Ολοένα και συχνότερα και με αυξανόμενη ένταση γίνεται τελευταία στα ΜΜΕ λόγος για τον πληθωρισμό στη χώρα μας. Από πολιτικά κόμματα και στελέχη τους, από την κυβέρνηση και κυβερνητικούς παράγοντες, από εκπροσώπους επαγγελματικών τάξεων, δημοσιογράφους, οικονομολόγους και άλλους διατυπώνονται σχετικές απόψεις, οι οποίες συνοδεύονται τις περισσότερες φορές από προτάσεις για την αντιμετώπισή του. Η κυβέρνηση μάλιστα έχει προχωρήσει ήδη στη λήψη σχετικών μέτρων. Όπως θα δούμε, τα κυριότερα μέτρα μείωσης του πληθωρισμού που προτείνουν δεν είναι παρά απλώς και μόνο μέτρα μείωσης των τιμών μέσω εφάπαξ ή διαρκούς μείωσης έμμεσων φόρων. Θεωρούν επίσης ότι ο πληθωρισμός είναι απευκταίος μόνο για τον λόγο ότι κατατρώει διαρκώς, όπως συμβαίνει σήμερα, τους πραγματικούς μισθούς και τις πραγματικές συντάξεις, δηλαδή τον όγκο των αγαθών που αγοράζουν οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι με τις ονομαστικές τους απολαβές.
Επειδή, λοιπόν, ο πληθωρισμός κατατρώει τους μισθούς και τις συντάξεις, προτείνουν μείωση του φόρου προστιθέμενης αξίας σε ορισμένα εμπορεύματα που καταναλώνουν οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι, όπως και μείωση των ειδικών φόρων κατανάλωσης σε πετρέλαιο και βενζίνη. Η μείωση αυτή μπορεί να είναι εφάπαξ, δηλαδή για ένα μόνο έτος, ή διαρκής, δηλαδή για όλα τα επόμενα έτη μέχρι να ανακληθεί. Ας δεχτούμε ότι είναι διαρκής. Ας δεχτούμε επίσης ότι οι τιμές των σχετικών εμπορευμάτων μειώνονται κατά ολόκληρο το ποσό της μείωσης των φόρων. Είναι προφανές ότι τότε οι καταναλωτές των σχετικών εμπορευμάτων (στους οποίους συμπεριλαμβάνονται οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι) ωφελούνται κατά το ποσό κατά το οποίο μειώθηκαν οι εισπράξεις του Δημοσίου συνεπεία της μείωσης των εν λόγω φόρων.
Στην πραγματικότητα, εδώ έχει μεταφερθεί ένα μέρος του εισοδήματος του Δημοσίου στους μισθωτούς και στους συνταξιούχους. Το Δημόσιο πρέπει βέβαια να καλύψει αυτή τη μείωση των εισπράξεών του από φόρους. Τρεις τρόπους έχει να το κάνει: ή να αυξήσει αντιστοίχως άλλους φόρους, π.χ. τον φόρο εισοδήματος, ή να μειώσει τις δαπάνες του, ή και τα δυο. Το πιθανότερο είναι βέβαια να μειώσει τις λεγόμενες κοινωνικές δαπάνες. Εξ αυτού του λόγου, η επερχόμενη ανακούφιση των μισθωτών και των συνταξιούχων εξαιτίας της μείωσης των παραπάνω φόρων είναι απλώς και μόνο φαινομενική. Διότι το κράτος τούς παίρνει με το ένα χέρι ό,τι τους δίνει με το άλλο.
