της ένταξη, γεγονός που καθυστέρησε την πολιτογράφησή της έως το 1960.

Μετά τον πόλεμο η Hedy επέστρεψε για ένα διάστημα στη Γερμανία και εργάστηκε αρχικά για λογαριασμό της Αμερικάνικης στρατιωτικής διοίκησης και λίγο αργότερα ως ερευνήτρια – αναλύτρια και μεταφράστρια στη “δίκη των γιατρών” που πραγματοποιήθηκε στη Νυρεμβέργη από τον Δεκέμβριο του 1946 έως τον Αύγουστο της επόμενης χρονιάς. Η Hedy μελετούσε με φρίκη τα ιατρικά πειράματα των ναζί, ενώ παράλληλα έψαχνε για την τύχη των γονιών της. Έχασε την τελευτάια της ελπίδα πως θα βρει τα ίχνη τους μόνο όταν επισκέφθηκε το Άουσβιτς πολλές δεκαετίες αργότερα.

Το 1948 η Hedy συναισθηματικά φορτισμένη, κυρίως μετά την επιστροφή της στο Κίπενχαϊμ το 1947, εγκατέλειψε τη Γερμανία και εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη, όπου εργάστηκε σε έναν οργανισμό υποδοχής εκτοπισμένων και επιζώντων του Ολοκαυτώματος. Αργότερα εργάστηκε σε οργανισμό που βοηθούσε επιζώντες του Ολοκαυτώματος να διεκδικήσουν αποζημιώσεις από το Γερμανικό κράτος. Όπως αναφέρει η ίδια στη μαρτυρία της, κάθε φορά που έφτανε νέο πλοίο με επιζώντες έψαχνε ανάμεσα στους επιβάτες τα πρόσωπα των γονιών της.

Το 1958 παντρεύτηκε τον φυσικό Arnold Epstein, από τον οποίο πήρε το επώνυμο της. Η νέα οικογένεια μετακόμισε στο Σεντ Λούις του Μιζούρι λίγα χρόνια αργότερα. Εκεί η Hedy Epstein συμμετείχε στο κίνημα εναντίον των φυλετικών διακρίσεων, με εξειδίκευση στα ζητήματα στέγασης, ως συντονίστρια της “Επιτροπής για την Ελευθερία Κατοικίας της ευρύτερης περιοχής του Σεντ Λούις”. Στα χρόνια που ακολούθησαν συνδέθηκε με αντιρατσιστικές οργανώσεις, με το κίνημα για τα γυναικεία δικαιώματα, το κίνημα αλληλεγγύης προς τους πρόσφυγες από την Αϊτή και το κίνημα εναντίον της πολεμικής εμπλοκής των ΗΠΑ στο Βιετνάμ και την Καμπότζη.

Η εισβολή του Ισραήλ στον Λίβανο το 1982 και η σφαγή στη Σάμπρα και τη Σατίλα έστρεψαν το βλέμμα της Hedy Epstein προς το παλαιστινιακό ζήτημα. Για το ηθικό της πλαίσιο η ιστορική μνήμη είναι καταδικασμένη να μείνει ανολοκλήρωτη αν περιοριστεί μόνο στη συμπόνια για τα θύματα του παρελθόντος. Οφείλει να επεκταθεί στην αλληλεγγύη σε όσους υφίστανται αδικίες στο παρόν. Οι σφαγές του 1982 μετέβαλαν την επαμφοτερίζουσα στάση που κρατούσε απέναντι στο Ισραήλ: «Ήρθα στις ΗΠΑ το 1948, την περίοδο που το Ισραήλ έγινε κράτος – ένα γεγονός που μου προκάλεσε ανάμεικτα συναισθήματα. Από τη μία, ήταν ένας προορισμός για τους επιζώντες του Ολοκαυτώματος, για εκείνους που δεν μπορούσαν ή δεν ήθελαν να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Από την άλλη, είχα κατά νου τον ένθερμο αντισιωνισμό των γονιών μου. Στα πρώτα μου χρόνια στις ΗΠΑ, το ζήτημα του Ισραήλ και της Παλαιστίνης παρέμενε στο περιθώριο των ενδιαφερόντων μου. Το 1982, έμαθα για τις σφαγές στους προσφυγικούς καταυλισμούς Σάμπρα και Σατίλα, στον Λίβανο. Θέλησα να μάθω ποιοι ευθύνονταν για αυτό και τι είχε συμβεί στο διάστημα μεταξύ 1948 και 1982. Καθώς μάθαινα περισσότερα, άρχισα να ανησυχώ όλο και πιο έντονα για τις πολιτικές του Ισραήλ και του στρατού του».

