Να πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Τουλάχιστον ας το επιχειρήσουμε. Ο φονικός εμπρησμός της Marfin το 2010 δεν αντιμετωπίστηκε σαν μια ποινική υπόθεση που δύσκολα θα εξιχνιαζόταν. Αντιμετωπίστηκε κυρίως ως γεγονός με πολιτικές επιπτώσεις, τόσο αυτοτελώς όσο και κατά την αστυνομική και δικαστική εξέλιξή του.
Ακόμα κι όσοι συνταραχτήκαμε τότε από την αγριότητα της σκηνής που διαδραματίστηκε μπροστά στα μάτια μας, το δεύτερο συναίσθημα που δικαιολογημένα μας κατέλαβε αυθόρμητα, ήταν η ανησυχία για τις αρνητικές πολιτικές συνέπειες που θα μπορούσε να έχει.
Από τη γενική αυτή εκτίμηση εξαιρούνται οι οικείοι των νεκρών θυμάτων και τα επιζώντα θύματα. Όσοι, δηλαδή, αναζητούν αυτό που συνηθίζουμε να λέμε δικαίωση. Αυτοί μέχρι στιγμής έχουν καλύψει ένα μέρος μόνο της δίκαιης απαίτησής τους, με τη δικαστική απόφαση που αφορά τις ευθύνες της εργοδοσίας για πράξεις και παραλείψεις της, τις οποίες συνδέει αιτιώδης συνάφεια με το φονικό αποτέλεσμα. Δεν θα ξεχάσουμε ότι έχουμε και ένα τέτοιου είδους έγκλημα.
Δεκαέξι χρόνια πολιτικών χειρισμών
Δυστυχώς, δεκαέξι χρόνια τώρα παρακολουθούμε τον χειρισμό της υπόθεσης και από την πλευρά των πολιτικά υπεύθυνων αρχών και των υπαγόμενων σ’ αυτές διωκτικών υπηρεσιών υπό το κράτος της πρόταξης της πολιτικής βαρύτητάς της, ως μη όφειλαν.
Έτσι μπορεί να εξηγηθεί η διαχρονική αποτυχία εξιχνίασης, γιατί αυτό που πρώτευε, αυτό που κυριαρχούσε ήταν η πολιτική απαίτηση μιας γρήγορης επιτυχίας. Απαίτηση που διαμόρφωνε την απατηλή εικόνα ενός κράτους που ενεργεί χωρίς καθυστέρηση για την απονομή δικαιοσύνης, ενώ στην πραγματικότητα είχαμε να κάνουμε με μια κυβέρνηση που προσπαθούσε να υποδυθεί τον προστάτη μιας κοινωνίας, της οποίας τον φόβο υποδαύλιζε. Υπάρχει χαώδης διαφορά ανάμεσα σ’ αυτόν που αντιμετωπίζει ένα γεγονός μέσα από το πολιτικό πρίσμα και σε όποιον απλά πιστεύει ότι μπορεί να το αξιοποιήσει πολιτικά.
Σήμερα, τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα. Δεν βρισκόμαστε στο 2010, που η τότε κυβέρνηση χρειαζόταν άμεσα έναν υποψήφιο ένοχο. Ούτε στο 2020, που έπρεπε να αποδείξει ότι επί ΣΥΡΙΖΑ όλοι οι «τρομοκράτες» ένιωθαν ασφαλείς, ενώ με την έλευση της Νέας Δημοκρατίας ήρθε η ώρα να καθίσουν στο σκαμνί. Και τις δύο φορές εκείνες, δικαστικοί λειτουργοί που σέβονταν τον εαυτό τους ακύρωσαν επιδιώξεις αυτού του είδους. Ταυτόχρονα, όμως, μείωσαν κοντά στο μηδέν την αξιοπιστία των κυβερνητικών και των διωκτικών μηχανισμών.
