Ντάλια δε λα Σέρδα: «Το βιβλίο μου είναι μια κραυγή το χάραμα, ένα ουρλιαχτό»


Η μεξικανή συγγραφέας Ντάλια δε λα Σέρδα βρέθηκε πρόσφατα στη χώρα μας συμμετέχοντας σε δύο εκδηλώσεις, όπου μίλησε για τις ηρωίδες του βιβλίου της, την έμφυλη βία, τον ρατσισμό, τις ταξικές διαφορές και συγκρούσεις και την ανάγκη ενός διαθεματικού φεμινισμού.
Στο βιβλίο της
Αδέσποτες σκύλες (μτφρ. Ασπασία Καμπύλη, εκδόσεις Carnívora, 2025), μέσα από μια σειρά αλληλένδετων ιστοριών βίας κατά γυναικών, αποτυπώνει την ωμή πραγματικότητα των κακοποιητικών σχέσεων και τις καταστροφικές συνέπειες της πατριαρχικής καταπίεσης. Η αφήγηση, απαλλαγμένη από περιττούς συναισθηματισμούς, εστιάζει στον τρόπο με τον οποίο η έμφυλη βία σημαδεύει ανεξίτηλα το σώμα και τον ψυχισμό των θυμάτων, εγκλωβίζοντάς τα συχνά σε μοιραία αδιέξοδα. Στο επίκεντρο του έργου βρίσκονται γυναίκες που έχασαν τη ζωή τους, αλλά και εκείνες που επέλεξαν να αντισταθούν και να θυσιάσουν τα πάντα προκειμένου να επιβιώσουν απέναντι στα στερεότυπα και στους κανόνες της αντρικής κυριαρχίας (βλ. Εποχή, 5/12/2025).
Στη συζήτηση, που πραγματοποιήθηκε στη Δημοτική Αγορά Κυψέλης, σχολίασε αυτό που η Βιρτζίνια Γουλφ αναφέρει για το «δικό της δωμάτιο», λέγοντας πως η ίδια, λόγω των συνθηκών, αναγκάζεται να γράφει παντού, στον δρόμο, στην τουαλέτα, οπουδήποτε, ακόμα και εν μέσω του χάους. Για τον λόγο αυτόν δεν μπόρεσε να ταυτιστεί με αυτό το δωμάτιο που περιγράφει η Βιρτζίνια Γουλφ.

Στο κείμενό της Μονστρουόσα, που κυκλοφόρησε σε φανζίν στο πλαίσιο της εκδήλωσης, η Ντάλια δε λα Σέρδα μιλά για τη βία που έχει δεχτεί, για το πώς διαχειρίζεται αυτά τα βιώματα και από πού αντλεί δύναμη. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, «μένω ζωντανή όχι από ηρωισμό, αλλά από τρυφερότητα. Και από λύσσα».

Με αφορμή την επίσκεψή της μας μίλησε τόσο για τη συγγραφική της δουλειά όσο και για την ακτιβιστική της δράση. Ευχαριστούμε τις εκδόσεις Carnívora για τη βοήθειά τους.

Στις ιστορίες που αφηγείστε δίνετε φωνή σε γυναίκες που παραμένουν αόρατες στην κοινωνία. Τι σας ενδιαφέρει περισσότερο: η ιστορία τους ή η σιωπή που τις περιβάλλει;

Με ενδιαφέρει αναμφίβολα περισσότερο η ιστορία τους, επειδή η σιωπή περιβάλλει εμάς τις γυναίκες μια ζωή. Μας έχουν επιβάλει σιωπή σκόπιμα στην τέχνη, στη λογοτεχνία και στη μουσική· γίνεται προσπάθεια να μας φιμώσουν σε κάθε τομέα. Το βιβλίο μου καταγγέλλει ακριβώς αυτή τη σιωπή, αλλά –πέρα από ένα βιβλίο για τη σιωπή που μας περιβάλλει– αποτελεί μια κραυγή το χάραμα, ένα ουρλιαχτό. Εστιάζει στη ζωή των γυναικών, στον θόρυβο που μπορούμε να κάνουμε.