διαβάστε το πρώτο μέρος για τον Hajo Meyer

Το 2001 η Hedy Epstein ίδρυσε το τοπικό παράρτημα της αντιπολεμικής οργάνωσης Women in Black του Σεντ Λούις. Η μητρική οργάνωση είχε ιδρυθεί στο Ισραήλ το 1988 από γυναίκες που διαμαρτύρονταν ενάντια στην κατοχή. Το 2003 επισκέφθηκε για πρώτη φορά τη Δυτική Όχθη ως εθελόντρια του International Solidarity Movement (ISM). Έλεγε για τη φιλοξενία των Παλαιστινίων: «η φιλοξενία που έλαβα από αυτές τις δύο οικογένειες, καθώς και από άλλους ανθρώπους σε διάφορα μέρη, ήταν πρωτόγνωρη· δεν έχω συναντήσει τέτοια φιλοξενία πουθενά αλλού στον κόσμο. Από την πρώτη στιγμή ξεκαθάριζα πάντα ότι είμαι Εβραία, αλλά αυτό δεν έπαιζε ποτέ κανέναν ρόλο. Είτε επρόκειτο για τις οικογένειες με τις οποίες έμενα, είτε για ανθρώπους στον δρόμο, το γεγονός ότι ήμουν Εβραία δεν άλλαζε απολύτως τίποτα. Εκείνοι, όπως κι εγώ, αρνούνταν να γίνουμε εχθροί. Οι πραγματικοί εχθροί ήταν οι Ισραηλινοί. Εκείνοι ήταν που μου φέρθηκαν με τρόπο άθλιο και επώδυνο».

η Hedy μαζί με τη δασκάλα D. Lee και τους παλαιστίνιους φίλους τους μπροστά στο “τείχος του διαχωρισμού” στη Δυτική Όχθη

Κατά τη δεύτερη επίσκεψή της στην περιοχή τον Ιανουάριο του 2004 η Hedy ήρθε αντιμέτωπη με την εκδικητική μανία των Ισραηλινών αρχών. Ασφαλίτες του αεροδρομίου Μπεν Γκουριόν την απομόνωσαν στο αστυνομικό τμήμα και πραγματοποίησαν εξευτελιστικό σωματικό έλεγχο, αποκαλώντας την “τρομοκράτισσα” και “απειλή για την ασφάλεια του Ισραήλ”. Παρά το αρχικό της σοκ δεν εγκατέλειψε την αποστολή της και συνέχισε τις επισκέψεις της στην Παλαιστίνη: «Επιστρέφω επειδή θεωρώ ότι αυτό είναι το σωστό να κάνω: να γίνω μάρτυρας των γεγονότων και να δείξω στους Παλαιστίνιους ότι υπάρχουν άνθρωποι που νοιάζονται αρκετά ώστε να επιστρέφουν και να στέκονται στο πλευρό τους στον αγώνα τους ενάντια στην ισραηλινή κατοχή. Οι Παλαιστίνιοι μού ζήτησαν, επιστρέφοντας στην πατρίδα μου, να πω στον αμερικανικό λαό τι είδα και τι βίωσα, διότι οι Αμερικανοί δεν γνωρίζουν τι συμβαίνει, καθώς τα μέσα ενημέρωσης δεν τους πληροφορούν. Δεσμεύτηκα να το κάνω και αξιοποιώ κάθε ευκαιρία για να τηρήσω αυτή τη δέσμευση».

Σε μαρτυρίες της η Hedy Epstein περιέγραφε τη διαρκή βία της Ισραηλινής κατοχής εναντίον των Παλαιστινίων. Πολλές φορές η κατοχική βία στρέφονταν και εναντίον των Ισραηλινών που στέκονταν αλληλέγγυοι στον Παλαιστινιακό λαό: «Είδα το αίμα που έχυσε ο Gil Na’amati, ένας νεαρός Ισραηλινός, του οποίου η πρώτη δημόσια πράξη μετά την ολοκλήρωση της στρατιωτικής του θητείας ήταν να διαμαρτυρηθεί ενάντια στο τείχος. Είδα τα θραύσματα καρφωμένα στο πόδι της Anne Farina, μιας από τις συνταξιδιώτισσές μου από το St. Louis. Και σκέφτηκα το Kent State και το Jackson State, όπου το 1970 μέλη της Εθνοφρουράς άνοιξαν πυρ εναντίον διαδηλωτών που διαμαρτύρονταν για τον πόλεμο του Βιετνάμ». Η ίδια έχασε τμήμα της ακοής της το 2005 σε διαδήλωση στο χωριό Μπιλίν της Δυτικής Όχθης, όταν εξερράγη δίπλα της μια χειροβομβίδα κρότου – λάμψης της Ισραηλινής Αστυνομίας.

