Νίκος Φούφας, «Η κριτική της θετικότητας στο νεανικό έργο τού Χέγκελ», εκδόσεις Ήτορ, 2025
Το τιτάνιο έργο του Χέγκελ δεσπόζει σε όλον τον εικοστό αιώνα· και, δεν χρειάζεται να το πω, οι απόπειρες ερμηνείας του συνιστούν από μόνες τους ένα τεράστιο κεφάλαιο στην ιστορία της φιλοσοφίας. Ολόκληρο το έργο του Μαρξ και η μαρξική κληρονομιά, άλλωστε, μπορεί να διαβαστεί ως μέρος αυτού του ερμηνευτικού εγχειρήματος. Κι ένας παράγοντας που υποκινεί μια τέτοια ερμηνευτική περιπέτεια είναι ασφαλώς η ανοικονόμητη αμφισημία που μαστίζει το εγελιανό έργο.
Ο πρώιμος Χέγκελ
Και, κατ’ αρχήν, δεν υπάρχει «ένας» Χέγκελ. Η διάκριση ανάμεσα σε «πρώιμο» και «ύστερο» Χέγκελ έχει καθιερωθεί τουλάχιστον από το 1907, όταν ήρθαν στο φως τα ανέκδοτα νεανικά γραπτά του φιλοσόφου από τα χρόνια της μαθητείας του, περίπου δηλαδή την τελευταία δεκαετία του δέκατου όγδοου αιώνα. Από τα γραπτά αυτά αναδύεται ένα ριζοσπαστικό, εικονοκλαστικό πνεύμα, πολύ διαφορετικό από τον «απολογητή του πρωσικού κράτους», όπως έχουμε μάθει να διαβάζουμε τον Χέγκελ της ώριμης περιόδου, δηλαδή της δεκαετίας του 1820 στο Βερολίνο και του Συστήματος της «Εγκυκλοπαίδειας». Αυτός ο νεαρός Χέγκελ, παραδόξως, βρίσκεται πολύ πιο κοντά στις ιδέες των κριτικών τού συστήματός του, στη δεκαετία του 1840, που ονομάζουμε «αριστερούς εγελιανούς» (του Φώυερμπαχ, του ίδιου τού Μαρξ και άλλων). Δικαιολογημένα, λοιπόν, τα γραπτά αυτά έχουν επισύρει το ενδιαφέρον μιας πλειάδας ερευνητών κι έχει ήδη σχηματιστεί ένα αξιόλογο σώμα μελετών πάνω στον «νεαρό Χέγκελ».[1]
Το βιβλίο του Νίκου Φούφα, Η κριτική της θετικότητας στο νεανικό έργο τού Χέγκελ ανήκει σε αυτή τη φιλολογία. Είναι τμήμα της διδακτορικής διατριβής που υπέβαλε το 2015 στο Τμήμα Φιλοσοφίας του Πανεπιστημίου της Ναντέρ (Paris-X) με τίτλο “Le concept d’ aliénation de Rousseau à Marx: continuités et métamorphoses” (και το 2018 κυκλοφόρησε αυτοτελώς στα γαλλικά από τις εκδόσεις L’ Harmattan). Νέος ερευνητής στα πρώτα βήματα της ακαδημαϊκής του σταδιοδρομίας, ο Νίκος Φούφας (γεν. 1984) έχει ήδη να επιδείξει έναν αξιοσημείωτο όγκο έργου, στα ελληνικά και στα γαλλικά, που καταπιάνεται επανερχόμενα με τη σκέψη του Χέγκελ, του Μαρξ και του Λούκατς, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον στις πρώιμες περιόδους των τριών μεγάλων διαλεκτικών στοχαστών – περιόδους στις οποίες διαβλέπει τη μέγιστη γονιμότητα της προβληματικής τους. Έτσι, σε τούτη τη σύντομη αλλά πυκνή μελέτη, ο Ν. Φούφας επικεντρώνεται στις περιόδους παραμονής και δραστηριοποίησης του Χέγκελ στις πόλεις της Τυβίγγης (1788-1793, χρόνια του «Θεολογικού Σεμιναρίου» με τον Χαίλντερλιν και τον Σέλλινγκ), της Βέρνης (1793-1797) και της Φρανκφούρτης (1797-1800, δηλαδή μέχρι τη χρονιά της μετάβασής του στην Ιένα)· και στον φακό της διερεύνησής του θέτει τέσσερα κείμενα: Η ζωή του Ιησού, Η θετικότητα της χριστιανικής θρησκείας, Το πνεύμα του Χριστιανισμού και το πεπρωμένο του και το Απόσπασμα Συστήματος του 1800.