Οι ηρωίδες σας δεν ακολουθούν την ενδεδειγμένη αποδεκτή συμπεριφορά που θέλει τις γυναίκες πειθήνιες. Αντιθέτως, είναι θυμωμένες, βίαιες, εκδικητικές, απρόβλεπτες. Ήταν ένας τρόπος να διεκδικήσετε για τις γυναίκες το δικαίωμα να είναι και αντιηρωίδες;
Απολύτως. Θεωρώ τον εαυτό μου αντιηρωίδα, ένα άτομο ηθικά γκρίζο και «κακό» θύμα. Το βιβλίο μου αποτελεί δικαίωση για τα «κακά» κορίτσια, τα κορίτσια που φλέγονται, τα «κακά» θύματα και τις γυναίκες που δεν ταιριάζουν στο στερεότυπο της καλοσύνης – διότι αυτά τα στερεότυπα μας βλάπτουν. Όταν μια γυναίκα πέφτει θύμα βίας, η ζωή της μπαίνει στο μικροσκόπιο για να κριθεί αν αξίζει ή όχι δικαιοσύνη· αν προκύψει έστω και η παραμικρή ένδειξη ότι δεν είναι το «τέλειο θύμα», είναι πιθανό να μην έχει πρόσβαση ούτε στην αλήθεια, ούτε στη δικαιοσύνη, ούτε στην αποκατάσταση. Κι όμως, όλες οι γυναίκες αξίζουν την αλήθεια, τη δικαιοσύνη και την αποκατάσταση, ακόμα κι αν είμαστε «κακά» κορίτσια.


Μπορεί μια γυναίκα να γίνει βίαιη χωρίς να χάσει τη θέση της ως θύμα της πατριαρχίας; Ή μήπως η βία αλλάζει αναγκαστικά τον τρόπο με τον οποίο την κρίνουμε;

Πρόκειται περισσότερο για διαλεκτική σχέση παρά για διχοτομία: εμείς οι γυναίκες μπορεί να είμαστε ταυτόχρονα θύματα και θύτες. Αυτό είναι γεγονός. Υπήρξαν γυναίκες που, ενώ υφίσταντο έμφυλη βία από τους συζύγους τους –αυτό που ονομάζουμε ενδοοικογενειακή βία–, ασκούσαν την ίδια βία σε βάρος των δούλων ή των υπηρετριών τους: γυναικών μαύρων ή γυναικών που ζούσαν σε καθεστώς εργασιακής επισφάλειας. Μπορούμε να είμαστε την ίδια στιγμή θύματα και θύτες.
Και ναι, η βία επηρεάζει τον τρόπο που μας κρίνουν. Τις γυναίκες που υπερασπιζόμαστε τον εαυτό μας, που είμαστε εκδικητικές, που δεν σιωπούμε όταν κάποιος μας αδικεί μας θεωρούν αλαζονικές, κακές ή μοχθηρές. Ιστορικά, οι γυναίκες που ξεφεύγουν από τον ρόλο της υποτακτικότητας έχουν υποστεί «εξανδραποδισμό» –έχουν υποβιβαστεί στο επίπεδο του κτήνους–, έχουν καεί στην πυρά και έχουν χαρακτηριστεί ψυχικά ασθενείς. Το βιώνω αυτό καθημερινά. Είμαι καβγατζού: αν τα βάλεις μαζί μου, δεν θα τολμήσεις να το ξανακάνεις ποτέ στη ζωή σου. Και έχω πληρώσει το τίμημα, διότι αντί να με βλέπουν ως θύμα που υπερασπίζεται τον εαυτό του, οι άνθρωποι με βλέπουν ως ένα κακό, επικίνδυνο άτομο· φτάνουν μάλιστα στο σημείο να μου αποδίδουν ψυχιατρικές διαταραχές και να με αποκαλούν κοινωνιοπαθή.

Στο βιβλίο η βία δεν έρχεται πάντα ως επακόλουθη αντίδραση σε ένα γεγονός. Βρίσκεται μέσα στην οικογένεια, στις σχέσεις, στην καθημερινότητα. Πιστεύετε ότι η συνεχής έκθεση στη βία την καθιστά τόσο συνηθισμένη ώστε να μην την αναγνωρίζουμε;

