Νέα τροπή φαίνεται να παίρνει το Ουκρανικό μετά τα επιτυχημένα ουκρανικά πλήγματα σε στόχους βαθιά μέσα στη ρωσική επικράτεια με μη επανδρωμένα αεροσκάφη. Την περασμένη εβδομάδα ουκρανικά drones έπληξαν στο Όμσκ, 2.500 χλμ από το μέτωπο, ένα διυλιστήριο που επεξεργάζεται περίπου το 10% των πετρελαϊκών προϊόντων της Ρωσίας, αλλά και διυλιστήρια στο Ταταρστάν, το Σαράτοφ και το Βαρονέζ, περίπου 250 χλμ. από τα ουκρανικά σύνορα, με στόχο να ανεβάσουν το οικονομικό και ψυχολογικό κόστος του πολέμου για τη Ρωσία.
Παράλληλα έχει παραχθεί, όπως θεωρούν το Κίεβο και οι σύμμαχοί του, μια μοναδική ευκαιρία αναβάθμισης της Ουκρανίας σε περίπτωση ειρηνευτικών συνομιλιών πριν από τον χειμώνα, οπότε η διαπραγματευτική θέση του Κιέβου προεξοφλείται αισθητά μειωμένη, καθώς τα δίκτυα ηλεκτροδότησης και τηλεθέρμανσης γίνονται στόχος μαζικών ρωσικών επιθέσεων με drones, όταν σε πολλές περιοχές το θερμόμετρο δείχνει έως και μείον 30 βαθμούς Κελσίου.
Σοβαροί σχολιαστές εκτιμούν ότι η συχνότητα και η ακρίβεια των ουκρανικών πληγμάτων έχουν αλλάξει τη δυναμική του πολέμου υπέρ της Ουκρανίας. Απηχούν τις δηλώσεις της προέδρου της Ευρωπαϊκής Επιτροπής στη σύνοδο κορυφής των G7+ στις 17 Ιουνίου, χαρακτηριστικές της πεποίθησης των Βρυξελλών ότι η θέση της Ουκρανίας είναι σαφώς βελτιωμένη, ότι μπορεί να κρατά τη γραμμή του μετώπου και να πλήττει στρατηγικούς στόχους στη ρωσική ενδοχώρα, όταν, αντιθέτως, η ρωσική οικονομία ασφυκτιά υπό την πίεση των κυρώσεων.[1]
Επισημαίνουν, παράλληλα, οι σχολιαστές ότι το ουκρανικό πλεονέκτημα παραμένει εύθραυστο, ότι η ρωσική οικονομία εξακολουθεί να λειτουργεί σε πολεμική βάση, η παραγωγή drones αυξάνεται, οι ρωσικές ένοπλες δυνάμεις προσαρμόζονται άμεσα στις καινοτομίες του αντιπάλου. Σύμφωνα με άρθρο στο τελευταίο τεύχος του διμηνιαίου περιοδικού Foreign Affairs, ανεξάρτητα από την έκβαση του πολέμου η Μόσχα θα έχει σημαντικά μεγαλύτερες ένοπλες δυνάμεις, πιο έμπειρες, πιο σύγχρονες και καλύτερα εξοπλισμένες από ό,τι όταν εισέβαλε στην Ουκρανία.
Και η Ουάσινγκτον;
Υπενθυμίζεται –με κάθε επιφύλαξη για τη μακροημέρευση αυτής της «μεγάλης στροφής του Τραμπ»– η ανάρτηση του αμερικανού προέδρου στο Truth Social τον Σεπτέμβριο ότι δεν θεωρεί πλέον αναπόφευκτη την παραχώρηση ουκρανικών εδαφών στη Ρωσία, αλλά ότι, αντιθέτως, θεωρεί εφικτή την αποκατάσταση της ουκρανικής κυριαρχίας στα προπολεμικά σύνορα, ίσως και την επέκτασή της. Όπως ανέφερε, η στάση του άλλαξε όταν είχε πλήρη εικόνα της στρατιωτικής και οικονομικής κατάστασης της Ουκρανίας –αλλά και της Ρωσίας, την οποία χαρακτήρισε «χάρτινη τίγρη»: Δεν είναι πιθανός εταίρος σε αμοιβαία επωφελείς συμπράξεις, αλλά αντικείμενο οικονομικών πιέσεων που θα την γονατίσουν.
Η μεταστροφή του αμερικανού προέδρου υπέρ της παράτασης του πολέμου και η προσέγγισή του στην άποψη των Βρυξελλών περί ενδυνάμωσης του Κιέβου και αποδυνάμωσης της Μόσχας προκάλεσε ανάμεικτα συναισθήματα στις ευρωπαϊκές ηγεσίες, που είχαν σπρωχτεί στο περιθώριο των επαφών Πούτιν-Τραμπ και τώρα βλέπουν, αφενός, να εκπληρώνεται η επιθυμία τους να διαρραγούν οι σχέσεις Μόσχας-Ουάσινγκτον, αλλά, αφετέρου, συνειδητοποιούν ότι θα κληθούν να καταβάλουν το κόστος, αγοράζοντας οπλικά συστήματα από τις ΗΠΑ επ’ αόριστον.
