Tο 22ο Συνέδριο της ΟΛΜΕ ολοκληρώθηκε στις 5 Ιουλίου με την ανάδειξη, μετά από πολλά χρόνια, της παράταξης της ΑΣΕ-ΠΑΜΕ ως πρώτης δύναμης με 85 ψήφους, εξέλιξη που έρχεται ως συνέχεια της πρωτιάς της ίδιας παράταξης στη ΔΟΕ. Δεύτερη πλέον η ΔΑΚΕ με 83 ψήφους, εισπράττοντας τη φθορά της κυβερνητικής πολιτικής. Στην τρίτη θέση ανέβηκαν οι Παρεμβάσεις με 60 ψήφους, γεγονός που προκάλεσε ικανοποίηση στο χώρο τους, ενώ οι ΣΥΝΕΚ πήραν 54 ψήφους, καταγράφοντας απώλειες εξαιτίας της πολυδιάσπασης και της κρίσης στον άλλοτε ενιαίο ΣΥΡΙΖΑ. Στην 5η θέση βρέθηκε η παράταξη της ΠΕΚ (πρώην ΠΑΣΚ), επιβεβαιώνοντας τη διαρκή αδυναμία του συνδικαλιστικού ΠΑΣΟΚ να αρθρώσει δυνάμεις στη συγκεκριμένη Ομοσπονδία, σε αντίθεση με άλλες.

Παρά τις ανακατατάξεις σε ψήφους, η αριθμητική καταγραφή των εδρών στο Δ.Σ. της Ομοσπονδίας δεν άλλαξε. Αναμένεται συνεπώς ότι, ελλείψει επιμέρους συνεργασιών, θα υπάρξει συγκρότηση αναλογικού προεδρείου. Στην περίπτωση αυτή, όμως, «εθιμοτυπικά» πλέον η θέση του Προέδρου θα περάσει στην ΑΣΕ, με αποτέλεσμα οι δυνάμεις του ΚΚΕ να έχουν πλέον την προεδρία και στις δύο εκπαιδευτικές ομοσπονδίες, από τις μεγαλύτερες στο χώρο του δημοσίου.

Αναμένονται εξελίξεις το χώρο της εκπαίδευσης μετά τα εκλογικά αποτελέσματα στην ΟΛΜΕ; Κατά αρχάς πρέπει να είμαστε επιφυλακτικοί, λαμβάνοντας υπόψη την εμπειρία από τη ΔΟΕ. Η προεδρία της ΑΣΕ στη Διδασκαλική Ομοσπονδία την προηγούμενη διετία, δεν κατάφερε να μετατοπίσει τον κλάδο σε κινητοποιήσεις και σε διεκδικήσεις μεγαλύτερης έντασης και διάρκειας, συγκριτικά με το παρελθόν, παρά την κλιμάκωση της κυβερνητικής επίθεσης ενάντια στο δημόσιο σχολείο. Μολονότι στη διετία αυτή ψηφίστηκαν μια σειρά αντιεκπαιδευτικών νόμων, μολονότι από το Υπουργείο εκπορεύτηκε μια βιομηχανία πειθαρχικών διώξεων εναντίον εκπαιδευτικών σε όλη την επικράτεια, μολονότι συνεχίζεται η ντροπή της κάλυψης μονίμων οργανικών θέσεων στα σχολεία από χιλιάδες αναπληρωτές, μολονότι οι καθηλωμένοι μισθοί (και) των εκπαιδευτικών δεν φθάνουν για να αντιμετωπίσουν την καθημερινή ακρίβεια. Ενώ, δηλαδή, οι αιτίες αντιπαράθεσης κάθε άλλο παρά έλειψαν, οι κινηματικές δράσεις της ΔΟΕ, παρά ταύτα, δεν πολλαπλασιάστηκαν αντίστοιχα, αν και υπήρξε ένας μεγάλος, επιτυχημένος κύκλος διαδικτυακών εκδηλώσεων.

