Κατερίνα Ηλιοπούλου, Παραντί, εκδόσεις: Εστία, 2026
Ο τίτλος στο πρώτο μυθιστόρημα της ποιήτριας Κατερίνας Ηλιοπούλου, η οποία δοκιμάζει τις δυνάμεις της στη μεγάλη φόρμα έχοντας ήδη εξερευνήσει δις τη μικρή, αναδεικνύει με τον καλύτερο τρόπο την αυθαιρεσία των σημείων στη γλώσσα και τη σύγχυση της Βαβέλ. Η λέξη «παραντί» παραπέμπει αυθόρμητα για τους-ις δυτικούς-ες αναγνώστ(ρι)ες στον παράδεισο.
Η περσική, φαρσί λέξη που τιτλοφορεί το βιβλίο σημαίνει το πουλί, την ιπτάμενη οντότητα. Μέσα στο κείμενο η λέξη μετατρέπεται σε σημαίνον προσωνύμιο. Κι αν ο Παραντί δεν εμφανίζεται αμέσως και το όνομά του δεν ακούγεται παρά πολύ αργότερα στην αφήγηση, ο ιρανικός μύθος του θεϊκού πουλιού δομεί εντέλει το κείμενο αρχής εξαρχής, όπως ο αναγνώστης και η αναγνώστρια καταλαβαίνουν στην πορεία – πλαισιωμένος και από άλλες προσεγγίσεις πνευματικής αναζήτησης του νοήματος στον κόσμο, που συνυφαίνονται στην αφήγηση, το ζεν, τον χορό μπούτο, αλλά και θεωρίες για την εν τω κόσμω ύπαρξη.
Εξαφάνιση αλλά και πραγμάτωση του εαυτού
Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή. Ο τίτλος του πρώτου κεφαλαίου, «Εξαφάνιση», είναι μια λέξη δράσεως σημαντική, παραπέμπει σε μια πράξη, οικειοθελή ή καταναγκαστική. Οι τίτλοι των υπολοίπων είναι ονόματα ανθρώπων, «Τζουλιέτα», «Λουκάς», «Μπομπ» και, βέβαια, «Παραντί». Εξαφάνιση λοιπόν: ένας γραφίστας, όπως μαθαίνουμε στο τέλος, ονόματι Αντρέας, όπως επίσης μαθαίνουμε πολύ αργά στην πορεία της αφήγησης, γιατί εντέλει οι λεπτομέρειες αυτές δεν έχουν σημασία, χάνει τη δουλειά και το κορίτσι του, και από τη μοναξιά, αν όχι και την τύχη (αυτές υπάρχουν στην πρώτη κιόλας σελίδα του κειμένου), χάνει την επαφή του με τον κόσμο και είναι στα πρόθυρα να χάσει τον εαυτό του – ως την κρίσιμη στιγμή που η σωτηρία του παίρνει σάρκα και οστά στην πράξη της γραφής και τον μεταμορφώνει. Τον συναντούμε τη στιγμή που, πριν καν γράψει την πρώτη λέξη, «γίνεται» συγγραφέας, που η γραφή γεννιέται μέσα του πριν γίνει λέξη, ανάερα υλική σαν ανάσα, και αναλαμβάνει να σηκώσει το βάρος της ύπαρξής του, προσανατολισμένη σε ένα απροσδιόριστο «εσύ» και στις ιστορίες του. Αναλαμβάνει να εκπληρώσει την επιθυμία του κάποιος να φυσήξει στων σπονδύλων του το φλάουτο για να ηχήσει – με του στίχους του Μαγιακόφσκι να συμπληρώνουν την εικόνα της κατάστασης του Αντρέα, κι ας μην είναι (μόνο, έστω) ο έρωτας στο επίκεντρο του υπέρτατου, σωματικού και ψυχικού πόνου.
Εξαφάνιση λοιπόν, άλγος της ύπαρξης και απώλεια του εαυτού και των δεσμών με τον κόσμο. Εξαφάνιση όμως και ως συνάντηση με τον άλλο, σε επίπεδο θέασης και φαντασίας, στο επίπεδο της γραφής, της (πληθυντικής) ιστορίας με πεζό το γιώτα, που δεν τη δομεί εδώ η δέσμευση της κατάργησης ενός φωνήεντος, όπως στο ομότιτλο έργο του Ζορζ Περέκ, το οποίο ηχεί επίσης πίσω από τον τίτλο του κεφαλαίου και αντηχεί σε όλο το κείμενο. Αλλά ο (αιρετικός) αλληγορικός περσικός μύθος του θεϊκού βασιλιά των πουλιών Σιμόργκ, στην κατά τον μεσαιωνικό ποιητή Ατάρ εκδοχή του οποίου τα πουλιά τον αναζητούν και βρίσκουν τελικά στον θρόνο του έναν καθρέφτη που τους αντιγυρίζει τη μορφή τους, τη μορφή των πουλιών που επέμειναν κι έφτασαν ως το τέλος αναζητώντας τον.
Ο καθρέφτης είναι εδώ η γραφή κι οι ιστορίες των άλλων, που οδηγούν τελικά τον Αντρέα, τον συγγραφέα, στην πραγματική συνάντηση μαζί τους και στην πραγμάτωση του εαυτού στον κόσμο, μέσα από το Είναι-μαζί της Άρεντ, της κοινής ύπαρξης και δράσης. Ο Αντρέας στο τελευταίο κεφάλαιο δεν βρίσκει τον Παραντί, τον μετανάστη-άγαλμα που συναντά στα πάρκα πότε να ατενίζει ακίνητος το σύμπαν και πότε να διεκδικεί την ύπαρξή του σ’ αυτό χορεύοντας και τον οποίο αναζητεί εναγωνίως, μόνο σπαράγματα της ιστορίας του. Βρίσκει όμως αληθινούς ανθρώπους, με σάρκα και οστά, ανθρώπους ξεριζωμένους που όλο χάνονται και όλο επιμένουν, και άλλους που επιμένουν για να μη χαθούν, και μαζί τους επιστρέφει στη ζωή – στην οποία τον κράτησε η γραφή αλλά κι ο σκύλος του. Οι μετανάστες που συναντά τον συμπονούν γιατί δεν έχει οικογένεια, όμως ο Αντρέας σώζεται και επειδή δημιουργεί μια σχέση συγγένειας με τον σκύλο του, μια από αυτές τις σχέσεις για τις οποίες μιλάει η Ντόνα Χάραγουεϊ, με παράδειγμα ακριβώς τον σκύλο.
