φωτογραφία: EUROKINISSI / ΓΙΩΡΓΟΣ ΚΟΝΤΑΡΙΝΗΣ
Η αναζήτηση της αλήθειας δεν μπορεί να υποκατασταθεί από την επικοινωνιακή διαχείριση, ούτε η ποινική διαδικασία να μετατραπεί σε εργαλείο πολιτικής αντιπαράθεσης όσον αφορά την υπόθεση της Marfin.
Ωστόσο, αυτό ακριβώς είναι η εικόνα που διαμορφώθηκε μετά τις πρόσφατες συλλήψεις. Κυβερνητικά στελέχη και μεγάλο μέρος των μέσων ενημέρωσης έσπευσαν να μιλήσουν για «εξιχνίαση», για «λύση του γρίφου» και για μια υπόθεση που «επιτέλους έκλεισε». Η πολιτική αφήγηση προηγήθηκε της δικαστικής κρίσης.
Κι όμως, το ίδιο το περιεχόμενο της δικογραφίας, όπως περιγράφεται από τους συνηγόρους υπεράσπισης, δεν επιτρέπει τέτοιες βεβαιότητες. Ο δικηγόρος Θανάσης Καμπαγιάννης δήλωσε δημόσια ότι, σύμφωνα με την έκθεση της Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών, δεν προκύπτει ταυτοποίηση των κατηγορουμένων μέσω βιομετρικών ή ανατομικών χαρακτηριστικών. Υποστήριξε επίσης ότι η σύνδεση των κατηγορουμένων με την υπόθεση στηρίζεται σε ερμηνευτικές αξιολογήσεις φωτογραφιών και κινητών αντικειμένων, τις οποίες χαρακτήρισε «εξαιρετικά επισφαλείς».
Ακόμη πιο σοβαρή είναι η αναφορά του στο ανώνυμο email που έχει παρουσιαστεί ως σημαντικό στοιχείο της έρευνας. Σύμφωνα με τον ίδιο, στο συγκεκριμένο μήνυμα κατονομάζεται ως ένας από τους δράστες άνθρωπος που, κατά τον χρόνο του εμπρησμού, εξέτιε ποινή κράτησης και βρισκόταν στη φυλακή. Αν ο ισχυρισμός αυτός επιβεβαιωθεί κατά την εξέταση της υπόθεσης, είναι εύλογο να τεθούν ερωτήματα για την αξιοπιστία του ίδιου του μηνύματος και για το αποδεικτικό βάρος που μπορεί να φέρει. Τα ερωτήματα αυτά δεν αθωώνουν κανέναν. Απαιτούν όμως κάτι που αποτελεί θεμέλιο του κράτους δικαίου: να προηγηθεί η απόδειξη της καταδίκης στη δημόσια σφαίρα.Γιατί όταν η κοινωνία καλείται να αποδεχθεί την ενοχή πριν αποφανθούν τα δικαστήρια, η δικαστική διαδικασία παύει να λειτουργεί ως μηχανισμός αναζήτησης της αλήθειας και μετατρέπεται σε μέσο επικύρωσης μιας ήδη διαμορφωμένης πολιτικής αφήγησης.
Το κρίσιμο ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο τι περιλαμβάνει η δικογραφία. Είναι και γιατί η υπόθεση επανέρχεται με αυτόν τον τρόπο και σε αυτή τη χρονική συγκυρία. Δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητο ότι εδώ και χρόνια η υπόθεση Marfin επανερχόταν περιοδικά στη δημόσια συζήτηση μέσα από δηλώσεις περί επικείμενης εξιχνίασης και διαρροές για επικείμενες συλλήψεις. Σήμερα, σε μια περίοδο έντονης πολιτικής πίεσης για την κυβέρνηση και αυξημένης δημόσιας συζήτησης γύρω από ζητήματα θεσμικής λειτουργίας και κυβερνητικής λογοδοσίας, η υπόθεση αποκτά ξανά κεντρική θέση στην επικαιρότητα.
Από μόνο του αυτό δεν αποδεικνύει πολιτική σκοπιμότητα. Αναδεικνύει όμως ένα πολιτικό ερώτημα που δεν μπορεί να απορριφθεί ως αβάσιμο: μήπως η επικοινωνιακή διαχείριση της υπόθεσης εξυπηρετεί, πέρα από τη δικαστική της διάσταση, και μια ευρύτερη πολιτική στρατηγική;
Ο Antonio Gramsci περιέγραψε την ηγεμονία ως την ικανότητα της εξουσίας να διαμορφώνει όχι μόνο τους θεσμούς αλλά και το πλαίσιο μέσα στο οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται την πραγματικότητα. Η κυριαρχία δεν ασκείται μόνο με νόμους και καταστολή· ασκείται και με την οργάνωση της δημόσιας συζήτησης. Η πολιτική ισχύς συνδέεται με την ικανότητα να επιβάλλεις ποια θέματα θα απασχολήσουν την κοινωνία και με ποιους όρους θα συζητηθούν.
Στην περίπτωση της Marfin, η δημόσια συζήτηση μετατοπίζεται από την αναζήτηση των πραγματικών ενόχων σε μια γενικευμένη αφήγηση περί «νόμου και τάξης». Το έγκλημα δεν αντιμετωπίζεται μόνο ως αντικείμενο ποινικής διερεύνησης αλλά και ως σύμβολο, μέσα από το οποίο αναπαράγεται η ιδέα ενός μόνιμου «εσωτερικού εχθρού». Έτσι, μια τραγωδία μετατρέπεται σε πολιτικό εργαλείο και η κοινωνία καλείται να συσπειρωθεί γύρω από το κράτος ως μοναδικό εγγυητή της ασφάλειας. Όταν οι κυβερνήσεις αντιμετωπίζουν πολιτική φθορά, συχνά μεταφέρουν το επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης σε ζητήματα ασφάλειας και εγκληματικότητας. Δεν εξαφανίζονται έτσι τα υπόλοιπα προβλήματα· απλώς υποχωρούν από το προσκήνιο. Η πολιτική αντιπαράθεση μετασχηματίζεται σε ηθικό πανικό και ο φόβος γίνεται εργαλείο συσπείρωσης.
Στην ελληνική περίπτωση, η υπόθεση Marfin έχει χρησιμοποιηθεί διαχρονικά ως κομβικό στοιχείο αυτού του αφηγήματος. Όχι επειδή δεν πρέπει να διερευνηθεί μέχρι τέλους –το αντίθετο. Αλλά επειδή συχνά επιστρατεύεται για να γενικεύσει την ευθύνη, να ταυτίσει ευρύτερους πολιτικούς χώρους με μια εγκληματική πράξη και να ενισχύσει το ιδεολογικό σχήμα σύμφωνα με το οποίο η αυστηρότερη καταστολή αποτελεί τη μόνη απάντηση στα κοινωνικά προβλήματα.
Η μεγαλύτερη προσβολή, όμως, αφορά τελικά τους ίδιους τους νεκρούς. Οι οικογένειές τους δεν χρειάζονται μια ακόμη επικοινωνιακή κορύφωση ούτε έναν ακόμη κύκλο πολιτικής εκμετάλλευσης. Χρειάζονται αλήθεια. Και η αλήθεια δεν παράγεται με συνεντεύξεις Τύπου, διαρροές ή τηλεοπτικούς τίτλους. Παράγεται μόνο μέσα από μια απολύτως ανεξάρτητη, διαφανή και αυστηρή δικαστική διαδικασία.
Κύριε Χρυσοχοϊδη εσείς τί έχετε να πείτε για όλα αυτά;





