Στιγμιότυπο από το πανεκπαιδευτικό συλλαλητήριο για την υπεράσπιση του άρθρου 16 (31.01.2007)

Δεν χρειαζόταν φαντασία που να οργιάζει ούτε ισχυρότατη δόση πικρόχολης διάθεσης, για να υποθέταμε βάσιμα ότι θα το ζούσαμε κι αυτό: να εγκαταλείπει η ΕΛΑΣ την πάγια και πολύ καλά τεκμηριωμένη, πολιτικά αλλά και με όρους εκπαιδευτικού και γενικότερα κοινωνικού κινήματος, θέση της υπεράσπισης του άρθρου 16 του Συντάγματος και, συναφώς, της κατάργησης του νόμου που το παραβιάζει επιτρέποντας την ίδρυση ΑΕΙ, τα οποία δεν είναι νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, όπως το άρθρο αυτό επιτάσσει. Μ’ έναν τρόπο που αφήνει εκείνο το Α στον τίτλο της να χάσκει σαν ανοιχτό στόμα.

Η πίτα ακέρια, η ιδιωτικοποίηση χορτάτη

Ένα κόμμα δομημένο με βάση το πρόταγμα της «κυβερνώσας αριστεράς» και όχι της αριστερής κυβέρνησης δεν ήταν διόλου απίθανο, μάλλον αναμενόμενο ήταν, να ακολουθήσει τη διάσημη τακτική «και έτσι και γιουβέτσι»: υπερασπιζόμαστε την αρχή που επιβάλλει το άρθρο 16 για τα ΑΕΙ, δεν θα υπερψηφίσουμε την αναθεώρησή του, αλλά δεν θα θίξουμε ούτε τρίχα από τον αντισυνταγματικό νόμο που το παραβιάζει επιτρέποντας την ίδρυση ΑΕΙ ιδιωτικού δικαίου! Διατηρείται έτσι και η πίτα ακέρια, ώστε να επιδεικνύεται σε πρώτη ζήτηση, και ο σκύλος της ιδιωτικοποίησης χορτάτος και ελεύθερος να ιδρύει ιδιωτικά πανεπιστήμια.

Θα τολμούσαμε να πούμε ότι έπρεπε να το περιμένουμε ήδη από τη στιγμή της εξαγγελίας της αορίστου περιεχομένου κατάργησης των πανελλαδικών εξετάσεων, διότι μοιάζει να πηγαίνουν πακέτο. Δεν θα πρέπει να πέσουμε από τα σύννεφα, αν ακούσουμε σε κάποια τηλεπαράθυρα από τους πολυάριθμους και πολυποίκιλους εκπροσώπους και αναπληρωτές εκπροσώπους της ΕΛΑΣ το επιχείρημα ότι τα ιδιωτικά ΑΕΙ θα μείνουν χωρίς δουλειά, χωρίς αντικείμενο, εφόσον θα καταργηθούν οι πανελλαδικές. Όλα να τα περιμένεις από όσους θέλουν να ικανοποιήσουν και τους μεν και τους δε, πείθοντάς τους ότι για τον καθένα ξεχωριστά δουλεύουν.

Το άδικο δίκαιο δεν κινδυνεύει

Εκείνο, πάντως, που έχει πολύ μεγαλύτερη σημασία από το αναμενόμενο τσαλαβούτημα, είναι ο τρόπος με τον οποίο δικαιολογείται πολιτικά και νομικά αυτός ο ηθελημένος αχταρμάς: για να υπάρχει «ασφάλεια δικαίου» είναι το επιχείρημα. Ασφάλεια αδίκου εννοείται, γιατί και νόμιμο να το θεωρήσει κανείς το αντισυνταγματικό τερατούργημα, δίκαιο δεν το λες. Άδικο είναι και οικονομικά, γιατί καταστρατηγεί τη βασική αρχή του δικαίου, την αρχή της ισότητας απέναντι στο νόμο, από τη στιγμή που βασικό στοιχείο της διακριτικής μεταχείρισης γίνεται η οικονομική δυνατότητα. Αλλά και κοινωνικά, γιατί εγκαθιστώντας ένα τέτοιο κριτήριο παρεμποδίζεται η συνέχιση του ρόλου που έπαιζε ιδίως η ανώτατη εκπαίδευση στη διατήρηση της κοινωνικής κινητικότητας και στην άμβλυνση των ανισοτήτων. Το άδικο είναι που εξασφαλίζεται μ’ αυτό τον τρόπο.

