Η Γάζα είναι ένα Άουσβιτς που καταγράφεται από κάμερες

φωτογραφία: ΒΑΣΙΛΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ / EUROKINISSI


απόσπασμα από το νέο βιβλίο του Φράνκο Μπεράρντι, όπως δημοσιεύθηκε στο untoldmag.org στις 15 Ιανουαρίου 2026:

Το Άουσβιτς υπήρξε η επιστημονική εφαρμογή όλων των τεχνικών που αποσκοπούσαν στην εξόντωση. Υπήρξε ένα παρατεταμένο και αδιάκοπο βασανιστήριο, η συστηματική χρήση του τρόμου εναντίον ενός πληθυσμού κρατουμένων που δεν είχε καμία δυνατότητα διαφυγής. Υπήρξε η εξαπόλυση συντριπτικής ισχύος πυρός εναντίον ενός ανυπεράσπιστου, αφοπλισμένου, γυμνού πληθυσμού. Υπήρξε η συνειδητή επιδίωξη της γενοκτονίας, η συστηματική δολοφονία αθώων, γυναικών και παιδιών.

Αυτό που κάνουν οι Ισραηλινοί στη Γάζα, αυτό που κάνουν εδώ και δεκαετίες σε ολόκληρη την Παλαιστίνη, έχει την ίδια ποιότητα σκληρότητας και επιστημονικής ακρίβειας. Ό,τι έχει ειπωθεί και γραφτεί για το Άουσβιτς μπορεί να ειπωθεί και να γραφτεί ξανά για τη Γάζα.

Η πολιορκία προκαλεί πείνα, δίψα και στέρηση κάθε μέσου απαραίτητου για την επιβίωση. Οι βομβαρδισμοί επιβάλλουν έναν διαρκή τρόμο σε αθώους ανθρώπους που τρέχουν από τη μία πλευρά στην άλλη, χωρίς να γνωρίζουν πού να βρουν καταφύγιο.

Εθνοτικές διακρίσεις, εκτοπισμοί, βασανιστήρια, εξόντωση: αυτά χαρακτηρίζουν τον ναζισμό του Χίτλερ, και τα συναντάμε συστηματικά στη συμπεριφορά του ισραηλινού στρατού.

Ολόκληρος ο ισραηλινός πληθυσμός (με ελάχιστες εξαιρέσεις) συμμετείχε στην εξόντωση των Παλαιστινίων, όπως ολόκληρος ο γερμανικός πληθυσμός (και πάλι με ελάχιστες εξαιρέσεις) συμμετείχε στην εξόντωση των Εβραίων.

Ωστόσο, δεν πρόκειται για δύο ταυτόσημα γεγονότα, γιατί υπάρχει μια τεράστια διαφορά ανάμεσά τους.

Η διαφορά ανάμεσα στο Άουσβιτς και τη Γάζα βρίσκεται στον δημόσιο, επιδεικτικό και σχεδόν υπερήφανο τρόπο με τον οποίο προβάλλεται ο πόνος που επιβάλλεται στους Παλαιστινίους. Το μάθημα που οι Σιωνιστές διδάσκουν στον κόσμο είναι ότι δεν υπάρχει τρόπος να υπερασπιστούμε τη ζωή μας, τους γονείς μας και τα παιδιά μας· δεν υπάρχει τρόπος να ξεφύγουμε από την ανεξέλεγκτη βία ενός κράτους που χρησιμοποιεί συστηματικά τεχνικές εθνοκάθαρσης, απαρτχάιντ και μαζικών εκτοπισμών.

Η Γάζα δεν είναι σαν το Άουσβιτς, γιατί τότε, σε εκείνα τα στρατόπεδα, δεν υπήρχαν κάμερες, ενώ σήμερα ολόκληρη η ανθρωπότητα κάθεται στο σαλόνι της και παρακολουθεί στην οθόνη το ίδιο της το μέλλον, προδιαγεγραμμένο στη σημερινή πραγματικότητα της Γάζας και της Τζενίν.

Είναι δύσκολο να πει κανείς τι επίδραση θα έχει αυτή η επίδειξη της φρίκης στις συνειδήσεις της νέας γενιάς, των παιδιών που βλέπουν καθημερινά τα βασανιστήρια και τους ακρωτηριασμούς που το Ισραήλ επιβάλλει στους Παλαιστίνιους συνομηλίκους τους.

Κάποτε, όταν μιλούσαμε για αντιπληροφόρηση, όταν οργανώναμε ραδιοφωνικούς σταθμούς και ιστοσελίδες για να καταγγείλουμε το κακό, πιστεύαμε ότι η προβολή της βίας και η καταγγελία των δολοφόνων μπορούσαν να συμβάλουν στην απομόνωση και τη δημόσια διαπόμπευσή τους και, τελικά, να περιορίσουν την αδικία.

Τελικά οδηγήθηκα στο συμπέρασμα ότι η ορατότητα του κακού δεν συμβάλλει κατ’ ανάγκην στην απελευθέρωσή μας από αυτό.

