Ένα διαρκές ταξίδι γεωγραφίας με συμβολισμούς, σε τόπους ιστορικά φορτισμένους: Κωνσταντινούπολη, Βηρυτό, Λαμπεντούζα, Λούρδη, Μετς, αναζητώντας το νόημα των όσων συμβαίνουν και το ιστορικό πλαίσιο των όσων οικοδομούν. Ο θρησκευτικός διάλογος, το προσφυγικό, οι πόλεμοι, η τεκνοποίηση της ανθρώπινης ζωής, η οπισθοδρομική πορεία της Ευρώπης, που εξοπλίζεται, είναι τα «βασανιστικά» θέματα της ατζέντας του πάπα Λέοντα ΙΔ΄.
Στο ταξίδι του πάπα Λέοντα, την περασμένη εβδομάδα, στη Γαλλία, τη χώρα όπου ο διαχωρισμός Εκκλησίας-Κράτους (1905) εξελίσσεται με εκατέρωθεν πολλαπλά σκαμπανεβάσματα, η επίσκεψη έδωσε αφορμή για αναζήτηση και ανάδειξη πολιτικών και ιδεολογικών προσήμων που τη συνόδεψαν.
Η επίσκεψη είχε απρόσμενη επιτυχία. Στη Λειτουργία που πραγματοποιήθηκε στην πλατεία Κονκόρντ παρευρέθηκαν 800.000 άτομα, ενώ την προηγουμένη 80.000 νέοι γέμισαν το Σταντ ντε Φρανς.
Είναι αυτό έκφραση εξωτερίκευσης οπισθοχώρησης της εκκοσμίκευσης του γαλλικού κράτους ή επιστροφή του θρησκευτικού φαινομένου; Ο καθηγητής πολιτικής κοινωνιολογίας Γιάννης Θανασέκος εκτιμά ότι δεν ισχύει ούτε το ένα ούτε το άλλο, δηλώνοντας: «τα αίτια δεν είναι, με την αυστηρή έννοια, ούτε θεολογικά, ούτε θρησκευτικά, ούτε εκκλησιαστικά. Η αποσύνθεση των κοινωνικών δεσμών, οι κρίσεις ταυτότητας, η απονομιμοποίηση κάθε θεσμού, που αυτοπαρουσιάζεται ως “αντιπροσωπευτικός”, η αναδίπλωση στο άτομο, η αντίληψη του εαυτού ως “επιχειρηματία του εαυτού του”, όλα αυτά που απορρέουν από την πολυκρίση του ύστερου καπιταλισμού, έχουν προκαλέσει ένα πραγματικό τσουνάμι βαθιάς υπαρξιακής κρίσης στις σχέσεις των ανθρώπων με τον κόσμο. Πρόκειται για μια κρίση νοηματοδότησης της επίγειας ζωής, η οποία πλήττει όλες τις ηλικιακές ομάδες και μεγάλο αριθμό κοινωνικών κατηγοριών. Η ποιμαντική προσέγγιση του πάπα στοχεύει ακριβώς σε αυτό το κρίσιμο σημείο του υπαρξιακού αδιεξόδου που αντιμετωπίζει η κοινωνία μας, μια κρίση στην οποία ο ανθρωπισμός και η αλληλεγγύη οφείλουν να μπορέσουν να δώσουν απάντηση».
Η Καθολική Εκκλησία συνόψισε τον σκοπό της επίσκεψης του ποντίφικα σε μία φράση, «soif de transcendance» (δίψα για υπέρβαση). Η ερμηνεία που αποδίδει στη φράση ο καθηγητής ιστορίας Αντώνης Λιάκος[1] αφορά την ανάγκη αναζήτησης νοήματος: «Ο χριστιανισμός μπορεί για κάποιους να σημαίνει πίστη, για άλλους πολιτισμική ταυτότητα και για άλλους μια χαμένη συλλογικότητα, ξεπερνώντας τον παλιό άξονα Αριστερά-Δεξιά, μιλώντας με ηθική γλώσσα». Κατάτον Α. Λιάκο:«την επίσκεψη αξίζει να τη δούμε όχι ως ένδειξη επιστροφής της θρησκείας, αλλά ως μια ισχυρή τάση ανασύνθεσης συλλογικών νοημάτων, όταν η παλιά γραμματική του δυτικού κανόνα έχει χάσει πλέον τη δεσμευτικότητά της. Μια ανασύνθεση που έχει ανάγκη νοήματος και χρειάζεται υπερβάσεις».
Οι ψευδαισθήσεις των πολεμικών εξοπλισμών
Από το συνεδριακό κέντρο «Ρομπέρ Σούμαν» της διαφιλονικουμένης μεταξύ Γαλλίας και Γερμανίας από το 1870 συνοριακής πόλης Μετς, οπου έμεινε και εργάστηκε ο Σούμαν, από τους ιστορικούς πρωτεργάτες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο πάπας Λέων ΙΔ΄ απευθύνθηκε στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις για να επαναλάβει ότι σε μια εποχή που «οι σχέσεις μεταξύ των κρατών γίνονται όλο και πιο βάρβαρες» δεν είναι τα όπλα, αλλά «το διεθνές δίκαιο και η πολυμέρεια» που αποτελούν «το καλύτερο αντίδοτο στην επιθυμία για κυριαρχία, πηγή κάθε σύγκρουσης. Η επίκληση του ονόματος του Θεού για τη νομιμοποίηση της βίας ή της καταπίεσης αποτελεί βεβήλωση αυτού του ονόματος. Τίποτα που παραμορφώνει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια δεν μπορεί να διεκδικήσει αυθεντική θεϊκή έμπνευση».