Ενδιαμέσως, τα άλλα τρία κεφάλαια, πλαισιώνουν την ιστορία του Αντρέα με ιστορίες μακρινές στον χώρο και στον χρόνο, ιστορίες πολύμορφης βίας και οδύνης, ιστορίες της γραφής, των ανθρώπων που ο Αντρέας βλέπει όταν εστιάζει το βλέμμα του πάνω τους για να τους δώσει μια ύπαρξη στο χαρτί, στον δημόσιο χώρο, στο διαδίκτυο, στη μνήμη του, καθώς διασχίζει κι ο ίδιος τις εφτά κοιλάδες των πουλιών στον περσικό μύθο και πασχίζει να μην αφεθεί, να μην εγκαταλείψει. Μιας γραφής που του φανερώνεται ως εξορία και μαζί νέα πατρίδα, με όρους της προ πολλού απολεσθείσας κατά τον Τζέιμσον φύσης στη μετανεωτερικότητα – και η οποία επιστρέφει συστηματικά σε άλλα σημεία του κειμένου, σε ιστορίες και ιστορίες μέσα στις ιστορίες, με όρους παραδείσου, έστω και ποτισμένου με αίμα από την Ιστορία. Μιας γραφής ως λόγου ύπαρξης, της οποίας υπήρξε κάπου κάποτε προάγγελος η ανάγνωση, η ανακάλυψη της λογοτεχνίας ως αποκάλυψη της πολλαπλότητας της ύπαρξης.
Το κείμενο της Ηλιοπούλου αφηγείται μια πολύμιτη ιστορία, για μια πόλη με πολλά πρόσωπα, για την ανάγκη του νοήματος της ύπαρξης, για την ανάγκη του άλλου σε όλες τις μορφές του, για την ανάγκη της γραφής, για τον πόνο της ψυχής και του κορμιού, αλλά και για την Ιστορία, η οποία όχι μόνο δεν πέθανε, αλλά συνεχίζει να εισβάλλει, αδυσώπητη, ως έκφραση της αναγκαιότητας, στις ζωές των ανθρώπων και στις ιστορίες τους, όπως καταγράφονται σε νοητικά και κειμενικά αρχεία.
Ιδεολογία και γοητεία του κειμένου
Δεν συμφωνώ με τον τρόπο με τον οποίο αποτυπώνει η Ηλιοπούλου, μιλώντας για την Ιστορία, «τις εξωτερικές δυνάμεις που μας αλλάζουν για πάντα». Πολύ αόριστα, πολύ γενικευτικά, με την αναφορά και στο τραύμα, στη μαρτυρία και στο αρχείο, ειδικά στη δεύτερη, πιο ανοιχτά πολιτική, αλλά και αυτομυθοπλασιακή, ιστορία της Τζουλιέτας, να επικαλείται τα τεκμήρια προς επίρρωσιν της αλήθειας μιας συγκεκριμένης, ιδεολογικής ανάγνωσης της Ιστορίας και του κόσμου. Το ίδιο το κείμενό της καταγράφει όμως εντέλει στο ασυνείδητό του ή στη μορφή του, αναλόγως πώς θα το διαβάσει κανείς, τις αντιθέσεις αυτής της εποχής την οποία ο Αντρέας χαρακτηρίζει μετά την κρίση και προσωπικά τη θεωρώ την ίδια στιγμή και προ της κρίσης. Αντιθέσεις στις οποίες η ανάγνωση του παρελθόντος γίνεται με άξονα το παρόν και, κυρίως, με αναφορά στο μέλλον, και στο πλαίσιο των οποίων ο ορισμός των εξωτερικών δυνάμεων της Ιστορίας είναι κομβικός.
Η διαφωνία μου αυτή δεν με εμποδίζει να δω τη δύναμη του κειμένου, η οποία σε μεγάλο βαθμό προέρχεται από την ποιητική θητεία της Ηλιοπούλου και εντοπίζεται, για μένα, κυρίως στον τρόπο με τον οποίο ο ποιητικός λόγος μπολιάζει την αφήγηση, κατακερματίζοντάς την και μαζί κρατώντας την ενωμένη· ούτε το πολύπλοκο και πολύ ενδιαφέρον σχήμα που δομεί την ιστορία και το οποίο η συγγραφέας έχει πλέξει με μοναδική δεξιοσύνη. Η ιστορία του Αντρέα, στο πρώτο και στο τελευταίο κεφάλαιο, έχει μεγάλη ποιητική δυναμική, και λειτουργεί πολύ αποτελεσματικά ως το στημόνι της αφήγησης, και στην αυτοαναφορική της λειτουργία, της διερεύνησης της γραφής· πολλώ δε μάλλον τη γοητεία του κειμένου, με τη σύνθετη διαχείρισή του της ταυτότητας και της ετερότητας και της αγωνίας της σύγχρονης ύπαρξης και της πολύτροπης βίας, με την καλοδουλεμένη διακειμενικότητα, με την ιδιαίτερη εικονοποιία του.