Ένα αφήγημα βγαλμένο με καρμπόν
Αυτό, πάντως, δεν φαίνεται να ενοχλεί τη Νέα Δημοκρατία. Προσφέρει πάλι στο κοινό ένα παρόμοιο αφήγημα, υπό τον γυαλιστερό τίτλο του «ελληνικού FBI» (λες και το αμερικάνικο υπήρξε άμωμο), με θορυβώδη τρόπο. Δεν χάθηκε ο κόσμος αν δεν είναι πειστικό, αν μοιάζει εκπληκτικά με τα προηγούμενα. Με τα ανώνυμα τηλεφωνήματα που υποδείκνυαν ενόχους, με στικάκια που άφηναν άγνωστοι σε παγκάκια, οι οποίοι ποτέ δεν αναζητήθηκαν και δεν κλήθηκαν ως μάρτυρες, και με κατηγορούμενους που σέρνονταν στα δικαστήρια πληρώνοντας προκαταβολικά, σαν ποινή χωρίς απόφαση, ηθικές, οικονομικές, πολιτικές κ.ά. συνέπειες που τους βαραίνουν για πάντα.
Η σημερινή κυβέρνηση δεν επαναλαμβάνει απλά μια πρακτική, την εξελίσσει. Αντί να αποφύγει τις χρονικές συμπτώσεις τής φερόμενης εξιχνίασης της υπόθεσης Marfin με τη σύλληψη υπόπτων για τη φονική τοποθέτηση εκρηκτικών μηχανισμών σε κατοικίες μελών της ΝΔ στη Θεσσαλονίκη, φαίνεται να την επιδίωξε. Αντί να τις αποσυνδέσει από την απόδοση ανύπαρκτων πολιτικών ευθυνών σε πολιτικούς της αντιπάλους από την αριστερά, τις υπονόησε ξαναζεσταίνοντας τη λογική των «δύο άκρων». Αντί να τις απομονώσει από την εν εξελίξει μακρόσυρτη προεκλογική περίοδο, τις εντάσσει οργανικά σ’ αυτήν με δύο τρόπους: αφενός, για να επιδείξει στο εξ (ακρο) δεξιών ακροατήριό της την πίστη της στο δόγμα «νόμος και τάξη» και να κλείσει έτσι ρωγμές διαρροής προς τα δεξιά της, αφετέρου, για να ενισχύσει το αίσθημα ανασφάλειας σε τμήματα της κοινωνίας υποσχόμενη ταυτόχρονα προστασία προς αυτά και περιμένοντας καταβολή πολιτικού ανταλλάγματος στις επερχόμενες εκλογές.
Αναμενόμενες οι συνέπειες
Μετά από όλα αυτά δεν είναι καθόλου περίεργο που όχι μόνο οι συνήγοροι των διωκόμενων εξανίστανται και δικαιολογημένα αντιδρούν με τις διαρροές που συνοδεύουν τις συλλήψεις και παραπομπές, αλλά και για την αδιαφορία ως προς τη βασιμότητα και την πειστικότητα των στοιχείων με τα οποία τις δικαιολογούν.
Τη δική τους αντίδραση συνοδεύει και η έντονη και δημόσια εκφρασμένη τουλάχιστον επιφυλακτικότητα όλου σχεδόν του φάσματος των πολιτικών δυνάμεων στις ανακοινώσεις κυβερνητικών και διωκτικών αρχών. Οι δικαιολογημένες ενστάσεις ότι το διαμορφούμενο προκαταβολικά κλίμα μπορεί να αναγκάσει ακόμα και δικαστικές αρχές να μην αγνοήσουν την «κοινή γνώμη» που κατασκευάζεται συστηματικά, βρίσκουν απήχηση και στους δημοσιογραφικούς κύκλους. Σημαντικό μέρος του τύπου διστάζει να ακολουθήσει τυφλά το εκπεμπόμενο από το κυβερνητικό κέντρο σήμα, από τον φόβο ότι άλλη μια φορά θα πέσει θύμα της πολιτικής εκμετάλλευσης στην οποία μας έχουν συνηθίσει οι κυβερνώντες ιδίως στο πεδίο αυτό. Με την εξαίρεση κάποιων δημοσιογράφων –να βάλουμε εισαγωγικά ή όχι;– που σε παγκόσμια πρώτη μίλησαν για δράστες πριν δουν καν το ένταλμα σύλληψης όχι την τελεσίδικη απόφαση.
Η συνηθισμένη δήλωση – πρόφαση «ας περιμένουμε την κρίση της δικαιοσύνης την οποία εμπιστευόμαστε», δεν χρησιμοποιείται τόσο επιτακτικά για τη συγκεκριμένη περίπτωση. Ήταν τόσο αφερέγγυος ο χειρισμός της υπόθεσης μέχρι σήμερα, που θα ακουγόταν σαν τραγική ειρωνεία.
Credits
Δανάη Δαυλοπούλου / Eurokinissi