Κατά την παρουσία του στο Μετς ο ποντίφικας συμμετείχε, επίσης, στη διαθρησκευτική συνάντηση με εκπροσώπους των άλλων θρησκειών (χριστιανοί, μουσουλμάνοι, Εβραίοι και βουδιστές), υπογράφοντας κοινή δήλωση: «Το όνομα του Θεού, καθώς και οποιαδήποτε θρησκευτική αλήθεια ή πνευματική παράδοση, δεν μπορεί ποτέ να γίνει αντικείμενο επίκλησης για να δικαιολογήσει τη βία και το μίσος».
Χριστιανικές καταβολές
Στη συνέχεια συναντά τον πρόεδρο Μακρόν, ο οποίος είχε αποφύγει να παρευρεθεί στην κυριακάτικη μεγάλη παρισινή Λειτουργία του πάπα στην Πλας ντε λα Κονκόρντ (όπου η Λεπέν και ο Μπαρντελά ήταν στην πρώτη σειρά), αποφασίζοντας, στο τέλος, να συμμετάσχει στη Λειτουργία στον καθεδρικό ναό του Αγίου Στεφάνου στο Μετς, προκαλώντας αρκετές επικρίσεις. Στη συνάντηση ο πάπας αναφέρεται στη «σχέση του ευρωπαϊκού πολιτισμού με τον χριστιανισμό», χωρίς να περιορίζεται στη στενή ρατσινγκεριανή[2] έννοια της «χριστιανικής ρίζας της Ευρώπης», αναδεικνύοντας την κοινωνική διάσταση για ισότητα και αδελφοσύνη, επικαιροποιώντας την πρόσκληση καλωσορίσματος των μεταναστών και αδυνατών, «που φεύγουν από θέατρα πολέμου και διώξεων, σε αναζήτηση μιας καλύτερης ζωής μακριά από τη φτώχεια και τη δυστυχία. Πρέπει να κατανοήσουμε την ιστορική σημασία των όσων συμβαίνουν, δηλαδή μιας άνευ προηγουμένου συνάντησης μεταξύ λαών και πολιτισμών που απαιτεί μια δημιουργική εκ νέου ανακάλυψη των ριζών μας».
Σύμφωνα με τον πάπα Λέοντα, είναι απαραίτητο να αναδημιουργηθεί ένας κοινωνικός ιστός, βασισμένος στην προσωπική επαφή των πολιτών με τους εκπροσώπους τους, προκειμένου να υπάρξει αποτελεσματική ανταπόκριση στα συγκεκριμένα προβλήματα. Χρησιμοποιώντας μια μεταφορική έκφραση, ο πάπας υπογραμμίζει πως «στην εποχή της ψηφιακής τεχνολογικής επέλασης η πολιτική δράση, αυθεντικά προσανατολισμένη στο κοινό καλό, απαιτεί επιστροφή στο αναλογικό και στην υλική πραγματικότητα». Αυτό είναι το αληθινό αντίδοτο σε μια «πολιτική που συχνά εκφωνείται θορυβωδώς, με συνθήματα, ανίσχυρη να ανταποκριθεί στις πραγματικές ανάγκες της κοινωνίας.
Το θέμα των χριστιανικών ριζών ως ταυτότητας και πολιτικής έννοιας απασχολεί τη σύγχρονη δημόσια συζήτηση. Κατά τον πάπα Λέοντα, το ευρωπαϊκό οικοδόμημα που προέκυψε από τις στάχτες του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου πηγάζει από μια πρακτική αναγκαιότητα: την αποτροπή της επανάληψής του. Είναι όμως εξίσου «εμποτισμένο με έναν ιδανικό ορίζοντα». Δηλαδή, την επιθυμία «συνεργασίας που θα έβαζε τέλος σε αιώνες διχασμών, και θα επέτρεπε στους λαούς της ηπείρου να ανακαλύψουν πάλι την ανθρώπινη, πολιτισμική, θρησκευτική κληρονομιά που τους ενώνει». Οι ιδρυτές της Ευρώπης, επισημαίνει ο ποντίφικας, «εμψυχώθηκαν από την προσωπική τους πίστη και θεώρησαν τις χριστιανικές αρχές κοινό και ενοποιητικό παράγοντα ικανό να οδηγήσει στην αρχειοθέτηση του ρεβανσιστικού και συγκρουσιακού πνεύματος που οδήγησε στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο».
Κατά τον πάπα Λέοντα: «Η πολιτική δράση είναι η “υψηλότερη μορφή φιλανθρωπίας”, αφού μπορεί να είναι «εξ ολοκλήρου αφιερωμένη στην οικοδόμηση του κοινού καλού».
- https://www.news247.gr/gnomes/pos-tha-borousame-na-diavasoume-tin-episkepsi-tou-papa-sto-parisi/
- Αναφορά στον πάπα Βενέδικτο ΙΣΤ΄ (Γιόζεφ Ράτσινγκερ).
Φωτό: Benita Levine / flickr