Κάποτε ήμουν πεπεισμένος ότι η ελεύθερη ενημέρωση και ο ακτιβισμός στα μέσα ενημέρωσης μπορούσαν να λειτουργήσουν ως ανάχωμα απέναντι στην επιθετικότητα ενός αυταρχικού κράτους. Πίστευα τότε ότι χιλιάδες δημοσιογράφοι του δρόμου, καταγράφοντας με λέξεις και εικόνες την αστυνομική βαρβαρότητα και τη βία εναντίον των μεταναστών, θα μπορούσαν να ανακόψουν την εγκληματικότητα της εξουσίας.

Αυτό που συμβαίνει σήμερα είναι πολύ πιο σύνθετο και, από πολλές απόψεις, ακριβώς το αντίθετο από εκείνο που πίστευα και ήλπιζα.

Η βία έχει γίνει ορατή, αλλά αυτή η ορατότητα λειτουργεί με διττό τρόπο: από τη μία προκαλεί φρίκη· από την άλλη διαχέει τον φόβο και το αίσθημα αδυναμίας, σε σημείο που να οδηγεί ακόμη και στην ταύτιση με τον επιτιθέμενο.

Η οργιαστική παρουσία της φρίκης στις μικρές και μεγάλες οθόνες, που μας καταδιώκει σε κάθε τόπο και κάθε στιγμή της ημέρας, παράγει, μεταξύ άλλων, ένα είδος οπτικού μηδενισμού: μια αισθητική εξάρτηση από τη φρίκη.

Γίνεται ολοένα δυσκολότερο να διακρίνει κανείς τη μυθοπλασία από την πραγματικότητα. Η πραγματικότητα της γενοκτονίας έχει την ίδια οπτική ποιότητα με τις ταινίες τρόμου και τα βιντεοπαιχνίδια στα οποία αυτή η γενιά έχει εκτεθεί από την πρώτη παιδική της ηλικία. Τι είδους εσωτερική εικόνα του κόσμου διαμορφώνεται στη συνείδηση αυτής της άτυχης γενιάς;

Η αναπαράσταση της δικής τους εξόντωσης μοιάζει να αποτελεί την ακατανίκητη ώθηση του ισραηλινού λαού: καλύτερα να βρίσκεται κανείς στο πλευρό του εξολοθρευτή παρά στο πλευρό του εξολοθρευμένου.

Το μαύρο κύμα που εξαπλώνεται σε ολόκληρο τον κόσμο τράφηκε από τον πολλαπλασιασμό των εικόνων, επειδή η υπερδιαμεσολάβηση επιτάχυνε τον ρυθμό των πληροφοριακών ερεθισμάτων, διασπείροντας τον πανικό και καθιστώντας την κοινωνία ανίκανη να αντιδράσει. Μέσα στον πανικό, ο συλλογικός οργανισμός προσκολλάται στην παρηγοριά της ταυτότητας. Όμως αυτή είναι απολύτως τεχνητή, γιατί στη μητροπολιτική ζωή δεν υπάρχει πλέον κοινότητα και η ταυτότητα είναι το αποτέλεσμα μιας πλασματικής αντίδρασης.

Το μόνο πραγματικά υπαρκτό, το μοναδικό συναίσθημα στην καρδιά όσων μεγάλωσαν βλέποντας ιστορίες τρόμου από την πρώτη παιδική τους ηλικία, είναι η απόγνωση ενός συλλογικού οργανισμού που αναζητεί παρηγοριά μέσα από μια συλλογική τελετουργία μίσους.

Ο Φράνκο «Μπίφο» Μπεράρντι (Franco “Bifo” Berardi, γενν. 1949) είναι Ιταλός φιλόσοφος, θεωρητικός των μέσων επικοινωνίας, συγγραφέας και πολιτικός ακτιβιστής. Υπήρξε μία από τις σημαντικότερες μορφές του κινήματος της Αυτονομίας (Autonomia Operaia) στην Ιταλία κατά τη δεκαετία του 1970 και συμμετείχε στην ίδρυση του ελεύθερου ραδιοφωνικού σταθμού Radio Alice στη Μπολόνια. Το έργο του επικεντρώνεται στις μεταμορφώσεις του καπιταλισμού, την ψηφιακή τεχνολογία, τη γνωσιακή εργασία, τα μέσα επικοινωνίας και τις επιπτώσεις τους στην υποκειμενικότητα και την πολιτική. Έχει επηρεαστεί από τον μαρξισμό, τον Φέλιξ Γκουαταρί και τον μεταδομισμό, ενώ συγκαταλέγεται στους σημαντικότερους σύγχρονους θεωρητικούς της έννοιας του γνωσιακού καπιταλισμού (cognitive capitalism). Έργα του έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχουν ασκήσει σημαντική επιρροή στη σύγχρονη κριτική θεωρία.