Με αφετηρία τέσσερα δοκίμια
Ο γενικός τόνος αυτών των γραπτών είναι αντι-χριστιανικός, ή τουλάχιστον αντι-εκκλησιαστικός. Στο δοκίμιο Η ζωή τού Χριστού ο Ιησούς περιγράφεται σαν εγκόσμιος διδάσκαλος μιας καντιανού τύπου ηθικότητας χωρίς τίποτε το υπερβατικό. Το δοκίμιο Η θετικότητα της χριστιανικής θρησκείας είναι ένα λίβελλος κατά του χριστιανισμού (και κατά μείζονα λόγο τού ιουδαϊσμού) σε αντιπαραβολή με την αρχαία θρησκεία των Ελλήνων. Η γλώσσα τού νεαρού Χέγκελ είναι απευθείας προέκταση του ριζοσπαστικού Διαφωτισμού, και απηχεί εμφανώς τη ρουσσωική διάκριση ανάμεσα σε «θετική» και «φυσική θρησκεία» (όπου το «θετικό» έχει την ίδια σημασία όπως στη διάκριση θετικού και φυσικού δικαίου). Για τους Έλληνες, υποστηρίζει ο Χέγκελ, η θρησκεία ήταν αναπόσπαστο μέρος τής ζωής τής κοινότητας, αντανακλώντας κατά φυσικό τρόπο την εσωτερική της ενότητα και την αρμονία της με τον κόσμο. Η σχέση ανάμεσα στους ανθρώπους και τους θεούς ήταν της ίδιας τάξεως με τις φυσικές σχέσεις, σχέσεις αμοιβαιότητας που δεν συνεπάγονταν καμία μονόδρομη εντολή και καμία στέρηση ελευθερίας από το άτομο. Αυτή η «ωραία ολότητα» διασπάστηκε εν πρώτοις από τον δεσποτισμό των Ρωμαίων αυτοκρατόρων κι εν συνεχεία από τη «θρησκεία των δούλων» που εξόρισε το ανθρώπινο πνεύμα από τη γη αναγκάζοντας τους ανθρώπους να περιμένουν χαρά και δικαίωση από τον ουρανό: τον χριστιανισμό. Η ελευθερία τής σκέψης χάθηκε και ο Λόγος έδωσε τη θέση του στην πίστη και στην Αποκάλυψη· η ηθικότητα εξισώθηκε με την επιβολή των θεϊκών εντολών και οι άνθρωποι αποξενώθηκαν από τον εαυτό τους. Οι θεοί εκδιώχθηκαν από τη φύση και η ίδια η φύση θ’ αντιμετωπίζεται πλέον σαν μηχανή. Τελικά, οι κανόνες τής Εκκλησίας θα γίνουν το πρόπλασμα της αφηρημένης διοίκησης του κράτους, που είναι η γενική μορφή τής πολιτικής αποξένωσης.
Στο δοκίμιο Το πνεύμα τού Χριστιανισμού και το πεπρωμένο του, ο Χέγκελ προλαμβάνει επίσης μια πολύ μοντέρνα επίκριση, όταν καταγγέλλει την ιουδαϊκή θρησκευτικότητα πως διαχώρισε τον Θεό από τη φύση, όσο και τη φύση από τον άνθρωπο (και συνακόλουθα τους ανθρώπους μεταξύ τους), και πως ολόκληρη είναι ριζωμένη, με τα ίδια του τα λόγια, «στην περιφρόνηση για τον κόσμο». Εν αντιθέσει, ο ίδιος υποστηρίζει έναν «πανθεϊσμό της αγάπης» (που εννοείται ως ενότητα της ταυτότητας και της διαφοράς, ενοποίηση του καθολικού με το ιδιαίτερο)· πανθεϊσμός που, όπως το θέτει, συμφιλιώνει την ηθική ελευθερία και την υποκειμενικότητα (με την έννοια που έχει ο όρος στο έργο τού Καντ) με τον πανθεϊσμό των Ελλήνων. Στο Απόσπασμα Συστήματος της Φρανκφούρτης, ο Χέγκελ αναθέτει την υπέρβαση των διχασμών στην έννοια της ζωής, νοούμενη ως ζύμωση των συνεχειών και των ασυνεχειών του ταυτόσημου και του διαφορετικού, του υποκειμένου και του αντικειμένου (ρόλο που αργότερα, από την περίοδο της Ιένας και ύστερα, θα αναθέσει στην ίδια την έννοια [Begriff]).