Όσο για εκείνο το αφήγημα –παραμύθι το λέγαμε παλιά– της αγαστής συνύπαρξης και των δύο τομέων, δημόσιου και ιδιωτικού, που με βάση τη νεοφιλελεύθερη ιδεοληψία θα ωφελούσε διά του ανταγωνισμού τη βελτίωση των υπηρεσιών και των δύο, η πικρή εμπειρία από την εφαρμογή του στο πεδίο της υγείας θα έπρεπε να έχει πείσει τους πάντες για το αντίθετο. Όχι μόνο γιγαντώνεται ο ιδιωτικός τομέας και καταπίνει ποσοτικά και ποιοτικά τον υποχρηματοδοτούμενο δημόσιο, αλλά και η δημόσια δαπάνη για το συγκεκριμένο πεδίο, που κατευθύνεται στον ιδιωτικό τομέα μέσω του ΕΟΠΥΥ, παραμένει ένα καθόλου ευκαταφρόνητο δώρο στην κερδοφορία του. Υπάρχει αμφιβολία ότι παρόμοια θα συμβούν και στην ανώτατη εκπαίδευση;

Η αδιατάρακτη συνέχεια του κράτους

Αν, λοιπόν, η κατ’ όνομα «ασφάλεια δικαίου» είναι εξασφάλιση της αδικίας και η υπόσχεση ειρηνικής συνύπαρξης δημόσιου και ιδιωτικού τομέα στην ανώτατη εκπαίδευση και στην υγεία είναι ένας αστικός μύθος, τότε τι είναι εκείνο που μας υποχρεώνει να μη θίγουμε τα κακώς κείμενα; Είναι το γεγονός ότι «το κράτος πρέπει να έχει συνέχεια». Κι ας αρμενίζει στραβά, αφού στραβός είν’ ο γιαλός – τι να κάνουμε!

Ειπώθηκε και αυτό ως ενδεικτικό σοβαρότητας! Από τόσα που έχουν γραφτεί για το κράτος, θα πρέπει να έχεις εντυπωσιαστεί κυρίως από τη ρήση «το κράτος (θέλω να) είμαι εγώ», για να ξεστομίσεις τέτοια κοινοτοπία. Αλά μπρατσέτα με την «ασφάλεια δικαίου» αποτελούν ένα ζευγάρι επιχειρηματολογικό, που δηλώνει με πολύ απλό και σαφή τρόπο σε όσους πρέπει να το ακούσουν: μην ανησυχείτε, δεν πρόκειται να αλλάξουμε τίποτε σημαντικό, τίποτε που να προκαλέσει την ενόχλησή σας.

Γιατί αν πρόκειται να εξασφαλιστεί η «συνέχεια του κράτους» και η «ασφάλεια δικαίου/αδίκου», τότε δεν είναι ότι δεν θα επέλθει ποτέ η τρομακτική ρήξη, ή δεν θα πραγματοποιηθεί ποτέ η επανάσταση έναντι της μεταρρύθμισης. Δεν πρόκειται να επιχειρηθούν οι όποιες διαρθρωτικές αλλαγές, οι δομικές μεταρρυθμίσεις. Εκείνες, δηλαδή, οι ώριμες κοινωνικά ανατροπές, που αλλάζουν συσχετισμούς, που δημιουργούν προϋποθέσεις για νέες, ακόμα βαθύτερες, ακόμα καλύτερα προστατευμένες από τα κοινωνικά κινήματα αλλαγές. Ανατροπές που δύσκολα μπορούν να ανατραπούν, όχι γιατί τις προστατεύει η όποια «ασφάλεια δικαίου» ή η «συνέχεια του κράτους», αλλά γιατί τις προφυλάσσει σαν κόρη οφθαλμού ένα ώριμο κοινωνικό κίνημα, ένα ενεργό κοινωνικό σώμα, μια αριστερά με επίγνωση του ρόλου της.

Αυτές είναι που απωθούνται στην επικράτεια του ανέφικτου με το πρόσχημα και τη ρετσινιά ότι αποτελούν ουτοπία, η οποία παρεμποδίζει, τελικά, την αριστερά να ασκήσει το αναφαίρετο δικαίωμά της, να κυβερνήσει κι αυτή. Καταβάλλοντας, έστω, ως τίμημα την υπόσχεση ότι θα γίνει φορέας μιας πολιτικής απελπιστικά μειωμένων προσδοκιών, απελπιστικά μειωμένων προγραμματικών εντάσεων ανάμεσα στους συνεχιστές του κράτους και στους επίδοξους αναμορφωτές της σχέσης του με τις λαϊκές τάξεις και ειδικότερα με τις νέες γενιές των παραγωγών πλούτου και αξιών. Δεν μας προβληματίζει, άραγε, καθόλου η συστηματική καλλιέργεια της έσχατης πεποίθησης ότι νίκη του λαού στις ερχόμενες εκλογές θα ήταν η επικράτηση του «οποιουδήποτε άλλου», που θα είναι «σίγουρα καλύτερος από τον Μητσοτάκη»;

Credits Eurokinissi