Πώς ροκανίζονται μισθοί και συντάξεις
Το σημαντικότερο όλων όμως είναι το εξής: ακόμη κι αν το παραπάνω μέτρο ανακουφίζει σε κάποιο βαθμό τους μισθωτούς και τους συνταξιούχους, δεν αγγίζει ούτε κατ’ ελάχιστον τον πληθωρισμό, αφού δεν επηρεάζει καθόλου τις όποιες αιτίες του. Έτσι, αυτός εξακολουθεί να υφίσταται και να κατατρώει μισθούς και συντάξεις. Όταν λοιπόν, σύμφωνα με την παραπάνω άποψη, το κράτος κληθεί εκ νέου να συνδράμει μισθωτούς και συνταξιούχους κατά τον προαναφερθέντα τρόπο, τότε θα πρέπει να μειώσει εκ νέου τους εν λόγω φόρους. Κι αν, όπως αναφέραμε ήδη, ο πληθωρισμός δεν έχει κανέναν λόγο να υποχωρήσει συνεπεία αυτού του μέτρου, τότε το κράτος θα κληθεί να προχωρήσει σε περαιτέρω μειώσεις αυτών των φόρων, μέχρι αυτοί να μηδενιστούν. Οπότε εκλείπει και η όποια δυνατότητα ανακούφισης μισθωτών και συνταξιούχων μέσω μείωσης έμμεσων φόρων (ΦΠΑ και ειδικοί φόροι κατανάλωσης).
Αντιστοίχως, η διαρκής αύξηση των τιμών ενός ή περισσότερων εμπορευμάτων δεν σημαίνει αύξηση του πληθωρισμού. Αυξάνει βέβαια τον πληθωρισμό κατά το πρώτο έτος, παύει όμως προφανώς να τον επηρεάζει τα επόμενα έτη. Έτσι, π.χ., αν η τιμή του πετρελαίου ανέλθει το έτος 2026 στα 100 δολάρια το βαρέλι (και παραμείνει σε αυτό το ποσό τα επόμενα έτη), με συνέπεια αντίστοιχες αυξήσεις των τιμών των εμπορευμάτων στην παραγωγή των οποίων υπεισέρχεται άμεσα ή έμμεσα πετρέλαιο, το ίδιο έτος, τότε ο πληθωρισμός αυξάνεται αντιστοίχως κατά το 2026, δεν αυξάνεται όμως γι’ αυτόν τον λόγο και τα επόμενα έτη.
Από τα παραπάνω προκύπτει σαφώς ότι πληθωρισμός δεν σημαίνει υψηλές τιμές. Διότι δεν έχει να κάνει με το ύψος, αλλά με την ποσοστιαία μεταβολή του ύψους των τιμών σε μια συγκεκριμένη χρονική περίοδο, π.χ. σε ένα έτος. Σημαίνει απλώς υψηλή τιμή ενός αγαθού σε σχέση με την τιμή του ίδιου αγαθού έναν χρόνο πριν – και αυτό για όλα τα αγαθά. Ο πληθωρισμός δεν μπορεί και για έναν ακόμη λόγο να σημαίνει υψηλές τιμές. Ο όρος «υψηλή τιμή» είναι χωρίς περιεχόμενο – με εξαίρεση φυσικά την προαναφερθείσα περίπτωση της υψηλής τιμής ενός εμπορεύματος σε αυτή την περίοδο σε σχέση με την τιμή του ίδιου εμπορεύματος την προηγούμενη περίοδο. Νόημα έχει ο όρος αυτός επίσης όσον αφορά την τιμή ενός αγαθού στο εσωτερικό και την τιμή του ίδιου αγαθού στο εξωτερικό, αδιάφορο πού παράγεται, στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό. Έστω ότι ο όρος «υψηλή τιμή» έχει νόημα. Σημαίνει π.χ. ότι η τιμή ενός συγκεκριμένου αγαθού είναι υψηλότερη στην Ελλάδα απ’ ό,τι στην Ιταλία. Αυτό όμως δεν έχει καμία σχέση με έναν κάποιον πληθωρισμό στην Ελλάδα, δεν σημαίνει δηλαδή ότι, όταν αυτό συμβαίνει σε πολλές χώρες και για τα περισσότερα αγαθά, έχουμε πληθωρισμό στην Ελλάδα. Έτσι λοιπόν, και το ότι η φέτα ή δεν ξέρω κι εγώ ποιο άλλο εθνικό προϊόν είναι εδώ ακριβότερο απ’ ό,τι στη Γερμανία δεν έχει καμία σχέση με τον πληθωρισμό, δεν σημαίνει τίποτα για το αν έχουμε ή δεν έχουμε στην Ελλάδα πληθωρισμό. Για τον πληθωρισμό στο εσωτερικό δεν έχει σημασία η τιμή ενός αγαθού συγκρινόμενη με την τιμή του ίδιου αγαθού την ίδια περίοδο σε δύο διαφορετικές τοπικές αγορές, στην εσωτερική και στην εξωτερική, αλλά η σύγκριση των τιμών των αγαθών αυτής της περιόδου με τις τιμές των ίδιων αγαθών την προηγηθείσα περίοδο.