Επ’ αυτού ο αμερικανός πρεσβευτής στο ΝΑΤΟ, Μάθιου Γουαϊτάκερ, ήταν παραπάνω από σαφής, όταν, σε συνέντευξη τύπου στις 2 Ιουλίου μοίραζε επαίνους στους συμμάχους που δαπανούν το 5% του ΑΕΠ τους για την άμυνα, δηλαδή κυρίως αγοράζοντας αμερικανικά όπλα, και επιπλήξεις σε όσους το πράττουν καθυστερημένα ή πλημμελώς.
Ότι ο στόχος δεν είναι άλλος από τη στήριξη της αμερικανικής οικονομίας εις βάρος μιας Ευρώπης που επιδιώκει τη ανταγωνιστική αναβάθμισή της διεθνώς μεταλλασσόμενη σε «πολεμική οικονομία», έγινε ξεκάθαρο στις 20 Φεβρουαρίου, όταν η κυβέρνηση Τραμπ εκφράστηκε καθαρά κατά της ρήτρας «Buy European», απειλώντας με αντίποινα «εάν οι αμερικανικές εταιρείες αντιμετωπίσουν δυσκολίες στη συμμετοχή τους στους διαγωνισμούς για τον επανεξοπλισμό της Ευρώπης».
Στο ερώτημα ποιος παίζει με τη νοημοσύνη ποιου, την απάντηση έδωσε ο γ.γ. του ΝΑΤΟ. Σε συνέντευξη στους Financial Times προ δύο εβδομάδων, ο Μαρκ Ρούτε αποκάλυψε ότι οι στρατιωτικές παραγγελίες των χωρών της ΕΕ, ύψους 300 δισ. δολαρίων, δίνουν δουλειά σε 195.000 εργαζομένους στην πολεμική βιομηχανία των ΗΠΑ.
Όλα αυτά όταν, σύμφωνα με τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Άμυνας, το 2026 τα κράτη της ΕΕ δαπάνησαν 454 δισ., για να θωρακιστούν έναντι μιας Ρωσίας που φέτος δαπάνησε για την άμυνά της 150 δισ. ευρώ, ήτοι το ένα τρίτο των αντίστοιχων δαπανών της ΕΕ και το ένα δέκατο αυτών του ΝΑΤΟ.
Καλείται τώρα η νοημοσύνη των Ευρωπαίων να αξιολογήσει τα υπονοούμενα –αλλά και τα φοβικά αντανακλαστικά– της Μόσχας πίσω από τις επισημάνσεις του εκπροσώπου του Κρεμλίνου, Ντιμίτρι Πεσκόφ, στο περιοδικό Die Weltwoche στις 7 Ιουλίου:
«Για κάποιους η ιστορία επαναλαμβάνεται. Ορισμένες ευρωπαϊκές ηγεσίες επιδιώκουν ένα είδος αντεκδίκησης (…) Δεν θέλουμε να δούμε να επαναλαμβάνονται καταστάσεις παρόμοιες με εκείνες των μέσων της δεκαετίας του ’30. Και αυτό που βλέπουμε, αυτή η πολεμοποίηση της Ευρώπης και η προσπάθεια να κατασκευάσουν έναν εχθρό στο πρόσωπό μας είναι κάτι που μας ενοχλεί (…) Η Ευρώπη οφείλει, για αποφύγει την κλιμάκωση, να έχει υπόψιν της ότι η Ρωσία δεν αποτελεί κίνδυνο για αυτήν· ότι πρέπει να ακούσει τις αιτιάσεις της Ρωσίας· ότι θα έχει πρόβλημα αν δεν το κάνει· ότι ο διάλογος με τη Ρωσία πρέπει να επανεκκινήσει το ταχύτερο. Οι σχέσεις Μόσχας-Ουάσινγκτον δεν είναι καλές, όμως έχουν την εξυπνάδα να συνεχίσουν να συνομιλούν (…) Για όποιον ξέρει από ιστορία, η Ρωσία δεν έχει ξεκινήσει ποτέ έναν παγκόσμιο πόλεμο, αλλά όποτε εξαπολύθηκε εναντίον μας ανταποκριθήκαμε μέχρι τέλους. Τόσο απλά (…) Το πυρηνικό δόγμα της Μόσχας είναι σαφές: Πυρηνικά όπλα θα χρησιμοποιηθούν μόνο αν απειληθεί η ύπαρξη του ρωσικού κράτους. Μόνο τότε…».
Credits
US Department of States / Flickr
Σημειώσεις:
1. «ΕΕ: Αβέβαια βήματα προς τη στενωπό της αυτοταπείνωσης», Η Εποχή, Σάββατο 20 Ιουνίου 2026.