Όλοι οι άνθρωποι έχουν υπάρξει βίαιοι κάποια στιγμή και όλοι έχουμε βιώσει βία. Η βία αποτελεί μέρος της καθημερινότητάς μας – όχι επειδή την έχουμε κανονικοποιήσει, αλλά επειδή διαθέτουμε την ικανότητα να την ασκήσουμε. Είναι επίσης αλήθεια ότι συχνά συγχέουμε τη βία με τη σύγκρουση. Η σύγκρουση αποτελεί κομμάτι της καθημερινής ζωής· μεγάλο μέρος όσων συμβαίνουν στις διαπροσωπικές και οικογενειακές μας σχέσεις είναι συγκρούσεις, όχι βία. Υπάρχουν διάφοροι τρόποι διαχείρισής τους: η μη βίαιη επίλυση ή η βία. Ωστόσο, η βία μπορεί πράγματι να εκδηλωθεί οπουδήποτε: στην οικογένεια, στο σχολείο, καθώς και σε εργασιακά ή ακαδημαϊκά περιβάλλοντα. Κυριολεκτικά παντού. Αντί να περιορίζομαι σε μια απλή συζήτηση για τη βία, ενδιαφέρομαι να αναλύσω τα φαινόμενα που κρύβονται πίσω από τη βίαιη συμπεριφορά: τις κοινωνικές δομές, τις μορφές διαρθρωτικής βίας, καθώς και τα πλαίσια και τις διαδρομές ζωής που οδηγούν κάποιον είτε να ασκήσει είτε να βιώσει βία.

Δεν ανήκουν όλες οι γυναίκες σας στην ίδια κοινωνική τάξη. Μπορούμε πράγματι να μιλάμε για τη «γυναικεία εμπειρία» χωρίς να μιλάμε ταυτόχρονα για την τάξη, τη φυλή και τον κοινωνικό αποκλεισμό;

Είναι αδύνατον να μιλήσουμε για τη γυναικεία εμπειρία χωρίς να λάβουμε υπόψη την κοινωνική τάξη, τη φυλή, τον σεξουαλικό προσανατολισμό, την ταυτότητα φύλου, ακόμα και το αν είσαι νευροτυπική ή νευροαποκλίνουσα, αν έχεις αναπηρία ή όχι. Δεν πιστεύω ότι η πατριαρχία αποτελεί το μοναδικό σύστημα καταπίεσης· πιστεύω ότι υπάρχει ένα πλέγμα μορφών καταπίεσης. Συχνά τα κύρια ζητήματα που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες δεν διαμορφώνονται από το σύστημα φύλου-κοινωνικού φύλου, αλλά μάλλον από τον ρατσισμό, τις ταξικές διακρίσεις, την επισιτιστική ανασφάλεια και την υπεράσπιση των πατρογονικών εδαφών τους. Αυτά είναι, επίσης, γυναικεία ζητήματα.


Υπάρχει πολύ χιούμορ μέσα στις πιο σκοτεινές ιστορίες. Είναι το χιούμορ ένας τρόπος να αντέξει κανείς τη βία, ένας τρόπος να την αποδομήσει και να την αποδυναμώσει;

Είναι χαρακτηριστικό της προσωπικότητάς μου. Διαθέτω μαύρο χιούμορ, το οποίο νομίζω ότι συνδέεται με την οριακή διαταραχή προσωπικότητας από την οποία πάσχω: γελάω με τις δικές μου ατυχίες, κάνω πολλά αστεία για τα τραύματά μου και συχνά αυτοσαρκάζομαι για τα ζητήματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζω. Αυτό οφείλεται επίσης στο γεγονός ότι, σε γενικές γραμμές, έτσι είμαστε εμείς στο Μεξικό, λέμε συχνά «ζήτω η ατυχία μου», καθώς συνηθίζουμε να διακωμωδούμε τόσο τις δικές μας ατυχίες όσο και των άλλων. Μετατρέπουμε τα πάντα σε meme ή σε αστείο. Δεν διστάζουμε να είμαστε πολιτικά ανορθόδοξοι και δεν παίρνουμε την τραγωδία υπερβολικά στα σοβαρά· αν και δείχνουμε βαθιά αλληλεγγύη όταν ερχόμαστε αντιμέτωποι με τις τραγωδίες των άλλων, ταυτόχρονα τις αντιμετωπίζουμε με αρκετό χιούμορ.
Αποτελεί όμως και αφηγηματική τεχνική. Η αφήγηση που περιορίζεται μόνο στον τρόμο ή μόνο στη βία καταλήγει να κουράζει τους αναγνώστες. Προτιμώ ένα συναισθηματικό ρόλερ κόστερ: τη μετάβαση από τον τρόμο στο γέλιο, από το γέλιο στα δάκρυα, από τα δάκρυα στον στοχασμό, από τον στοχασμό στη συγκίνηση, από τη συγκίνηση στην αγανάκτηση και στην οργή και, από εκεί, πάλι πίσω στο γέλιο.