Υψηλές τιμές ή χαμηλοί μισθοί;
Έτσι και για το πραγματικό εισόδημα των μισθωτών και των συνταξιούχων, για τους πραγματικούς μισθούς και τις πραγματικές συντάξεις, σημασία δεν έχει το ύψος των τιμών καθαυτό, αλλά το ύψος αυτών των τιμών σε σχέση με το ύψος των ονομαστικών μισθών και των ονομαστικών συντάξεων. Όπως επίσης, για τις μεταβολές του πραγματικού εισοδήματος των μισθωτών και των συνταξιούχων σημασία δεν έχει μόνο η εξέλιξη των τιμών στον χρόνο, δηλαδή εν προκειμένω ο πληθωρισμός, αλλά και η εξέλιξη των ονομαστικών μισθών και συντάξεων.
Αν θεωρήσουμε τους συνταξιούχους μη εργαζομένους πλέον μισθωτούς εργαζομένους, τότε μπορούμε να θεωρήσουμε τις ομάδες των μισθωτών εργαζομένων και των συνταξιούχων μία ομάδα, την ομάδα εκείνων που εργάστηκαν στο παρελθόν και δεν εργάζονται πλέον και εκείνων που συνεχίζουν να εργάζονται. Αυτή η ομάδα είναι η τάξη των μισθωτών εργαζομένων και οι μισθοί τους είναι ίσοι με το άθροισμα των μισθών και των συντάξεων. Αυτή η θεώρηση του πράγματος σημαίνει ότι οι σημερινοί εργαζόμενοι παίρνουν ως μισθούς τους μισθούς και τις συντάξεις και μεταβιβάζουν ένα μέρος αυτών των μισθών (ως συντάξεις) σε αυτούς που εργάστηκαν στο παρελθόν αλλά δεν εργάζονται πλέον, δηλαδή στους συνταξιούχους. Έτσι λοιπόν, η παραπάνω σύγκριση μετατρέπεται σε σύγκριση μεταξύ των τιμών των εμπορευμάτων και των μισθών, δηλαδή της τιμής της εργασίας και της ποσοστιαίας μεταβολής των τιμών με την ποσοστιαία μεταβολή της τιμής της εργασίας. Συμπέρασμα: Δεν είναι οι τιμές υψηλές! Οι μισθοί είναι χαμηλοί! Είναι χαμηλοί σε σύγκριση με τις τιμές. Ωστόσο, όπως μπορεί να διαπιστώσει κανείς, αυτά τα δύο μεγέθη, οι τιμές και οι μισθοί, είναι ανομοιογενή και συνεπώς δεν μπορούν να συγκριθούν μεταξύ τους. Οι τιμές για τις οποίες γίνεται λόγος εδώ είναι στην πραγματικότητα ένας δείκτης τιμών, και οι μισθοί είναι ένα χρηματικό ποσό για μια ορισμένη ποσότητα εργασίας. Αυτά δεν συγκρίνονται μεταξύ τους. Μόνο οι ποσοστιαίες μεταβολές αυτών των δύο μεγεθών είναι ομοιογενή μεγέθη και ως εκ τούτου μπορούν να συγκριθούν μεταξύ τους. Οπότε, το ότι οι μισθοί, οι ονομαστικοί μισθοί, είναι σε σύγκριση με τις τιμές χαμηλοί σημαίνει ότι η ποσοστιαία μεταβολή των τιμών (του δείκτη τιμών) είναι μεγαλύτερη από εκείνη των μισθών, για την ακρίβεια του μισθού ανά ώρα εργασίας, του ωρομισθίου.