Θα μπορέσουν την επόμενη διετία, σε Πρωτοβάθμια και σε Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, τα πράγματα να εξελιχθούν διαφορετικά υπό την προεδρία πλέον της ΑΣΕ και στις δύο Ομοσπονδίες; Για να απαντήσουμε ικανοποιητικά, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ανίχνευση των αιτιών που αυτή τη στιγμή καθηλώνουν το εκπαιδευτικό συνδικαλιστικό κίνημα. Αναμφίβολα, πρώτος ανασταλτικός παράγοντας είναι η γενικότερη αδυναμία του συνόλου των συνδικαλιστικών δυνάμεων να συνομιλήσουν και να συγκινήσουν τους νέους και τις νέες εργαζόμενους/ες, όχι μόνο στην εκπαίδευση αλλά σε όλους τους εργασιακούς χώρους, μια αδυναμία που η Αριστερά, σε όλες της τις εκφάνσεις, δεν καταφέρνει να ακυρώσει. Εστιάζοντας, όμως, στην ανθρωπογεωγραφία της εκπαίδευσης και ανατρέχοντας στις αποφάσεις των Ομοσπονδιών, είναι εφικτό να διακρίνουμε κι άλλες αιτίες που εξηγούν την περιορισμένη, μέχρι στιγμής, αντίδρασή τους στις πολιτικές της ΝΔ. Οι συνδικαλιστικές δυνάμεις της Δεξιάς δεν θα μπορούσαν να είναι βέβαια οι πρωτοπόρες στον αγώνα· αυτό-αντίθετα με ελιγμούς απέφυγαν, σε αρκετό βαθμό, να εκτεθούν υπερβολικά φιλοκυβερνητικά. Οι συνδικαλιστικές δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ, αντίθετα, δεν δίστασαν να παίξουν συχνά το ρόλο του Δούρειου Ίππου, στελεχώνοντας κάθε θέση ευθύνης που τους προσφερόταν από την κυβέρνηση και υπηρετώντας με όλα τους τα πελατειακά δίκτυα τις πολιτικές της, φανερά ή λιγότερο φανερά. Οι δυνάμεις του Δικτύου στην Πρωτοβάθμια και των ΣΥΝΕΚ στη Δευτεροβάθμια, βρέθηκαν παγιδευμένες, αρχικά, στη θολή πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ και, στη συνέχεια, στις αντιφάσεις των κομματιών του που πολιτικά διασπώνταν αλλά συνδικαλιστικά έμεναν ενωμένες –ένας μη λειτουργικός παραλογισμός. Το αποτέλεσμα ήταν να βρεθούν να υποστηρίζουν, στο όνομα της «υπευθυνότητας», συγκλίσεις με τις συντηρητικές δυνάμεις των εκπαιδευτικών, αποτρέποντας με τη ρητή (ψηφίζοντας) και με την άρρητη (τόνοι ανακοινώσεων) στάση τους κάθε ιδέα αγωνιστικής κλιμάκωσης. Οι Παρεμβάσεις, με πολλές εσωτερικές αντιθέσεις, δεν δίστασαν να μαξιμαλίσουν έναν ριζοσπαστικό αλλά και ξύλινο λόγο κλιμάκωσης, συσπειρώνοντας έτσι τον κόσμο τους, αλλά κι αποθώντας ταυτόχρονα άλλους δυνητικούς ακροατές, επιμένοντας σε μορφές δράσεις χρήσιμες και αναγκαίες, όπως οι κινητοποιήσεις ενάντια στην «αξιολόγηση», αλλά και ανεδαφικές, όπως οι προκηρύξεις απεργιών με ελάχιστη συμμετοχή των εκπαιδευτικών. Η ΑΣΕ, τέλος, ικανοποιημένη από τις εκλογικές της επιδόσεις, αλλά και δέσμια της λογικής του κομματικού της πατέρα, ιδανικά αυτοεξυπηρετούμενη από την περιχαρακωμένη ή την αρνητική στάση των άλλων συνδικαλιστικών παρατάξεων, βολεύτηκε μια χαρά στο σχήμα «εμείς οι καλοί, όλοι οι άλλοι οι κακοί», αδυνατώντας να οικοδομήσει οποιαδήποτε συμμαχία ή διεύρυνση της επιρροής της που θα μπορούσε να οδηγήσει τους εκπαιδευτικούς σε πιο αγωνιστικά μονοπάτια.

Αν υποθέσουμε ότι η προηγηθείσα ανάλυση των στρατηγικών των συνδικαλιστικών δυνάμεων είναι σωστή, (φοβάμαι πως πολλοί άμεσα εμπλεκόμενοι θα διαφωνήσουν), έχει δυνατότητες να αλλάξει η σελίδα σε ΟΛΜΕ-ΔΟΕ το επόμενο διάστημα, με δεδομένη τη διπλή πρωτιά της ΑΣΕ; Ο γράφων έχει υπόψη του ότι πουθενά στον κόσμο η κοινωνική ριζοσπαστικοποίηση δεν ξεκίνησε από τους δασκάλους και τους καθηγητές. Για να συμβεί αυτό εγχωρίως, θα πρέπει η ΑΣΕ κι όλες οι αριστερές δυνάμεις στην εκπαίδευση να επανανέλθουν κριτικά στις στρατηγικές και στις πρακτικές τους. Μόνο κατανοώντας το παρόν γινόμαστε γενναιόδωροι προς το μέλλον. Που ενίοτε κρύβει εκπλήξεις.

Credits Φωτογραφίας: Δημητρόπουλος Σωτήρης / Eurokinissi