Η γλώσσα σας είναι άμεση, προφορική, ωμή ίσως για να δώσετε ρεαλιστικό στοιχείο στις ηρωίδες σας. Πιστεύετε ότι στη λογοτεχνία λείπει αυτή η απεικόνιση των γυναικείων χαρακτήρων;
Περισσότερο από το να εστιάσω απλώς σε γυναικείους χαρακτήρες που μιλούν φωνακλάδικα, είναι βρομόστομες ή κακότροπες, ήθελα το βιβλίο μου να αντικατοπτρίζει την καθομιλουμένη και τις προφορικές παραδόσεις του Μεξικού – καθώς και τον γλωσσικό του πλούτο, ιδίως αυτόν της εργατικής τάξης. Ήθελα επίσης το βιβλίο να είναι προσιτό σε όλους –κάτι που θα μπορούσε να διαβάσει ο καθένας– διότι, κατά τη γνώμη μου, η λογοτεχνία δεν πρέπει να αποτελεί πολυτέλεια. Η ικανότητα ανάγνωσης και κατανόησης ενός βιβλίου δεν θα έπρεπε να εξαρτάται από τα γνωστικά προνόμια ή τη μαθησιακή πορεία του καθενός. Αυτή είναι η συνεισφορά μου στον κόσμο: να καθιστώ τα βιβλία μου προσιτά σε όλους και να εκδημοκρατίζω την πρόσβαση στην ανάγνωση, στην κατανόηση και στην απόλαυση ενός βιβλίου.


Ο τίτλος Αδέσποτες σκύλες είναι προκλητικός. Τόσο η φράση όσο και η λέξη «σκύλα» χρησιμοποιούνται για να υποτιμηθεί μια γυναίκα, ενώ εσείς επιλέγετε να τον οικειοποιηθούν οι ίδιες οι γυναίκες. Πρόκειται για μια αποδοχή και αντιστροφή της έννοιας;

Ναι, πρόκειται για την ισχυρή επανοικειοποίηση της προσβολής. Στο Μεξικό η λέξη «perra» (σκύλα) χρησιμοποιείται για να υποτιμήσει τις γυναίκες – για να μας χαρακτηρίσει ακόλαστες, κακές ή πανούργες. Το γεγονός ότι οι χαρακτήρες μου υιοθετούν αυτόν τον όρο τού αφαιρεί τη συγκεκριμένη δύναμη. Το ίδιο κάνω και στην προσωπική μου ζωή: επανοικειοποιούμαι τους χαρακτηρισμούς «τρελή», «τέρας» και «verguera». Η λέξη «verguera» ανήκει στη μεξικανική αργκό και μεταφράζεται δύσκολα· περιγράφει ένα άτομο που προκαλεί μπελάδες, αλλά με πολύ συγκεκριμένο τρόπο: κάποιον που κλιμακώνει τις συγκρούσεις στα άκρα – αδιαφορώντας για τις συνέπειες, και μάλιστα με τον πιο βίαιο, δυνατό τρόπο.

Οι ηρωίδες σας γνωρίζουν πολύ καλά τους κανόνες ενός ανδροκρατούμενου κόσμου και συχνά τους χρησιμοποιούν εναντίον του. Είναι αυτό χειραφέτηση ή ένας διαφορετικός τρόπος να «παίξεις» με τους κανόνες της πατριαρχίας;
Όλα συνοψίζονται σε δύο πράγματα. Από τη μία, σε μια μορφή χειραφέτησης. Από την άλλη, στην ανατροπή των ρόλων: συχνά μπορούμε να ανταποδώσουμε την προσβολή σε εκείνους που μας αδικούν, και μάλιστα με τους ίδιους ακριβώς τρόπους που εκείνοι μας αδικούν.