Πέρα από την επίσκεψή της στη Δυτική Όχθη και τη συμμετοχή της σε διαδηλώσεις αλληλεγγύης, η Hedy συμμετείχε και σε διεθνείς αποστολές για το σπάσιμο του αποκλεισμού στη Γάζα (Free Gaza Movement, Gaza Freedom March, Freedom Flotilla). Τον Δεκέμβριο του 2009 συμμετείχε στην χερσαία αποστολή στην Αίγυπτο, που είχε σκοπό να κατευθυνθεί στη Γάζα μέσω της Ράφα. Στις 28 Δεκεμβρίου του 2009 συμμετείχε σε οργανωμένη συμβολική απεργία πείνας έξω από τα γραφεία του ΟΗΕ στο Κάιρο, διαμαρτυρόμενη για την απαγόρευση διέλευσης της αποστολής από το Αιγυπτιακό κράτος. Τον Μάη του 2010 κατέφθασε στην Κύπρο σε νέα απόπειρα σπασίματος του αποκλεισμού, ωστόσο δεν επιβιβάστηκε σε κάποιο πλοίο λόγω της κακής κατάστασης της υγείας της (ήταν 86 ετών τότε). Τα ξημερώματα της 31ης Μαΐου οι Ισραηλινές ειδικές δυνάμεις επιτέθηκαν σε πλοία του στόλου, ενώ το ρεσάλτο στο Mavi Marmara είχε σαν αποτέλεσμα το θάνατο 10 ακτιβιστών (ο ένας από αυτούς κατέληξε μετά από ταλαιπωρία τεσσάρων χρόνων). Εκείνη την τραγική νύχτα, η Hedy βρίσκονταν στα κεντρικά γραφεία του κινήματος Free Gaza Movement στην Κύπρο, συμμετέχοντας στο συντονισμό των κινήσεων του στόλου. Είδε όλη την επιχείρηση των Ισραηλινών σε ζωντανή μετάδοση: «Είδα τους Ισραηλινούς να κατεβαίνουν με σχοινιά. Μόλις τα πόδια τους άγγιξαν το κατάστρωμα, άνοιξαν πυρ εναντίον των ανθρώπων που βρίσκονταν εκεί. Πυροβόλησαν χωρίς προειδοποίηση και χωρίς καμία πρόκληση».

Η Hedy Epstein βρέθηκε και στην Ελλάδα τον Ιούνιο του 2011, κατά τη διάρκεια νέας απόπειρας σπασίματος του αποκλεισμού της Γάζας (“Ένα καράβι για τη Γάζα”). Στις 1 Ιουλίου 2011, επέβαινε στο αμερικανικό πλοίο The Audacity of Hope, το οποίο αναχαιτίστηκε από το ελληνικό Λιμενικό με διαταγή της κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ και του υπουργού Δημόσιας Τάξης Χρήστου Παπαουτσή. Ο Αμερικανός πλοίαρχος John Klusmire συνελήφθη από τις ελληνικές αρχές και παραπέμφθηκε στη δικαιοσύνη με ένα κακούργημα και δυο πλημμελήματα.

Πίσω στις ΗΠΑ η Hedy συνέχιζε την ακτιβιστική της δράση. Στις 29 Ιουλίου 2014 συμμετείχε σε διαμαρτυρία της αντισιωνιστικής Jewish Voice for Peace κατά τη διάρκεια ομιλίας του γενικού πρόξενου του Ισραήλ στη μεσοδυτική περιοχή των ΗΠΑ, Roey Gilad. Κατά τη διάρκεια της διαμαρτυρίες δέχθηκε σωματική βία από σιωνιστές. Παράλληλα, συνέχισε την έντονη αντιρατσιστική της δράση. Στις 18 Αυγούστου 2014 συνελήφθη στο Σεντ Λούις κατά τη διάρκεια διαδήλωσης για τη δολοφονία του 18χρονου Michael Brown από αστυνομικό στο Φέργκιουσον του Μιζούρι. Ήταν 90 χρόνων.

σύλληψη της 90χρονης Hedy σε διαδήλωση εναντίον της αστυνομικής βίας (Αύγουστος 2014)