Ωστόσο, αυτή η σύγκριση τιμών και μισθών είναι μεν δυνατή, δεν είναι όμως ενδεδειγμένη, διότι εντέλει δεν φωτίζει την ουσία του πράγματος, που είναι η εξής: οι μισθοί (στους οποίους συγκαταλέγουμε εδώ, σύμφωνα με την παραπάνω σχετική θεώρηση, και τις συντάξεις) είναι χαμηλοί σε σχέση με το άθροισμα των μισθών και των κερδών και, επειδή μισθοί και κέρδη συνιστούν το ονομαστικό καθαρό προϊόν που παράγεται αποκλειστικά από τους μισθωτούς, οι μισθοί, δηλαδή αυτό που παίρνουν οι εργάτες, είναι χαμηλό σε σχέση με αυτό που παράγουν.
Έτσι λοιπόν, αν θέλουμε να δούμε τι πραγματικά συμβαίνει, δεν πρέπει να συγκρίνουμε τους ονομαστικούς μισθούς με τις τιμές, δηλαδή δεν πρέπει να θέτουμε τους μισθωτούς εργαζομένους ως καταναλωτές απέναντι στους καπιταλιστές ως πωλητές των αγαθών που αγοράζουν οι μισθωτοί εργαζόμενοι, αλλά να συγκρίνουμε τους ονομαστικούς μισθούς με το ονομαστικό καθαρό προϊόν (=μισθοί + κέρδη), αυτό που παίρνουν με αυτό που παράγουν οι εργαζόμενοι, θέτοντας τους εργαζομένους ως παραγωγούς του καθαρού προϊόντος απέναντι στους καπιταλιστές, που το ιδιοποιούνται χωρίς να το παράγουν. Εν κατακλείδι: Δεν είναι οι τιμές υψηλές, αλλά το μέρος του καθαρού προϊόντος που παίρνουν οι εργαζόμενοι σε σύγκριση με αυτό το καθαρό προϊόν που παράγουν χαμηλό! Τον περασμένο μήνα δημοσιοποιήθηκαν τα αποτελέσματα χρήσης του πρώτου εξαμήνου του 2026 των μεγάλων εταιρειών. Σε ορισμένες από αυτές η αύξηση των κερδών σε σχέση με το πρώτο εξάμηνο του 2025 είναι πάνω από 40%. Και πόσο αυξήθηκαν ποσοστιαία οι μισθοί και οι συντάξεις στο ίδιο χρονικό διάστημα;
Η εμπλοκή των σούπερ μάρκετ
Η κυβέρνηση, τουτέστιν το κράτος, αφήνει στο πλαίσιο μιας πολιτικής ανάσχεσης του πληθωρισμού να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι ενδιαφέρεται για την ανακούφιση μισθωτών και συνταξιούχων από τις συνέπειες των αυξανόμενων τιμών στο πραγματικό τους εισόδημα, και γι’ αυτό δέχεται να συζητήσει μείωση του ΦΠΑ σε ορισμένα βασικά είδη διαβίωσης ή/και ειδικών φόρων κατανάλωσης. Συγχρόνως, συζητά με τους πωλητές ειδών διαβίωσης, και συγκεκριμένα με τα σούπερ μάρκετ, τρόπους συγκράτησης των τιμών ορισμένων ειδών διαβίωσης για ορισμένο χρονικό διάστημα.
Ο πληθωρισμός δεν είναι ακόμη πρόβλημα για την κυβέρνηση. Όταν της γίνει πρόβλημα, τότε δεν θα έχει και πολλά να σκεφτεί για την αντιμετώπισή του. Η συνταγή είναι γνωστή: περιοριστική πιστωτική πολιτική εκ μέρους της Κεντρικής Τράπεζας, περικοπή κοινωνικών δαπανών εκ μέρους του κράτους και, ει δυνατόν, μειώσεις μισθών και συντάξεων. Και επίσης, βέβαια, η κυβέρνηση δεν θα συζητήσει με κανέναν αυτά τα μέτρα.