Η βία απέναντι στις γυναίκες έχει γίνει πλέον ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα θέματα της σύγχρονης λογοτεχνίας και τα βιβλία των γυναικών συγγραφέων χαρακτηρίζονται αμέσως «φεμινιστικά». Θεωρείτε ότι αυτό είναι μια χρήσιμη πολιτική ανάγνωση ή γίνεται ένας ακόμη τρόπος κατηγοριοποίησής τους σε «γυναικεία» λογοτεχνία, άρα ένα είδος περιορισμού τους;

Ειλικρινά, δεν με ενδιαφέρει ιδιαίτερα αυτή η συζήτηση. Πιστεύω ότι ανήκει στον κόσμο των εκδόσεων – στο μάρκετινγκ, στην τοποθέτηση στην αγορά και στις εκδοτικές τάσεις, όπως συνέβη κάποτε με το «λατινοαμερικανικό μπουμ». Ως συγγραφέα αυτό που με ενδιαφέρει είναι να συνδεθώ με τις γυναίκες αναγνώστριες – να δουν τον εαυτό τους να καθρεφτίζεται όχι μόνο στην κοινή εμπειρία της βίας, αλλά και στη γυναικεία οργή. Πιστεύω ότι ο λόγος που το βιβλίο μου γνώρισε τέτοια επιτυχία είναι πως μας ενώνει η γυναικεία οργή, ανεξάρτητα από την όποια ταμπέλα μάρκετινγκ θα ήθελαν να του προσδώσουν για να το κατατάξουν σε κάποια κατηγορία.

Οι ιστορίες των ηρωίδων σας συνδέονται δημιουργώντας ένα ενιαίο σύνολο. Απηχεί η σύνδεση αυτή το κοινό γυναικείο βίωμα σε μια πατριαρχική κοινωνία;
Αυτή ήταν, πάνω απ’ όλα, μια συνειδητή επιλογή τεχνικής για να αποκτήσει το βιβλίο συνοχή. Ξεκίνησε ως συλλογή διηγημάτων, αν και μπορεί να διαβαστεί και ως πολυφωνικό μυθιστόρημα. Οι συλλογές διηγημάτων συχνά δεν έχουν τύχη στον εκδοτικό χώρο επειδή θεωρείται ότι στερούνται συνοχή: η πρώτη ιστορία μπορεί να είναι εξαιρετική, ενώ η επόμενη απαράδεκτη, ή η μία μπορεί να είναι τρόμου και η επόμενη αισθηματική. Αυτό δημιουργεί στους αναγνώστες ένα αίσθημα αβεβαιότητας ή άγχους· έχω ακούσει πολλούς να λένε ότι δεν διαβάζουν διηγήματα επειδή δεν ξέρουν τι να περιμένουν – προτιμούν μια συγκεκριμένη πλοκή. Γι’ αυτό επιδιώκω την ενότητα στα βιβλία μου, στοχεύοντας σε ένα διακριτικό συνεκτικό στοιχείο που διατρέχει το έργο: τη δημιουργία ενός συγκεκριμένου, άρτια δομημένου αφηγηματικού σύμπαντος. Αυτό πια είναι δική μου υπόθεση: να δείξω την τέχνη μου.

Είστε συνιδρύτρια της φεμινιστικής οργάνωσης Morras Help Morras. Θα θέλατε να μας μιλήσετε για το έργο της οργάνωσης και πώς συνδυάζετε τον ακτιβισμό με τη συγγραφή; Επηρεάζει η μια ιδιότητα την άλλη;

