Ο Τραμπ υποδέχεται τις σωρούς των στρατιωτών που σκοτώθηκαν στη Μέση Ανατολή, μετά από ιρανική επίθεση.
Αντιμέτωπος με την πιθανότητα εμπλοκής σε έναν γενικευμένο πόλεμο άγνωστης διάρκειας με μια γεωφυσικά δυσπροσπέλαστη χώρα 93 εκατομμυρίων κατοίκων, που, όπως φαίνεται, προετοιμαζόταν επί δεκαετίες για αυτό το ενδεχόμενο, ο Ντόναλντ Τραμπ διακινδυνεύει στο Ιράν όχι μόνο το πολιτικό του μέλλον αλλά και το μέλλον βασικών συνιστωσών της γεωπολιτικής στρατηγικής των ΗΠΑ, με σημαντικότερη το αξιόπιστο της στρατιωτικής ισχύος.
Στις 28 Φεβρουαρίου, πρώτη μέρα του πολέμου, ο αμερικανός πρόεδρος προεξοφλούσε ότι όλα θα έχουν τελειώσει σε «τέσσερις με πέντε εβδομάδες». Δέκα μέρες αργότερα διαβεβαίωνε, μιλώντας στο περιοδικό Time, πως «σχεδόν τελειώσαμε… δεν έχουν μείνει άλλοι στρατιωτικοί στόχοι». Tέσσερις μήνες μετά, τίποτε από αυτά δεν ισχύει.
Στις 16 Ιουνίου δήλωνε βέβαιος πως απέναντί του είχε μια ιρανική ηγεσία από «λογικούς ανθρώπους» με τους οποίους μπορούσε «να συνεννοηθεί», και την επομένη υπέγραφε το μνημόνιο συνεννόησης με την Τεχεράνη, που έθετε τις βάσεις της διαπραγμάτευσης για μια οριστική συμφωνία ειρήνευσης εντός 60 ημερών. Τρεις εβδομάδες αργότερα, η άποψή του για την ηγεσία του Ιράν είχε αλλάξει άρδην: «Είναι καθάρματα», είχε πει. «Άρρωστοι άνθρωποι» με τους οποίους δεν ήθελε κουβέντες. Το μνημόνιο συνεννόησης «έχει τελειώσει», δήλωσε στο περιθώριο της συνόδου του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα στις 7 Ιουλίου.
Και προχώρησε, διατάσσοντας την ίδια μέρα τον βομβαρδισμό 80 ιρανικών στόχων στα Στενά του Ορμούζ και την επαναφορά των κυρώσεων στις εξαγωγές ιρανικού πετρελαίου και φυσικού αερίου, τις οποίες είχε αναστείλει στο πλαίσιο του μνημονίου. Ακολούθησε νέο κύμα βομβαρδισμών την επομένη, αυτή τη φορά εναντίον και κρίσιμων πολιτικών υποδομών όπως η γέφυρα Ακ Ταχέκ Χαν, που συνδέει οδικά το Ιράν με την Κίνα και τη Ρωσία μέσω Τουρκμενιστάν και Καζακστάν.
Αν όλο αυτό είναι μια μέθοδος εξαναγκασμού σε διαπραγμάτευση από μειονεκτική θέση, στην περίπτωση του Ιράν τα αποτελέσματα αμφισβητούν την αξιοπιστία της.
Η Τεχεράνη απάντησε δυναμικά. Μπροστά στον κίνδυνο να απολέσει το διαπραγματευτικό χαρτί που συνιστά ο έλεγχος μιας θαλάσσιας διόδου στρατηγικής σημασίας για την παγκόσμια οικονομία, εξαπέλυσε προειδοποιητικά πυρά εναντίον τεσσάρων πλοίων που προσπαθούσαν να περάσουν τα Στενά ακολουθώντας τη νότια διαδρομή. Την επομένη, από τα 41 πλοία που πέρασαν από τα Στενά τα 39 επέλεξαν τον βόρειο διάδρομο.
Ο Τραμπ έχει δύο επιλογές. Μπορεί να ξεκινήσει, μαζί με το Ισραήλ, μια μαζική πολεμική επιχείρηση. Το επιχείρησε και νωρίτερα, όταν προσπάθησε να κάμψει το Ιράν από αέρος με 39 ημέρες καταιγιστικών βομβαρδισμών, και από τη θάλασσα με τον ναυτικό αποκλεισμό των ιρανικών ακτών. Απέτυχε. Και οδηγήθηκε στο μνημόνιο συνεννόησης. Θα έχει αυτή τη φορά καλύτερη τύχη όταν, επιπλέον, η αναζωπύρωση των εχθροπραξιών έχει ενισχύει στο Ιράν την πτέρυγα των αδιάλλακτων;
Εναλλακτικά μπορεί να επιλέξει τη λύση μιας νέας εκεχειρίας με επίκεντρο το άνοιγμα των Στενών του Ορμούζ. Θεωρητικά έχει κάθε λόγο –όπως και το Ιράν άλλωστε– να επιδιώξει έναν συμβιβασμό με βασικό στοιχείο την από κοινού διαχείριση των Στενών.