Μαρξική σκέψη
Ο Ν. Φούφας διεξέρχεται τα κείμενα με μεγάλη προσοχή και συνέπεια, με απόλυτο σεβασμό στο γράμμα του φιλοσόφου και χωρίς την παραμικρή εκζήτηση που χαρακτηρίζει μια πρόσφατη γενιά φιλοσοφούντων οι οποίοι θα έλεγε κανείς ότι προσπαθούν να κρύψουν την έλλειψη στοχαστικού περιεχομένου πίσω από τη γλωσσική εκζήτηση. Ελέγχει ικανοποιητικά τη δευτερογενή βιβλιογραφία, την οποία συμπαραθέτει λειτουργικά και χωρίς καθόλου επιδεικτική διάθεση. Από τις πρώτες σελίδες δηλώνει την πρόθεσή του –την οποία υπηρετεί όλη η πραγμάτευση, και η οποία εκπληρώνεται πλήρως μέσα στις πυκνές σελίδες της: να εξηγήσει την εκ πρώτης όψεως κάπως αινιγματική έννοια της «θετικότητας» και να δείξει ότι συνιστά σε μεγάλο βαθμό τον πρόδρομο μίας από τις κρισιμότερες έννοιες της σκέψης που κληρονομήσαμε από τον Χέγκελ και τον Μαρξ, της αποξένωσης/αλλοτρίωσης (Entfremdung-Entäusserung).
Είναι ολοφάνερη η μαρξική αφετηρία της σκέψης του Νίκου Φούφα. Είναι ακριβώς οι παθολογίες της νεωτερικότητάς μας –τις οποίες αλλού έχει διερευνήσει μέσα από τη διάθλαση της λουκατσιανής έννοιας της πραγμοποίησης [2]– που αποτελούν το πραγματικό έναυσμα του προβληματισμού του, και είναι ακριβώς μέσα από τον παραλληλισμό και τη συνέχεια με τη σκέψη τού Μαρξ που θέλει να δείξει την αναδρομική δραστικότητα και επικαιρότητα του Χέγκελ: «Για τον Μαρξ, όπως και για τον νεαρό Χέγκελ της Φρανκφούρτης, τα αντικείμενα που παράγονται από τη δραστηριότητα των ανθρώπων στρέφονται εναντίον τους, επανερχόμενα στους ίδιους τούς ανθρώπους με απειλητικό και εχθρικό τρόπο. Για τον πρώτο στο πλαίσιο της αστικής κοινωνίας, του εργοστασίου και της βιομηχανίας, για τον δεύτερο στο θρησκευτικό πλαίσιο του Ιουδαϊσμού και του Χριστιανισμού. Αλλά και στους δύο ένα μέρος της πραγματικότητας και της ανθρώπινης δραστηριότητας αποκτούν μια αυτόνομη δύναμη που βαραίνει τα ανθρώπινα όντα» (σελ. 104). Αυτή ακριβώς είναι η έννοια του θετικού, που προσλαμβάνει για τους ανθρώπους την αλλότρια μορφή της μοίρας.
Σημειώσεις:
1. Για μία από τις σημαντικότερες τέτοιες μελέτες στην ελληνική βιβλιογραφία, με έμφαση στο πολιτικό στοιχείο της κριτικής, βλ. Κοσμά Ψυχοπαίδη, Χέγκελ: από τα πρώτα πολιτικά κείμενα στη Φαινομενολογία του Πνεύματος (Πόλις: Αθήνα 2005).
2. Nίκος Φούφας, Η κριτική της πραγμοποίησης στο πρώιμο έργο τού Γκέοργκ Λούκατς (Ήτορ: Αθήνα 2019).