Σήμερα η κυβέρνηση ασχολείται, με τον τρόπο που ασχολείται, με τον πληθωρισμό και την ανακούφιση μισθωτών και συνταξιούχων από τις επιπτώσεις του στο πραγματικό εισόδημα αποκλειστικά για επικοινωνιακούς λόγους. Με μία μόνο εξαίρεση: τις συμφωνίες της με τα σούπερ μάρκετ για ορισμένης, σύντομης χρονικής διάρκειας μέτρα συγκράτησης των τιμών συγκεκριμένων εμπορευμάτων. Αυτές έχουν, πέραν της επικοινωνιακής, και μια ουσιώδη όψη, που ωστόσο δεν αποσκοπεί πράγματι στη συγκράτηση των τιμών και στην ανακούφιση των μισθωτών και των συνταξιούχων, αλλά στη δημιουργία και στην εδραίωση μιας αντίληψης για το κράτος ως του στοργικού πατέρα που μεριμνά όταν κρίνει πως είναι αναγκαίο και δυνατό, που όχι μόνο συνδράμει τα διάφορα κοινωνικά στρώματα και τις διάφορες επαγγελματικές τάξεις, αλλά επίσης καλεί κάποιες από αυτές τις ομάδες, όπως τα σούπερ μάρκετ σήμερα, τους παρόχους ηλεκτρικού ρεύματος π.χ. αύριο, να συμμεριστούν ορισμένες δυσχέρειες των αδελφών λαϊκών στρωμάτων και να συμβάλουν στο ξεπέρασμά τους.
Αυτή η πολιτική, η οποία δεν προβλέπει πλέον πάγια, θεσμικώς ορισμένα μέτρα κοινωνικής πολιτικής, αλλά παρέχει κατά περίπτωση, κατά βούληση και σε πλαίσιο ούτως ειπείν ΣΔΙΤ προσχηματική ανακούφιση στους μισθωτούς και στους συνταξιούχους ως σε αναξιοπαθούντες γείτονες, φίλους και αδελφούς – αυτή η πολιτική προάγει εσκεμμένα και συστηματικά, ως πολιτικό πρόγραμμα, την εικόνα ενός κορπορατίστικου κράτους και μιας κορπορατίστικης κοινωνίας. Σε τι πρόκειται να χρησιμεύσει όλο αυτό; Στη συγκάλυψη των πραγματικών οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών σχέσεων και στην παραπλάνηση των εμπλεκόμενων σε αυτές εργαζομένων σχετικά με την πραγματική θέση τους σε αυτές.
Το κράτος και η δημόσια διοίκηση, που συναποφασίζουν με τα σούπερ μάρκετ τα προαναφερθέντα μέτρα συγκράτησης των τιμών ορισμένων από τα εμπορεύματα, γνωρίζουν, όπως κατά τα λοιπά οφείλουν να γνωρίζουν και τα ίδια τα σούπερ μάρκετ, ότι αυτή η πρακτική συνιστά, εν είδει ΣΔΙΤ, απαρχή εγκαθίδρυσης υπό την αιγίδα του κράτους ενός καρτέλ μεταξύ υφιστάμενων ολιγοπωλίων. Διότι συνιστά εμφανέστατα, με συντονιστή το κράτος, εναρμονισμένες πρακτικές καθορισμού των τιμών. Ποιος βεβαιώνει ότι αυτές οι συγχρονισμένες, εναρμονισμένες πρακτικές δεν θα συνεχιστούν περαιτέρω και χωρίς την κρατική κάλυψη σε πεδία πέραν εκείνου του καθορισμού των τιμών;
Για όποιον θεωρεί τα παραπάνω υπερβολή, έχουμε, σ’ αυτή την υπερβολή, να προσθέσουμε και κάτι ακόμη: Ενόψει της κατάρτισης του ευρωπαϊκού προγράμματος εξοπλισμών, καθώς και των ελληνικών νέων αγορών του αιώνα, ο υπουργός Εθνικής Άμυνας εξήγγειλε συντονισμό εκ μέρους του κράτους των υφιστάμενων και των προς ίδρυση εταιρειών παραγωγής όπλων – μεταξύ τους αλλά και με τις εταιρείες του εξωτερικού από τις οποίες θα αγοράσουμε συμπαραγόμενα όπλα. Δεν πιστεύετε πως αυτά έχουν τη σημασία που τους αποδίδουμε; Καλώς. Υπάρχουν όμως σχετικά πρόσφατα αλήστου μνήμης παραδείγματα που δεν επιθυμούμε να αναφέρουμε. Ασφαλώς και διαφέρουν από τη δική μας περίπτωση. Παραμένουν ωστόσο συγκρίσιμα πράγματα.
