Βιλιέ ντε Λ’ Ιλ-Αντάμ, «Η βαμπιρική ψυχή και άλλες βάναυσες ιστορίες», μετάφραση – επίμετρο: Ευαγγελία Κουλιζάκη, ανθολόγηση – εισαγωγή: Δημήτρης Λογοθέτης, εκδόσεις Στοχαστής, 2026

Στην παγκόσμια λογοτεχνία υπάρχουν μερικά σημαντικά μυθιστορήματα τα οποία έχουν καταχωρηθεί στο λογοτεχνικό είδος που έχει ονομαστεί λογοτεχνία τρόμου, όπου ανήκουν δύο αριστουργήματα, ο Δράκουλας, του Μπραμ Στόουκερ, και ο Φρανκεστάιν της Μαίρης Σέλεϊ. Σε αυτό το είδος μπορεί να συμπεριληφθεί και Η βαμπιρική ψυχή του Γάλλου Βιλιέ ντε Λ’ Ιλ-Αντάμ, ο οποίος γεννήθηκε το 1838 στη Βρετάνη.

Ο συγγραφέας είχε μια ταραχώδη ζωή που διαμορφώθηκε από έναν παράξενο συνδυασμό οικονομικής ανασφάλειας και αριστοκρατικής φαντασίωσης. Εξαιτίας ποικίλων παραγόντων ήταν μοιραίο να μείνει στη λογοτεχνική αφάνεια και μόνο την εποχή του θανάτου του, το 1889, είχε αρχίσει να τον αγγίζει το λογοτεχνικό κύρος.

Το βιβλίο Η βαμπιρική ψυχή και άλλες βάναυσες ιστορίες αποτελεί εκδοτικό επίτευγμα, καθώς οι λογοτεχνικά άρτιες ιστορίες που περιέχει ακροβατούν ανάμεσα στο όραμα και την τρέλα. Στην έκδοση αυτή υπάρχουν επίμετρο, εισαγωγή και πολλές υποσημειώσεις που βοηθούν τον αναγνώστη στην κατανόηση των κειμένων.

Ο Βιλιέ, μας πληροφορεί το κειμενάκι στο αυτί του βιβλίου, «συστήνεται στο κοινό του κυνηγώντας γυναικείες οπτασίες, φαντάσματα και κάθε είδους ερέβη σε φαντασιακές χώρες, σε ρημαγμένους πύργους και ματωμένες κάμαρες, σε βουλεβάρτα και καφενεία του Παρισιού»…

Η «Βαμπιρική ψυχή (Κλερ Λενουάρ)» αρχίζει με την εξομολόγηση του αφηγητή, ο οποίος αρχίζει να καταγράφει τα «σκοτεινά γεγονότα», όπως λέει, που συγκροτούν «ένα άθροισμα φρίκης». Αυτοσυστήνεται ως δόκτορας Μπονομέ, καθηγητής διαγνωστικής, και μιλάει για τη γνωριμία του το 1866 στο εμπορικό αγγλικό ιστιοφόρο «Wonderful» με ένα από τα λίγα πρόσωπα της ιστορίας του, τον υποπλοίαρχο Χένρι Κλίφτον. Θέλοντας να τον κάνει θύμα του, τον συμβουλεύει να βρει μία σύζυγο, ώστε να ομορφύνει η ζωή του. Όμως, η γυναίκα που του προτείνει, η κυρία Λενουάρ, είναι παντρεμένη μ’ έναν γιατρό, τον οποίο ο αφηγητής θεωρεί βλάκα. Και όχι μόνο αυτό: τον μισεί θανάσιμα. Θεωρώντας πως ο Σεζαίρ Λενουάρ είναι ευεπίφορος σε σκοτεινά συστήματα και θεωρίες και πως διαθέτει ένα εκδικητικό ταμπεραμέντο, όντας οπαδός των δοξασιών της Μαγείας, του Πνευματισμού, του Μαγνητισμού και του Υπνωτισμού, του ετοιμάζει κάτι. Αρχίζουν, λοιπόν, μια μεγάλη συζήτηση περί πραγματικότητας και περί πνευματικότητας, περί του Θεού, του Πνεύματος και της Ύλης.

Κάποια στιγμή η συζήτηση φθάνει σ’ ένα κρίσιμο σημείο, στο αν ο καθένας έχει μέσα του έναν άλλον άνθρωπο, μία διαφορετική προσωπικότητα, κάτι που στηρίζεται στην αρχαία θεωρία Homo duplex (Διττός άνθρωπος), η οποία πρεσβεύει πως υπάρχει μια απόκρυφη ύπαρξη που επηρεάζει τη ζωή του ανθρώπου. Ο Λενουάρ βγάζει μια Βίβλο και διαβάζει τους νόμους του Μωυσή, ειδικά τα λόγια περί της μοιχείας. Στο τέλος της ιστορίας, ο αφηγητής μιλάει για τους θανάτους των τριών προσώπων: εκείνος του υποπλοιάρχου, είναι ο πιο τραγικός, ενώ για τους άλλους δύο ευθύνεται ο ίδιος και χαίρεται γι’ αυτό. Ο θάνατος, λοιπόν, αυτός κυριαρχεί στις εξομολογήσεις του δόκτορα Μπονομέ. Είναι ο θάνατος που τον κάνει να νιώθει υπέροχα, ωστόσο ένα ρίγος τον διαπερνάει όταν βλέπει δύο δάκρυα να αναβλύζουν από τα μάτια της νεκρής κυρίας Λενουάρ.

Οι άλλες μικρότερες ιστορίες κινούνται σε αυτό το σκοτεινό και αποτρόπαιο κλίμα και απηχούν ανάλογες ιστορίες του Έντγκαρ Άλαν Πόε, του Πολ Βερλαίν και άλλων. Όπως σημειώνει ο Δημήτρης Λογοθέτης στην εισαγωγή του, ο Βιλιέ, φτωχός, άστεγος και στερημένος από κάθε δυνατότητα να υπάρξει ένδοξος, βυθισμένος σε μια οριενταλιστική φαντασμαγορία, γεμάτη εφιάλτες και δολοφόνους, ήταν ανίκανος να δραπετεύσει από «το βασίλειο του εφιάλτη».

Με τη σειρά της, η Ευαγγελία Κουλιζάκη, στο επίμετρό της, υποστηρίζει πως ο παραγνωρισμένος Βιλιέ ξεπροβάλλει υφαίνοντας «εφιάλτες από μετάξι και χρυσό».