Η συλλογικότητα Morras Help Morras παρέχει υποστήριξη στις αμβλώσεις από το 2012 περίπου – και ως νομίμως συγκροτημένη συλλογικότητα από το 2016. Ξεκινήσαμε προσφέροντας καθοδήγηση, πληροφόρηση, παρακολούθηση και βοήθεια για την απόκτηση φαρμακευτικής αγωγής, ώστε οι γυναίκες και τα άτομα με δυνατότητα εγκυμοσύνης να έχουν πρόσβαση σε ασφαλείς, αυτοδιαχειριζόμενες και αυτόνομες αμβλώσεις στο σπίτι – πολύ πριν από την αποποινικοποίηση. Και παρόλο που η άμβλωση είναι πλέον νόμιμη σε πολλές πολιτείες, ουκ ολίγες γυναίκες προτιμούν ακόμη να πραγματοποιούν την άμβλωσή τους μέσω ημών αντί μέσω των δημόσιων υπηρεσιών υγείας, επειδή έτσι μπορούν να το κάνουν κρυφά – μακριά από τις οικογένειες, τους συζύγους, τους συντρόφους και τον υπόλοιπο κόσμο.
Δεν διστάζω να το πω: για μεγάλο χρονικό διάστημα κινούμασταν στα όρια της νομιμότητας, βασιζόμενες στο δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης. Και σίγουρα προσπάθησαν να μας ποινικοποιήσουν. Οργανώσεις κατά των δικαιωμάτων μάς κατάγγελλαν, αλλά δεν ήμασταν εμείς που κάναμε τις αμβλώσεις· βοηθούσαμε κάποια άλλη γυναίκα που είχε προχωρήσει σε αυτή τη διαδικασία. Και πού βρισκόταν εκείνη η γυναίκα; Δεν κατάφεραν ποτέ να την εντοπίσουν. Αργότερα μας κατηγόρησαν για υποκίνηση σε τέλεση αξιόποινης πράξης, διακίνηση φαρμάκων και αντιποίηση επαγγέλματος. Καμία από αυτές τις κατηγορίες δεν τελεσφόρησε. Δεν κατάφεραν ποτέ να μας ποινικοποιήσουν, αν και σίγουρα προσπάθησαν.
Λειτουργούμε μέσω WhatsApp και μοιραζόμαστε πληροφορίες ελεύθερα: δεν θέτουμε προϋποθέσεις για την παροχή βοήθειας ούτε χρεώνουμε γι’ αυτή – με εξαίρεση τη φαρμακευτική αγωγή, η οποία παρέχεται σε τιμή αλληλεγγύης. Προχωρούμε σε στρατηγικές νομικές παρεμβάσεις για την προώθηση νομοθεσίας που αποποινικοποιεί την άμβλωση και διασφαλίζει την αξιοπρεπή μεταχείριση, ενώ παράλληλα εργαζόμαστε για την αλλαγή των αφηγημάτων που παρουσιάζουν την άμβλωση μέσα από το πρίσμα της θυματοποίησης και του στίγματος – όπως η αντίληψη ότι αποτελεί έσχατη λύση ή μια φρικτή εμπειρία. Αντιμετωπίζουμε επίσης το ζήτημα των φονταμενταλισμών –όχι μόνο των θρησκευτικών, αλλά και εκείνων που εντοπίζονται στο εσωτερικό κοινωνικών κινημάτων– με περιεχόμενο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης που αμφισβητούν τον «μικρό φασίστα» που όλοι κρύβουμε μέσα μας. Είμαστε μια συλλογικότητα αντιρατσιστική, αντιταξική και συμπεριληπτική ως προς τα τρανς άτομα, αφοσιωμένη σε αυτές τις αρχές μέχρι τέλους.
Πώς επηρεάζει αυτό το λογοτεχνικό μου έργο; Η απάντηση σε μηνύματα από άτομα που προχωρούν σε άμβλωση –σε εικοσιτετράωρη βάση, καθώς δεν κάνω ποτέ διάλειμμα– αποσπά χρόνο από τη συγγραφή μου, και οφείλω να εξισορροπώ αυτή τη δραστηριότητα με την καθημερινότητά μου. Πώς συμβάλλει, όμως, σε αυτό; Οι ιστορίες των γυναικών που κάνουν άμβλωση προσφέρουν πλούσιο λογοτεχνικό υλικό – όχι λόγω της ίδιας της διαδικασίας της άμβλωσης (αν και η συζήτηση για την άμβλωση χωρίς το βάρος του στίγματος αποτελεί μία από τις θεματικές μου), αλλά λόγω του πλαισίου που τις περιβάλλει. Ωστόσο, ζητώ πάντα άδεια και προσφέρω αμοιβή για να μοιραστώ τις ιστορίες τους, επιστρατεύοντας παράλληλα την απαραίτητη ποιητική άδεια ώστε να διασφαλίσω ότι καμία δεν μπορεί να ταυτοποιηθεί. Κάποιες φορές παραχωρούν τα δικαιώματα και κάποιες όχι. Αν δεν μου επιτραπεί να αφηγηθώ την ιστορία, τότε αυτή δεν λέγεται, διότι δεν μου ανήκει. Πάνω απ’ όλα, τηρώ τη συγγραφική μου δεοντολογία.

 Φωτό: El Pais_Mexico