Αισχρο-κέρδεια δεν υφίσταται
Κοντά σε αυτούς που καλούν σε καταπολέμηση του πληθωρισμού για να ανακουφιστούν έτσι μισθωτοί εργαζόμενοι και συνταξιούχοι υπάρχουν κι εκείνοι που για τον ίδιο λόγο καλούν σε καταπολέμηση της αισχροκέρδειας. Θα το πούμε απλά: Το κέρδος είναι κέρδος. Είναι μικρό ή μεγάλο, αναμενόμενο ή ουρανοκατέβατο, διανεμηθέν ή μη διανεμηθέν, που αποκρύπτεται ή δεν αποκρύπτεται από την εφορία, ή ό,τι άλλο μπορεί να είναι. Αισχρό ωστόσο δεν είναι. Αισχρό κέρδος δεν υπάρχει! Στο κέρδος δεν προσήκει η κατηγορία του αισχρού ή του μη αισχρού. Δεν υπάρχει λοιπόν αισχρό κέρδος ούτε και αισχροκέρδεια. Γι’ αυτό και η καταπολέμηση της τελευταίας δεν είναι παρά φενάκη.
Διακρίνοντάς τον από την αισχροκέρδεια, ο πληθωρισμός υπάρχει και έχει για μισθωτούς και συνταξιούχους τις συνέπειες που αναφέραμε προηγουμένως. Ωστόσο, και το κάλεσμα για την καταπολέμηση του πληθωρισμού με σκοπό την απάλειψη αυτών των συνεπειών του είναι επίσης ένα κάλεσμα σε κυνήγι σκιών. Γιατί; Διότι οι μισθωτοί και οι συνταξιούχοι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα για τον περιορισμό του πληθωρισμού (κατά τα λοιπά, κανείς δεν μπορεί να κάνει κάτι γι’ αυτό). Το μόνο που μπορούν να κάνουν είναι να προσπαθήσουν να πετύχουν αυξήσεις μισθών και συντάξεων. Αν αυτή είναι η μόνη δυνατότητα που έχουν για να περιορίσουν τις συνέπειες του πληθωρισμού στο πραγματικό εισόδημά τους, τότε προφανώς το κάλεσμα να καταπολεμήσουν τον πληθωρισμό ώστε να περιορίσουν τις αρνητικές επιπτώσεις του στο εισόδημά τους δεν έχει να κάνει απλώς με κυνήγι σκιών, αλλά είναι ένα κάλεσα που, αν το αποδεχτούν, θα τους αποτρέψει από αυτό που μπορούν πράγματι να κάνουν για να επιτύχουν τον περιορισμό των συνεπειών του πληθωρισμού στο εισόδημά τους: να διεκδικήσουν υψηλότερους μισθούς και υψηλότερες συντάξεις.
Και πάλι λοιπόν: Δεν είναι οι τιμές υψηλές! Οι μισθοί είναι μισθοί πείνας!
Φωτό: 10-11_stamatis 1. Steve Buissinne / pixabay 2. Ramon Karolan / pexels





