Να αλλάξουμε τους συσχετισμούς, όχι τις ιδέες μας

Διανύουμε μια περίοδο βαθιών ανακατατάξεων, κατά την οποία οι μέχρι χθες βεβαιότητες υποχωρούν και οι διεθνείς εξελίξεις αποκτούν ολοένα πιο ανησυχητική κατεύθυνση. Το συντηρητικό ρεύμα ενισχύεται, συχνά στην πιο αυταρχική και σκοτεινή εκδοχή του. Η ελληνική έκφραση αυτής της τάσης συμπυκνώνεται στην επταετία Μητσοτάκη, κατά την οποία εδραιώθηκε ένα ταξικό και αυταρχικό σύστημα εξουσίας, πλήρως προσαρμοσμένο στο νέο διεθνές περιβάλλον.

Μπροστά σε αυτή την κατάσταση, η Αριστερά έχει ένα ιστορικό καθήκον στο οποίο οφείλει να ανταποκριθεί άμεσα. Ο χρόνος δεν είναι ουδέτερος παράγοντας. Τα πολιτικά κενά δεν παραμένουν ακάλυπτα για πολύ και η Ακροδεξιά ετοιμάζεται ξανά να αξιοποιήσει την ανασφάλεια, την απογοήτευση και την οργή. Αυτή τη φορά, μάλιστα, δεν υπάρχει η δικαιολογία ότι δεν γνωρίζαμε.

Εκείνο που κάνει ακόμη πιο επιτακτική την ανασύνθεση των δυνάμεων της Αριστεράς, είναι η πρωτοφανής υποχώρηση των προοδευτικών αξιών. Η αύξηση της πολιτικής ισχύος της Δεξιάς δεν αποτυπώνεται μόνο στις εκλογικές της νίκες. Συνδέεται με την αποδοχή των ιδεών της από κόμματα του προοδευτικού χώρου και με τον αυτοπεριορισμό τους μέσα στα όρια που η ίδια έχει θέσει. Ακόμη και όταν αυτή η προσαρμογή παρουσιάζεται ως τακτική ευελιξία, ώστε να προσεγγιστούν ευρύτερα ακροατήρια ή να αποδειχθεί η λεγόμενη «κυβερνησιμότητα», στην πραγματικότητα παραδίδει στη Δεξιά τον αναγκαίο πολιτικό χώρο της Αριστεράς.

Το ζήτημα των ιδιωτικών πανεπιστημίων είναι χαρακτηριστικό. Σήμερα, όποιος ζητά την κατάργηση του αντισυνταγματικού νόμου Πιερρακάκη, κινδυνεύει να χαρακτηριστεί «αριστεριστής». Και μάλιστα από ανθρώπους του προοδευτικού χώρου, οι οποίοι επικαλούνται τη μη διατάραξη της «ασφάλειας δικαίου», μετατρέποντας μια πολιτική υποχώρηση σε δήθεν θεσμική υπευθυνότητα. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, οι συσχετισμοί δεν αλλάζουν. Απλώς παγιώνονται και το πεδίο της πολιτικής αντιπαράθεσης μετατοπίζεται ακόμη περισσότερο προς τα δεξιά.

Την ίδια στιγμή, η Αριστερά πρέπει να υπερβεί την κρίση αξιοπιστίας, που την έχει αποκόψει από τα κοινωνικά της ακροατήρια και της έχει στερήσει τη δυνατότητα να εμπνέει και να κινητοποιεί. Γι’ αυτό χρειάζεται και μια ηθική επαναθεμελίωση, η οποία θα θέτει όρια στις προσωπικές στρατηγικές, στον παραγοντισμό και στις μεταβολές πολιτικών θέσεων από τη μία ημέρα στην άλλη. Η κοινωνία έχει μνήμη και το ίδιο πρέπει να ισχύει και για τα πολιτικά υποκείμενα, εάν θέλουν να πορευτούν με συνέπεια και αξιοπρέπεια.

Χρειαζόμαστε μια Αριστερά με αυτοπεποίθηση για τις ιδέες της, όχι την αναζήτηση ενός ακόμη δεξιόστροφου «μέσου όρου».