Η Hedy Epstein πέθανε από καρκίνο στις 26 Μαΐου 2016 στο σπίτι της στο Σεντ Λούις. Για τη στάση ζωής που επέλεξε δέχθηκε πολλές λεκτικές και σωματικές επιθέσεις από σιωνιστές. Το Μουσείο του Ολοκαυτώματος στο Σεντ Λούις δέχονταν συνεχώς πιέσεις για να αφαιρέσει το όνομά της από τη λίστα των μαρτύρων του Ολοκαυτώματος. Προς τιμή του το Μουσείο αρνήθηκε. Πριν από ένα ταξίδι της στην Παλαιστίνη δέχθηκε βίαιη επίθεση από άγνωστο άτομο την ώρα που περπατούσε στο δρόμο: «Περπατούσα σε έναν δρόμο στο Σεντ Λούις του Μιζούρι, όπου και κατοικώ, όταν ξαφνικά κάποιος με έσπρωξε στο πεζοδρόμιο και με τα δύο του χέρια, χρησιμοποιώντας όλη του τη δύναμη. Γέμισα μώλωπες. Είχα μια βαθιά πληγή στο πρόσωπο που χρειάστηκε ράμματα, ενώ τα γόνατά μου είχαν μελανιάσει εντελώς. Ποιος ήταν ο δράστης; Δεν γνωρίζω. Είδα μόνο την πλάτη ενός άντρα που έτρεχε να απομακρυνθεί. Δεν μου πήρε τίποτα, οπότε δεν επρόκειτο για ληστεία. Λίγο νωρίτερα, μετά από μια εμφάνισή μου στην αμερικανική τηλεόραση, δέχτηκα πολλές απειλές-μεταξύ άλλων, και από τη Νέα Υόρκη. Ένας άντρας μού είπε στο τηλέφωνο: «Ερχόμαστε στο Σεντ Λούις, εκεί που μένεις, και θα σε τακτοποιήσουμε». Δυστυχώς, οποιαδήποτε κριτική κατά του Ισραήλ πυροδοτεί πολύ έντονα, αρνητικά συναισθήματα στους Εβραίους».

Παρ’ ότι η Hedy είχε πάρει σαφείς αποστάσεις από τη δράση των “βομβιστών αυτοκτονίας” (λέγοντας ωστόσο πως γενεσιουργός αιτία της δράσης αυτής ήταν η Ισραηλινή κατοχή) συχνά κατηγορήθηκε ως “τρομοκράτισσα” και “φίλη της Χαμάς”. Ως συνήθως ο λόγος της για το Ολοκαύτωμα διαστρεβλώθηκε από τη σιωνιστική προπαγάνδα. Η ίδια έκανε σαφή και κρυστάλλινη τη θέση της:

«Δεν προβαίνω σε συγκρίσεις μεταξύ της ναζιστικής και της σιωνιστικής καταπίεσης, παρόλο που έχω κατηγορηθεί ότι το κάνω. Αντιθέτως, αναφέρομαι στα διδάγματα που αντλούμε από το Ολοκαύτωμα. Θεωρώ τις εμπειρίες μου ως επιζώσας του Ολοκαυτώματος ως τη βασική κινητήριο δύναμη πίσω από τις προσπάθειές μου για την προάσπιση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και της κοινωνικής δικαιοσύνης. Για μένα, “το να θυμάσαι δεν αρκεί” (…) Η μνήμη οφείλει να έχει και μια προοπτική που αφορά το παρόν και το μέλλον.

Ποιο είναι το δίδαγμα από το Ολοκαύτωμα; Γνωρίζω τι σημαίνει να υφίστασαι καταπίεση. Κανείς δεν μπορεί να τα κάνει όλα, αλλά αισθάνομαι ότι είναι καθήκον μου να πράξω ό,τι περνά από το χέρι μου, να κάνω το σωστό και -στη συγκεκριμένη περίπτωση- να σταθώ στο πλευρό των Παλαιστινίων στον αγώνα τους ενάντια στην ισραηλινή καταπίεση, υπό την οποία ζουν και υποφέρουν μέρα και νύχτα.

Γιατί επέζησα; Για να κάθομαι απλώς εδώ και να λέω: “ναι, η κατάσταση είναι άσχημη, κάποιος πρέπει να κάνει κάτι γι’ αυτό”; Πιστεύω ακράδαντα ότι ο καθένας από εμάς -συμπεριλαμβανομένου και εμού- οφείλει να είναι αυτός ο “κάποιος” που θα προσπαθήσει να βελτιώσει την κατάσταση».

Και αλλού:

«Γνωρίζω ότι πολλοί άνθρωποι συγκρίνουν τους Ισραηλινούς με τους Γερμανούς, αλλά εγώ δεν το κάνω ποτέ αυτό. Έχω επισκεφθεί τη Δυτική Όχθη και γνωρίζω πόσο δύσκολη είναι η ζωή για τους Παλαιστινίους εκεί, ωστόσο δεν θα έκανα ποτέ παραλληλισμό με το Ολοκαύτωμα. Πιστεύω, ωστόσο, ότι υπάρχει μια σύνδεση μεταξύ του Ολοκαυτώματος και όσων συμβαίνουν σήμερα. Μετά τις φρικτές διώξεις που υπέστη ο λαός τους κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, οι Εβραίοι θα έπρεπε να είναι εξαιρετικά ευαίσθητοι απέναντι στον ανθρώπινο πόνο. Ένα έθνος θυμάτων δεν θα έπρεπε να καταπιέζει άλλους λαούς».