Κατά πληροφορίες του Axios την Τρίτη, το Κατάρ, η Αίγυπτος και το Πακιστάν μεταξύ άλλων, έχουν υποβάλει στις ΗΠΑ και το Ιράν πρόταση κατάπαυσης του πυρός δέκα ημερών, ώστε να υπάρξουν συνομιλίες για μια μόνιμη συμφωνία που θα ρυθμίζει τη διέλευση των εμπορικών σκαφών από το Ορμούζ υπό την εποπτεία του ΟΗΕ και συγκεκριμένα του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η κυβέρνηση Τραμπ εξετάζει την πρόταση και έχει συστήσει στο Ισραήλ να αποφύγει ενέργειες που θα μπορούσαν να κλείσουν τη διπλωματική διέξοδο. Προετοιμάζεται, ωστόσο, ταυτόχρονα για την περίπτωση ναυαγίου των συνομιλιών, ενισχύοντας, σύμφωνα με την Washington Post, τις αεροπορικές δυνάμεις των ΗΠΑ στην περιοχή για ενδεχόμενη κλιμάκωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων.
Ούτε οι ΗΠΑ ούτε το Ιράν έχουν, μέχρι στιγμής, απαντήσει επισήμως στην πρόταση. Ο πρόεδρος Τραμπ επιμένει στην άσκηση πίεσης στην Τεχεράνη και στην άποψη οι στρατιωτικές επιχειρήσεις να συνεχιστούν μέχρι νεωτέρας. Αυτό δήλωσε ανωνύμως στο Axios ανώτερος αμερικανός αξιωματούχος.
Άλλοι –μεταξύ των οποίων και επικριτές του πολέμου που υποστηρίζουν ότι ο Τραμπ, παρά τις όποιες τακτικές επιτυχίες, έχει αποτύχει στρατηγικά στο Ιράν– πιστεύουν ότι οι δηλώσεις του των τελευταίων ημερών αποσκοπούν στη δημιουργία κλίματος αβεβαιότητας στην Τεχεράνη εν όψει διαπραγματεύσεων.
Αλλά υπάρχουν και εκείνοι που, σύμφωνα με την Washington Post, υποστηρίζουν ότι η επέκταση των αμερικανικών επιχειρήσεων προσκρούει στο ότι οι ΗΠΑ εξάντλησαν ήδη τον Μάρτιο το 30-50% των αποθεμάτων τους σε πυραύλους Tomahawk και Patriot, κενό που η αναπλήρωσή του θα χρειαστεί χρόνο.
Όπως χρόνος θα απαιτηθεί και για τις χερσαίες επιχειρήσεις, ενδεχόμενο που ο Τραμπ δεν απέκλεισε την περασμένη εβδομάδα. Στρατιωτικοί αναλυτές επισημαίνουν ότι οι ΗΠΑ δεν είναι έτοιμες για μια επιλογή που θα απαιτούσε μια δύναμη 600.000 οπλιτών, για την προετοιμασία της οποίας ο χρόνος είναι αμείλικτα απαιτητικός και απρόβλεπτος, όπως το συνηθίζει ο χρόνος.
Επιβεβαιώθηκε την περασμένη Δευτέρα. Σειρά είχε τώρα η ελεύθερη ναυσιπλοΐα στην άλλη στρατηγικά κρίσιμη θαλάσσια στενωπό της περιοχής, στα στενά Μπαμπ ελ-Μαντέμπ, στην έξοδο της Ερυθράς στον Ινδικό. Οι φιλοϊρανοί Χούθι, που ελέγχουν την πρωτεύουσα και τον στρατό της Υεμένης, προχώρησαν στον ναυτικό αποκλεισμό της Σαουδικής Αραβίας. Βέβαιοι για την αξιοπιστία των πυραυλικών συστοιχιών που έχουν αναπτύξει στις ακτές της Ερυθράς Θάλασσας, χτύπησαν, ξημερώματα της Πέμπτης, δύο σαουδαραβικά πετρελαιοφόρα δεξαμενόπλοια.
Παραμένει αδιευκρίνιστο αν η νέα σειρά στρατιωτικών χτυπημάτων των ΗΠΑ εναντίον του Ιράν την ίδια ώρα συνδέεται με τα παραπάνω. Το βέβαιο είναι ότι αυξάνονται επικίνδυνα οι πιθανότητες κλιμάκωσης και γεωγραφικής επέκτασης της αναμέτρησης, μια πρόκληση που το αξιόπιστο της αμερικανικής πολεμικής ισχύος δεν μπορεί να παραβλέψει αδάπανα. Μόνο η ισχύς του χρόνου δεν έχει όρια.
Credits
The White House / Flickr