Ο διάλογος, η κοινή δράση και η ενότητα των δυνάμεων της Αριστεράς αποτελούν τον μόνο δρόμο που μπορεί να δημιουργήσει προοπτική. Η ελληνική Αριστερά έχει ήδη μια σημαντική σχετική εμπειρία. Στις αρχές της δεκαετίας του 2000, η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού είχε αφήσει πίσω της στρατηγική αμηχανία, ενώ ο «Τρίτος Δρόμος» επηρέαζε όχι μόνο τη σοσιαλδημοκρατία, αλλά και τμήματα της Αριστεράς που συναντιούνταν με τον κυβερνητισμό. Η απάντηση ήταν η δημιουργία πρωτοβουλιών κοινής δράσης ανάμεσα στις δυνάμεις της Αριστεράς, της πολιτικής οικολογίας και των κινημάτων. Η διαδικασία δεν ήταν ούτε εύκολη ούτε αυτονόητη. Γέννησε, όμως, ένα κύμα ριζοσπαστικοποίησης, συλλογικής έμπνευσης και κινητοποίησης, που άφησε βαθιά τη σφραγίδα του στην κοινωνική και πολιτική ζωή.

Το εντυπωσιακό με τη ελληνική Αριστερά σήμερα είναι ότι θεωρεί πιο εύκολο και πιο λογικό να εμπνέεται από παραδείγματα ριζοσπαστισμού στο εξωτερικό (καλή ώρα από τον Μαμντάνι), αλλά να ξεχνάει και να αποκόπτεται από τη δικιά της σπουδαία εμπειρία που μετασχημάτισε άτομα, συλλογικότητες και κοινωνικές συνειδήσεις.

Η ίδια η κοινωνική πραγματικότητα ορίζει τις πολιτικές αιχμές μιας κοινής δράσης που πρέπει να συγκρουστεί όχι μόνο με το κυβερνητικό αφήγημα, αλλά με το κυρίαρχο μοντέλο. Για την εργασία απαιτούνται αυξήσεις στους πραγματικούς μισθούς, συλλογικές συμβάσεις, μείωση του χρόνου εργασίας χωρίς μείωση των αποδοχών και ενίσχυση της Επιθεώρησης Εργασίας. Απέναντι στην ακρίβεια χρειάζονται πλαφόν στις τιμές βασικών προϊόντων, μείωση των έμμεσων φόρων και σύγκρουση με τα καρτέλ. Στην ενέργεια, κατάργηση του Χρηματιστηρίου Ενέργειας, αποσύνδεση της τιμής του ρεύματος από το φυσικό αέριο και επανακρατικοποίηση της ΔΕΗ.

Η φορολογική δικαιοσύνη απαιτεί υψηλότερη φορολόγηση μερισμάτων, κερδών και μεγάλου πλούτου και κατάργηση των προνομιακών φοροαπαλλαγών. Για τη στέγη χρειάζονται πλαφόν στα ενοίκια, κοινωνική κατοικία, αυστηρή ρύθμιση της Airbnb και κατάργηση της Golden Visa. Η περιβαλλοντική προστασία επιβάλλει απαγόρευση των εξορύξεων υδρογονανθράκων και δίκαιη ενεργειακή μετάβαση. Παράλληλα, απαιτούνται πάγωμα νέων εξοπλισμών, καμία εμπλοκή στους πολέμους της περιοχής και ακύρωση της στρατηγικής συμμαχίας με το Ισραήλ.

Αυτές οι αιχμές μπορούν να συγκροτήσουν ένα πλειοψηφικό σχέδιο κοινωνικής ασφάλειας, ειρήνης και δημοκρατικού μετασχηματισμού. Να θέσουν τις βάσεις για ένα άλλο μοντέλο πολιτικής, που θα διεκδικεί τη λαϊκή κυριαρχία, την κοινωνική δικαιοσύνη και τον δημοκρατικό έλεγχο.

Σε αυτόν τον δρόμο θα κινηθεί η Νέα Αριστερά το επόμενο διάστημα.